1076/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1076/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όσο αφορά την αντιφατικότητα, αυτή πρέπει να εντοπίζεται μεταξύ των αιτιολογιών της αποφάσεως και όχι μεταξύ αυτών και άλλων εγγράφων, έστω και διαδικαστικών, ενώ ανεπάρκεια δεν υπάρχει όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικά μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, τα ακόλουθα: "Στην πόλη της Καβάλας και συγκεκριμένα στην συμβολή των οδών .......
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1076 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1076/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. X1, 2. X2 και 3. X3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χαρέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Χρυσούλα Τσιαβού, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 351/1996 προδικαστική, 27/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 394/2004 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-1-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 26-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4-1-2005 αιτήσεως αναιρέσεως της 394/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογία ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, που καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και όταν λόγω ανεπαρκείας, αοριστίας ή αντιφατικότητάς των περιεχομένων σ΄ αυτή αιτιολογιών δεν μπορεί ο Άρειος Πάγος να ελέγξει αν στην κρινομένη περίπτωση εφαρμόσθηκε ή όχι σωστά συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 75/1987). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται στην απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας, μπορεί δε να αφορά επιθετικά ή αμυντικά μέσα, όχι, όμως, και την άρνηση της αγωγής ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Όσο αφορά την αντιφατικότητα, αυτή πρέπει να εντοπίζεται μεταξύ των αιτιολογιών της αποφάσεως και όχι μεταξύ αυτών και άλλων εγγράφων, έστω και διαδικαστικών, ενώ ανεπάρκεια δεν υπάρχει όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικά μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, τα ακόλουθα: "Στην πόλη της Καβάλας και συγκεκριμένα στην συμβολή των οδών .......
αριθμ. .. και ......., υπάρχει ένα οικόπεδο, εκτάσεως 943,60 τ.μ που συνορεύει......... εντός του οποίου (οικοπέδου) είναι κτισμένες δύο συνεχόμενες καπναποθήκες συνολικού εμβαδού 821,07 τ.μ. Αρχικός ιδιοκτήτης του ακινήτου αυτού φέρεται ότι ήταν κάποιος ......., είχε δε διαπιστωθεί η ύπαρξη οικόσημου στο επίδικο ακίνητο με τα αρχικά SP (.........), που προφανώς υποδηλώνουν τον ανωτέρω ιδιοκτήτη.
Στη συνέχεια ως ιδιοκτήτες του αναφέρονται οι κληρονόμοι ....... Το έτος 1965 το εν λόγω ακίνητο διαχειριζόταν ο καπνέμπορος B, κάτοικος ........, ο οποίος, δυνάμει εγγράφου συμφωνητικού μίσθωσης, το εκμίσθωσε στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού για το χρονικό διάστημα από ...... έως ...... με δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης.
Ο ανωτέρω μισθωτής παρέμεινε στο μίσθιο κάνοντας χρήση του μέχρι το έτος 1969, μετά δε την αποχώρησή του έως και το έτος 1971 το επίδικο ακίνητο παρέμεινε κενό. Στη συνέχεια ο Γ , κάτοικος ......, που ήταν επιστάτης του παραπάνω καπνέμπορού Β και ενεργώντας για λογαριασμό του το εκμίσθωσε από το έτος 1971 μέχρι το χρόνο του θανάτου του, που επισυνέβη το 1977, με άτυπη (προφορική) σύμβαση μισθώσεως, στον Χ, πατέρα των δύο πρώτων εναγόντων και σύζυγο της τρίτης εξ αυτών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως αποθήκη και κατάστημα πωλήσεως παλιών ανταλλακτικών αυτοκινήτων.
Ο Χ κατέβαλλε κανονικά τα μισθώματα για τη χρήση του επίδικου χώρου στον Γ μέχρι το θάνατο του τελευταίου που συνέβη, όπως προειπώθηκε, το 1977. Έκτοτε, ο Χ, εξακολουθούσε να κατέχει και να χρησιμοποιεί το χώρο μέχρι τις 6-6-1991, οπότε και απεβίωσε, χωρίς όμως εν τω μεταξύ να καταβάλλει μίσθωμα, καθόσον δεν εμφανίσθηκε κάποιος ιδιοκτήτης ή διαχειριστής του εν λόγω ακινήτου.
Μετά το θάνατο του ανωτέρω οι ενάγοντες, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, συνέχισαν να κατέχουν και να χρησιμοποιούν το επίδικο χωρίς, επίσης, να καταβάλλουν σε οποιοδήποτε αντάλλαγμα (μίσθωμα) μέχρι και τις αρχές του έτους 1995. Κατά τον παραπάνω χρόνο, και συγκεκριμένα στις 13-1-1995, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, έπειτα από την υπ΄ αριθμ. 37/11-1-1995 απόφαση του Νομάρχη Καβάλας, προέβη, δυνάμει του σχετικού πρωτοκόλλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας, στην κατάληψη του ακινήτου, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Α.Ν 1539/1938, ήτοι ως εγκαταλελειμμένου, εν συνεχεία δε εκδόθηκε το υπ΄ αριθμ. ..........
πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου Κτήματος του Προϊσταμένου της Α΄ Δ.Ο.Υ Καβάλας, με το οποίο καταλογίστηκε σε βάρος του πρώτου ενάγοντα αποζημίωση ύψους 24.602.000 δραχμών για αυθαίρετη χρήση του εν λόγω ακινήτου. Η ανωτέρω κατάληψη έγινε από το εναγόμενο όταν, με την, από 19-5-1989, αίτησή τους, οι ......, ........
και ......., του κατέστησαν γνωστό ότι ο επίδικος χώρος είναι εγκαταλελειμμένος και ότι είχε καταληφθεί από τον πρώτο ενάγοντα και τον πατέρα του και χρησιμοποιείται από αυτούς χωρίς να καταβάλλουν μίσθωμα σε κάποιον. Έπειτα από την παραπάνω αναφορά, τα αρμόδια όργανα του εναγομένου προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες για την ανεύρεση του ιδιοκτήτη ή διαχειριστή του παραπάνω οικοπέδου χώρου, καλώντας συγχρόνως τον Χ να προσκομίσει τίτλους ιδιοκτησίας ή εκμίσθωσης αυτού.
Ο τελευταίος, μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος μεγαλυτέρου των 45 ημερών, προσπάθησε, με παραπλανητικά μέσα, να εμφανίσει τον εαυτό του χρησιδεσπόζοντα για να αποτρέψει το Δημόσιο να καταλάβει το ακίνητο και προσκόμισε και επικαλέστηκε το υπ΄ αριθμ. ...... πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Καβάλας Παν.
Λυμπερόπουλου, το οποίο όμως καμία σχέση δεν έχει με το επίδικο ακίνητο. Έτσι, αφού διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν εγκαταλελειμμένο, δοθέντος ότι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του είχε αποστεί της νομής και κατοχής αυτού και δεν επεδείκνυε κανένα ενδιαφέρον για την περαιτέρω τύχη του ούτε άμεσα (αυτοπροσώπως) ούτε έμμεσα (με αντιπρόσωπο), και ασχέτως του ότι το ακίνητο κατείχετο από τους ενάγοντες, το εναγόμενο άσκησε το δικαίωμα της κατάληψης και διαχειρίσεως αυτού επί δεκαετία ως αλλότριο (και δη για λογαριασμό του νομίμου δικαιούχου), με τη προσδοκία της κτήσης αυτού μετά τη παρέλευση της δεκαετίας, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Α.Ν. 1539/1938......Περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο Χ είχε εκμισθώσει, ως νομέας, το εν λόγω ακίνητο στην ανωτέρω εταιρία, ούτε ότι ανεγράφη αυθαίρετα στην παραπάνω έκθεση η φράση "επ΄ ενοικίω" από τον διενεργήσαντα τον έλεγχο υπάλληλο σε χρόνο μάλιστα ανύποπτο, οι δε κάποιες επεμβάσεις από τούτον στο εν λόγω ακίνητο, όπως επισκευές στη στέγη, κατασκευή χώρου γραφείου, ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση, με δαπάνες του, δεν υποδηλώνουν, σε καμία περίπτωση, κατοχή με διάνοια κυρίου αφού είναι σύνηθες στις συναλλαγές ο μισθωτής να προβαίνει σε τέτοιου είδους δαπάνες συντήρησης προς διευκόλυνση και προς όφελος της ασκούμενης απ΄ αυτόν στο μίσθιο επιχείρησής του.
Τέλος, τα υπό των εναγόντων προσκομιζόμενα υπ΄ αριθμ. πρωτ. 440/1986 και 37065/2498/1987 έγγραφα του Υπουργείου Πολιτισμού Επιστημών σχετικά με την κήρυξη του επίδικου ακινήτου ως διατηρητέου μνημείου, στα οποία αναφέρεται ως ιδιοκτήτης ο Χ, δεν μπορούν να οδηγήσουν το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, αφού η παραπάνω υπηρεσία, στη φάση του χαρακτηρισμού αναφέρεται στην προστασία του ιδίου του κτίσματος και δεν αποτελεί αναγνώριση ιδιοκτησίας, η οποία άλλωστε είναι μεταβλητή.
Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ουδέποτε ο Χ και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του ήταν κάτοχοι του ακινήτου με διάνοια κυρίου. Αντίθετα, ο Χ κατά το έτος 1978, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία του Δημοσίου να περιφρουρεί επαρκώς την περιουσία του, ως ο ιδιώτης, και να ασκεί τα ανήκοντα σ΄ αυτό (το Δημόσιο) δικαιώματα, προσπάθησαν να σφετερισθούν το επίδικο ακίνητο, που είναι μεγάλης αξίας.
Και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι ο Χ, το έτος 1978 μετέβαλε διάνοια και κατείχε το επίδικο για λογαριασμό του, ο τυχόν αρξάμενος χρόνος χρησικτησίας, που συνεχίστηκε μετά το θάνατό του, με καθολική διαδοχή, στο πρόσωπο των εναγόντων-εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, διακόπηκε με την πραγματική κατάληψη του επιδίκου από το εναγόμενο το έτος 1995".
Στη συνέχεια δε το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσία την, από 2.4.2002, έφεση των αναιρεσειόντων. Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, διέλαβε, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, επαρκείς, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα της προκειμένης υποθέσεως και συγκεκριμένως για τη μη απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσείοντες με έκτακτη χρησικτησία (αυτών και του δικαιοπαρόχου τους), που είναι και ο μόνος τρόπος κτήσεως της κυριότητας, που επικαλούνται με την αγωγή, και κατέληξε σε σαφές και πλήρες, επίσης, αποδεικτικό πόρισμα και είναι, συνεπώς απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, και οι δύο λόγοι του αναιρετηρίου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, και συνακόλουθα και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 4 Ιανουαρίου 2005, αίτηση των Χ1,Χ2 και Χ3 για αναίρεση της 394/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ