Legislator Case Law & Legislation
1075/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court's evidence evaluation falls outside appellate review scope.

Case Number 1075/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court of Athens regarding a dispute over forest land ownership. The State argued the lower court misinterpreted administrative documents, but the Court ruled that such factual assessments and evidence evaluation are excluded from appellate review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the State was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 579 of the Code of Civil Procedure; Appellate courts cannot review the lower court's evaluation of evidence or factual conclusions, limiting their jurisdiction to legal errors.

Keywords

AI generated
appellate review limitation evidence evaluation scope factual findings finality civil procedure appeal administrative land dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1075 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1075/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μ. Καραγεώργου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Λ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Ι. Λ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Παπαγεωργίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-2-2013 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1326/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1810/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 13-10-2015 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1971/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 3496/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-2-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 21-2-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1395/128/2022), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 791 του ΚΠολΔ), με αριθ. 3496/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η τελευταία επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 20-1-2022, όπως εμφαίνεται από την με αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π.

Τ. και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεση στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στις 21-2-2022 - οι προηγούμενες ημέρες ήταν εξαιρετέες - (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 579 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ. 1β`.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Αυτό θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής.

Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της έκτασης της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους. Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (Ολ.ΑΠ 27/2007, ΑΠ 1223/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 14/2021).

Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1223/2023, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 14/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 5-4-2012 (αριθ. έκθ. κατάθ. 72334/2933/2012) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, οι αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο Υποθηκοφύλακας Σπάτων, να προβεί στη μεταγραφή του με αριθ. ...-2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Μ., την οποία (μεταγραφή), με την από 6-11-2008 πράξη του, αρνήθηκε. Επί της δίκης αυτής, το Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον, άσκησε την από 25-2-2013 κύρια παρέμβαση (αριθ. έκθ. κατάθ. 34267/1603/2013), με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την επικύρωση της πράξης του υποθηκοφύλακα. Επί των ως άνω δικογράφων (αίτησης και κύριας παρέμβασης), που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθ. 1326/13-3-2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου.

Το τελευταίο, κατά της ως άνω απόφασης, άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 7-4-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2488/2014) έφεση, με την οποία επικαλούμενο εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούσε, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, την παραδοχή της κύριας παρέμβασής του και την απόρριψη της αίτησης των αντιδίκων του.

Επί της έφεσης εκδόθηκε η με αριθ. 1810/2015 τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη. Ακολούθως, με την από 13-10-2015 αίτηση αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προσέβαλε την ως άνω με αριθ. 1810/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επί της αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η με αριθ. 1971/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (Δ' Τμήμα), με την οποία κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση καθόσον αυτή υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 11β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Το κατά παραπομπή Δικαστήριο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εξέδωσε την με αριθ. 3496/2021 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την, από 7-4-2014, έφεση.

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 777/2022).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχρός, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, εξαιτίας της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει, ακόμη και όταν στο ανωτέρω έδαφος η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιή. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ` αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος, (ΑΕΔ 27/1999, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του ν. 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (Ολ.ΣτΕ 34/2013, ΑΠ 10/2020, ΑΠ 596/2016).

Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και, γενικά, ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.

Δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Έτι περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ` ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ` όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 (Ολ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 384/2021, ΑΠ 773/2020).

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11-9-1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 384/2021, ΑΠ 987/2017, ΑΠ 975/2008).

Επί της κτήσεως δε κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή ούτε οι μεταγενέστερες διατάξεις α) του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί Δασικού Κώδικος" και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ/τος 86/1969 περί "Δασικού Κώδικα", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος δεν θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ` εαυτή διακατοχική πράξη(ΑΠ 10/2020, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 479/2015) και β) των άρθρων 2, 4 και 37 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 53 ΕισΝΑΚ), κατά τις οποίες τα ακίνητα που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου είναι ανεπίδεκτα νομής εκ μέρους τρίτου ή χρησικτησίας (Ολ.ΑΠ 8/2013, ΑΠ 10/2020, ΑΠ 638/2016).

Συνεπώς, με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται κατ` ένσταση εναντίον αγωγής του Δημοσίου από τον εναγόμενο ιδιώτη που προβάλλει δικό του δικαίωμα κυριότητας σε δασική έκταση αναγόμενο σε κτήση με έκτακτη χρησικτησία, ενώ όταν ενάγει ο ιδιώτης το δημόσιο ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο ακίνητο πριν τις 11-9-1915 και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός του εναγομένου δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, δεν ανατρέπει αφ` εαυτού την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας (εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών), ώστε δεν αποτελεί ένσταση αλλά άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομή και είναι, συνεπώς, αντικείμενο ανταπόδειξης στο πλαίσιο της κύριας απόδειξης που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 987/2017).

Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον δε η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο. Εξάλλου, από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6./9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.

της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών, και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί).

Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την από 27.6./9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ' όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματά τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 987/2017, ΑΠ 1722/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 791 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο υποθηκοφύλακας, αν αρνείται να ενεργήσει, όπως του ζητείται, οφείλει το αργότερο μέσα στην επόμενη από την υποβολή της αίτησης, ημέρα, να σημειώσει, περιληπτικά, στο σχετικό βιβλίο την άρνηση και τους λόγους της. Η εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση αίρεται με απόφαση του Δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον.

Οι μεταγραπτέες πράξεις μεταγράφονται, εφόσον είναι έγκυρες. Αν είναι άκυρες, δεν παράγουν αποτελέσματα και επομένως είναι περιττή η μεταγραφή, αφού αυτή δεν είναι ικανή να θεραπεύσει την ακυρότητα. `Έτσι, ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να αρνηθεί τη μεταγραφή άκυρης, (μεταγραπτέας κατ` αρχήν), πράξης. Η άρνηση της μεταγραφής πάντως δικαιολογείται μόνο, αν δεν προσκομίζονται τα αναγκαία σε κάθε περίπτωση έγγραφα, ή, αν η ακυρότητα της πράξης είναι τυπικά εμφανής και ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να σχηματίσει βεβαιότητα γι` αυτήν, χωρίς να μπορεί να επεκταθεί σε ουσιαστικό έλεγχο εγγράφων και να προβεί σε έλεγχο της βασιμότητας του μεταβιβασθέντος ή αναγνωρισθέντος δικαιώματος (ΑΠ 1153/2021, ΑΠ 1971/2017, ΑΠ 621/2015, ΑΠ 2094/2013, ΑΠ 1330/2008).

Ενόψει, όμως, των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 και 4 του ισχύοντος Συντάγματος για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και του αμετάβλητου της μορφής και του χαρακτήρα των δασών και των δασικών εκτάσεων, δημόσιων η ιδιωτικών, ανατίθενται στους μεταγραφοφύλακες, όπως και στους συμβολαιογράφους, πρόσθετες τυπικές υποχρεώσεις για να μην επέρχονται κατά τις μεταβιβάσεις ανεπίτρεπτες και ποινικά αξιόλογες καταπατήσεις δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων με εικονικές ή απατηλές μεταβιβάσεις ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες δεν συμμετείχε το Δημόσιο (άρθρο 280 παρ. 1 του ν.δ/τος 86/1969, όπως ισχύει εν προκειμένω μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 του ν.δ/τος 996/1971) ή ανεπίτρεπτες κατατμήσεις ιδιωτικών δασικών εκτάσεων ερήμην του Δημοσίου.

Οι υποχρεώσεις αυτές, καθιερώνονται με τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ. 1 και 280 παρ. 3 του δασικού κώδικα (ν.δ/γμα 86/1969) και 72 παρ. 1 έως και 6 του ν. 998/1979 και έχουν ως αναγκαία προϋπόθεση την ιδιότητα του μεταβιβαζόμενου ακινήτου ως δάσους ή δασικής έκτασης, όπως αυτή οριοθετείται εν προκειμένω από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 998/1979 (ΑΠ 1971/2017, ΑΠ 621/2015, ΑΠ 1330/2008).

Ειδικότερα, με το άρθρο 60 παρ. 1 του δασικού κώδικα (ν.δ/γμα 86/1969), απαγορεύεται η κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας, είτε με διανομή μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε με πώληση είτε, με οποιαδήποτε άλλη πράξη, χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, με συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της σχετικής δικαιοπραξίας.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι άκυρη χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπουργού Γεωργίας, κάθε πράξη από την οποία, επέρχεται κατάτμηση δασικής έκτασης (ΑΠ 1971/2017, ΑΠ 621/2015, ΑΠ 1330/2008, ΑΠ 314/1992). Η ανωτέρω διάταξη επαναλαμβάνει στον ισχύοντα δασικό κώδικα τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' του προϊσχύοντος δασικού κώδικα (ν. 4173/1929, ΦΕΚ Α' 205/19-6-1929), σύμφωνα με την οποία "Απαγορεύεται η κατάτμησις της δασικής ιδιοκτησίας είτε διά διανομής των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων είτε διά πωλήσεως ή οιασδήποτε άλλης πράξεως, άνευ προηγούμενης αδείας του Υπουργού της Γεωργίας, επί ποινή απολύτου ακυρότητος της σχετικής, δικαιοπραξίας.".

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 280 παρ. 3 του δασικού κώδικα, που ορίζει ότι σε περίπτωση μεταβίβασης κυριότητας ή οποιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος σε δάσος ή δασική έκταση, με αιτία την πώληση, δωρεά ή άλλη πράξη, ο μεταβιβάζων υποχρεούται κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου ή του οριστικού συμβολαίου να προσκομίσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας της δικαιοπραξίας, στο συμβολαιογράφο, που υποχρεούται να κάνει μνεία στο συμβόλαιο δήλωση του ν.δ/τος 105/1969 (και ήδη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986), στην οποία να δηλώνεται ότι το δημόσιο ουδέποτε είχε, διεκδικήσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτή και εφόσον είχε εγερθεί τέτοια διεκδίκηση ή αμφισβήτηση να δηλώνεται ότι η κυριότητα του μεταβιβάζοντας έχει κριθεί έναντι του Δημοσίου είτε με απόφαση Διοίκησης είτε, με απόφαση τελεσίδικη των τακτικών δικαστηρίων και ότι σε περίπτωση υποβολής από τον μεταβιβάζοντα δήλωσης, στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχει διεκδίκηση ή αμφισβήτηση του Δημοσίου, ο συμβολαιογράφος είναι υποχρεωμένος να μη συντάξει το συμβόλαιο με απειλή ποινικής κύρωσης, προκύπτει ότι είναι άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ) η μεταβίβαση δάσους ή δασικής έκτασης χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων που ορίζονται στη παραπάνω διάταξη, δηλαδή χωρίς την προσκόμιση της πιο πάνω δήλωσης.

Η διάταξη αυτή ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού της από τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 του Συντάγματος και 280 παρ. 1 του δασικού κώδικα (ν.δ/γμα 86/1969), αλλά και για την αποφυγή δημιουργίας εικονικών ερήμην δικών για ανύπαρκτα δικαιώματα επί δασών ή δασικών εκτάσεων, είναι εφαρμοστέα κατά διασταλτική ερμηνεία, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στη μεταγραφή τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης για την κτήση δικαιώματος κυριότητας σε ακίνητο δασικού χαρακτήρα με έκτακτη χρησικτησία, αφού άλλωστε η τελευταία εξομοιώνεται και φορολογικά με την εκποιητική δικαιοπραξία, και απαιτείται για τη μεταγραφή της τελεσίδικης απόφασης η καταβολή προηγουμένως του αναλογούντος φόρου μεταβίβασης ακινήτου που αποκτήθηκε με χρησικτησία.

Η εφαρμογή της διάταξης αυτής από τον μεταγραφοφύλακα έχει ως αναγκαία προϋπόθεση, ανεξάρτητα από το εάν περατώθηκε αμετάκλητα η ενδικοφανής διοικητική διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ότι από τα υποβαλλόμενα σ' αυτόν σχετικά έγγραφα, που συνοδεύουν την αίτηση μεταγραφής (π.χ. απόφαση ή τοπογραφικό διάγραμμα), προκύπτει σαφώς ότι το ακίνητο πού αφορά η προς μεταγραφή απόφαση είναι δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 3 του ν. 998/1979 ή ότι το ίδιο ακίνητο κατά τη μία πλευρά του τουλάχιστον, κατά την περιγραφή της δικαστικής απόφασης ή του συνυποβαλλόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, συνορεύει με δάσος ή δασική έκταση.

Εφόσον δε προσκομισθεί τελικά από τον ενδιαφερόμενο για τη μεταγραφή η δήλωση αυτή, δεν μπορεί ο μεταγραφοφύλακας να αρνηθεί πλέον τη μεταγραφή, μπορεί όμως, ως περιλαμβανόμενος στις υπηρεσίες του δημοσίου τομέα, να ελέγξει την ακρίβεια της δήλωσης με διασταύρωσή της, με το αρχείο άλλων υπηρεσιών (π.χ.

αρμόδιων δασικών), με βάση τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 1599/1986, ώστε το Δημόσιο να ασκήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματά του με τριτανακοπή κατά της τελεσίδικης απόφασης ή άσκηση αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ως δάσους. Από καμία όμως από τις διατάξεις του προαναφέρθηκαν δεν προκύπτει ότι ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να υποχρεώσει τον αιτούντα τη μεταγραφή να του προσκομίσει από οικεία δασική αρχή πιστοποιητικό για το δασικό ή όχι χαρακτήρα του ακινήτου και να αρνείται τη μεταγραφή εάν δεν του προσκομίζεται από τον αιτούντα τέτοιο πιστοποιητικό (ΑΠ 1971/2017, ΑΠ 621/2015, ΑΠ 1330/2008).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοικήσεως ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια. Η έρευνα αυτή των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λ.π., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στην συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ,ΑΠ 2/2018, ΑΠ 369/2021).

Εξάλλου, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που αποτελεί, όπως και η αρχή της ασφάλειας δικαίου, έκφανση του κράτους δικαίου, αφορά στην προστασία της εύλογης και δικαιολογημένης, ενόψει των συνθηκών, πεποίθησης του πολίτη, ως μέσου συνετού ανθρώπου του οικείου κλάδου δραστηριότητας ότι η δημιουργηθείσα από δημόσια εξουσία νομική κατάσταση, ως απόρροια πράξης του αρμοδίου οργάνου θα συνεχιστεί, εφόσον δεν συντρέχει αντίθετος επιτακτικός λόγος δημοσίου συμφέροντος.

Εξάλλου: α) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 εδ. α' του ν. 2040/1992, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την παρ. 4 του άρθρου 51του ν. 4280/2014(ΦΕΚ Α' 159/8-8-2014) και την εν συνεχεία αντικατάστασή του με το άρθρο 48 παρ. 14β' του ν. 4685/2020 (ΦΕΚ Α` 92/7-5-2020) "Σε κτήματα που έγινε απαλλοτρίωση για την αποκατάσταση ακτημόνων κτηνοτροφών, με βάση τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, οι εξαιρεθείσες υπέρ των ιδιοκτητών εκτάσεις βάσει του άρθρου 29 του ν.δ/τος 2185/1952, που εμπίπτουν στην κατηγορία των εδαφών του άρθρου 3 παρ. 2 και 6β` του ν. 998/1979, θεωρούνται ιδιωτικές, εφόσον έχει εκδοθεί η σχετική απόφαση των δικαστηρίων για την αναγνώριση των δικαιούχων αποζημίωσης".

Οι προϋποθέσεις εφαρμογής, του άρθρου 26 του ν. 2040/1992 καθορίστηκαν με την με αριθ. 125469/1993 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ Β' 328/6-5-1993),σύμφωνα δε με την παρ. 1 περ. α' της εν λόγω Υ.Α., μεταξύ των σωρευτικά αξιούμενων προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 26 του ν. 2030/1992 είναι να έχει κηρυχθεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση του κτήματος σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν.δ/τος 2185/1952, δηλαδή αποκλειστικά και μόνο προς αποκατάσταση ακτημόνων κτηνοτροφών, β) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 7 εδ..

α' του ν.998/1979, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 154 παρ. 1 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α' 94/27-5-2016) και το άρθρο 44 του ν. 4546/2018 (ΦΕΚ Α' 101/12-6- 2018) και εν συνεχεία αντικατ. με το άρθρο 48 παρ. 1β' του ν. 4685/2020 (ΦΕΚ Α` 92/7-5-2020) "Εκτάσεις που έχουν απολέσει το δασικό τους χαρακτήρα πριν τις 11-6-1975, λόγω, επεμβάσεων που έλαβαν χώρα με βάση σχετική διοικητική πράξη, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, δεν χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις ή ως εκτάσεις των παραγράφων 5α ή 5β του άρθρου 3 κατά τη διαδικασία του άρθρου 44 ή κατά τη διαδικασία κατάρτισης δασικού χάρτη ή αναμόρφωσης κυρωμένου δασικού χάρτη και δεν κηρύσσονται αναδασωτέες εφόσον διατηρούν τη χρήση που τους αποδόθηκε" και γ) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 υποπαρ.

ΙΙΙ περ. ζ` του ν. 3208/2003, όπως στην υποπαρ. III προστέθηκε η φράση "κατά κυριότητα" με το άρθρο 43 παρ. 4 του ν. 4280/2014 (ΦΕΚ Α' 159/8-8-2014) και όπως η περ. ζ' αυτής, προστέθηκε με το άρθρο 43 παρ. 5 του ίδιου νόμου (Ν. 4280/2014) "Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου που:

I...IΙ..III Περιήλθαν κατά κυριότητα: α)...ζ) Κατόπιν άδειας του Υπουργού Γεωργίας κατ` εφαρμογή του άρθρου 2 του από 3-9-1924 νομοθετικού διατάγματος που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3250/1924 (ΦΕΚ Α`324), εφόσον: η άδεια μεταβίβασης δεν ανακλήθηκε ούτε ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση". Εξάλλου, το άρθρο 2 του ΑΚ εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει, στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων ασφάλειας των συναλλαγών και σταθερότητας δικαίου, η οποία (αρχή) όμως δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ.

Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό, τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος. Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων, που ορίζουν οι συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται, ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια, που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου- Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Ολ.ΑΠ 2/2018, ΑΠ 1385/2018).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθ. 3496/2021 απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα:

''..... Με το υπ' αριθμ. ....2007 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Μ., οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) αποδέχθηκαν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, την εξ αδιαθέτου επαχθείσα σ' αυτούς, κατά το ίδιο ποσοστό, κληρονομιά της μητέρας τους Θ. χας Ν. Λ., το γένος Γ. Γ., η οποία απεβίωσε την ...

Στη κληρονομιά αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων, ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, επιφάνειας 540,60 τ.μ., εμφαινομένου με τον αριθμό -3- στο από Σεπτεμβρίου 1951 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ν. Κ., που προσαρτάται στο υπ' αριθμ. .../1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ., που βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας ..., τέως Δήμου ...

και ήδη Δήμου ...-..., της Περιφερειακής Ενότητας Ανατολικής Αττικής και που συνορεύει, βόρεια με το υπ' αριθμ. -4- τεμάχιο αγρού επί πλευράς μέτρων 17,60, νότια με ιδιωτική οδό επί προσώπου μέτρων 17,00, ανατολικά με τα υπ' αριθμ. -1- και -2- αγροτεμάχια επί συνολικής πλευράς μέτρων 32,30 και δυτικά με τον υπ' αριθμ. -5- αγρό επί πλευράς μέτρων 31,30.

Το αγροτεμάχιο αυτό περιήλθε στη θανούσα κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομιά του προαποβιώσαντος στις ... εν ζωή συζύγου της Ν. Λ. του Ι. και της Ε., την οποία η μητέρα των εφεσίβλητων αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ...-1986 πράξη αποδοχή κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ.-Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, στο τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό ... Ο δικαιοπάροχος της μητέρας των εφεσίβλητων είχε αποκτήσει το επίδικο κατά κυριότητα λόγω δωρεάς από τον πατέρα του Ι. Λ. του Ν., με το υπ' αριθμ. ....1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Γ. Λ., που μεταγράφηκε στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στο τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ...

Ο Ι. Λ. του Ν., είχε αποκτήσει το επίδικο λόγω αγοράς από τον εδρεύοντα στην ... Συνεταιρισμό Παραθεριστών με την επωνυμία "Η ΘΕΡΙΝΗ ΔΙΑΜΟΝΗ Σ.Π.Ε. " με το υπ' αριθμ. ....1952 παραχωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ. Κ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στο τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό ... Στον ανωτέρω συνεταιρισμό το επίδικο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ως μέρος του ευρύτερου χέρσου αγρού, κείμενου στη θέση "..." της Περιφέρειας της Κοινότητας ... του τέως Δήμου Κρωπίας, εκτάσεως του (όλου) αγρού 60,82 στρεμμάτων, λόγω πώλησης εκ μέρους της Ε. συζ.

Γ. Μ., το γένος Δ. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμό ....1952 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ. Σ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στο τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ..., ενώ στη δικαιοπάροχο του συνεταιρισμού παραθεριστών Ε. συζ. Γ. Μ., ο ως άνω αγρός είχε περιέλθει, σε μείζονα έκταση, συνεπεία διανομής, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1949 συμβολαίου διανομής κληρονομιαίων ακινήτων του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Π. Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στο τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... Με το διανεμητήριο αυτό συμβόλαιο οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος την ... Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., διένειμαν, την ακίνητη περιουσία του και μεταξύ άλλων ακινήτων του κληρονομουμένου, στη θυγατέρα του Ε.

συζ. Γ. Μ. (το γένος Δ. Κ.) περιήλθε από το ευρύτερης έκτασης αγροδασόκτημα στην ανωτέρω θέση (... της περιφέρειας ...) του εν λόγω πατρός της, εκτάσεως 3.315,00 στρεμμάτων, συνορευόμενο γύρωθεν (το όλο αγροδασόκτημα) κατά το συμβόλαιο αυτό, με την οδό από ... προς ... και ..., με δρόμο προς ..., με Συνοικισμό Προσφύγων και ιδιοκτησίες αγνώστων και αγρούς πρώην Φ.

Κ. και ήδη διαφόρων κατοίκων Σπάτων ως είναι γνωστό το κτήμα αυτό με το όνομα "..." και "Κτήμα Κ.", το βόρειο-βορειοανατολικό τμήμα αυτού (όλου αγροδασοκτήματος) στη θέση "... ...", συνορευόμενο γύρωθεν, κατά το αυτό ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, προς ανατολάς με Προσφυγικό Συνοικισμό προς δυσμάς με ξένας ιδιοκτησίας και με το τμήμα του όλου αγροδασοκτήματος που περιήλθε με το ίδιο διανεμητήριο συμβόλαιο, στον Α.

Δ. Κ., αδελφό της Ε. συζ. Γ. Μ. και υιό του Δ. Κ. και στον αγρό που με το ίδιο συμβόλαιο περιήλθε στη μητέρα αυτών και εν ζωή σύζυγο του Δ. Κ., Μ. Κ., με τους οποίους διαχωρίζεται (το τμήμα που έλαβε η Ε. συζ. Γ. Μ.) με την καθορισθείσα διαχωριστική των δύο (2) τμημάτων γραμμή και του άξονα της αντεμπρηστικής ζώνης και προς νότο με αγρούς κατοίκων Σπάτων και προς βορρά με αγνώστων, στο τμήμα δε αυτό, που περιήλθε με το εν λόγω διανεμητήριο συμβόλαιο στην Ε.

συζ. Γ. Μ., θυγατέρα του Δ. Κ., περιλαμβάνεται κατά το συμβόλαιο αυτό ένα (1) "ερειπωμένο μαγαζείον" κείμενο στη διασταύρωση των προς ... και ... οδών και αγροτικής τοιαύτης προς ... μετά περιοχής και αγρού εκτάσεως 920,00 τ.μ., περίπου, αποσπασθέν από τμήμα της παλαιάς προς ... άγουσας αγροτικής οδού και άμπελο εκτάσεως, 38 περίπου στρεμμάτων, κειμένη στη νοτιοδυτική γωνία του όλου αγροδασοκτήματος στην ως άνω θέση "... ..." και η οποία (άμπελος) συνορεύει γύρωθεν, με καρόδρομο διερχόμενο διά του όλου αγροδασοκτήματος, προς δυσμάς με δρόμο προς ..., ανατολικά με μέρος του τμήματος που με το εν λόγω διανεμητήριο συμβόλαιο έλαβε ο Α.

Κ. και νοτίως με τμήμα του όλου αγροδασοκτήματος και την οποία (άμπελο) είχαν υποσχεθεί άπαντες οι συμβαλλόμενοι στο διανεμητήριο συμβόλαιο να μεταβιβάσουν στους τρίτους Δ. Α. και Α. Ι., οι οποίοι είχαν ήδη φυτεύσει εντός "άμπελον". Στο δικαιοπάροχο των ανωτέρω Δ. Κ. του Α., το όλο (προ της διανομής με το ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο) αγροδασόκτημα των 3.315,00 στρεμμάτων, περίπου, είχε περιέλθει από αγορά από τον Γ.

Σ. του Α., κτηματία, κάτοικο Αθηνών, με το με αριθμό ....1930 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στο τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... και εκ νέου (σύμφωνα με το ν. 1579/1918) στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ... Ο Γ. Σ. του Α. είχε αποκτήσει, την κυριότητα, του όλου αγροδασοκτήματος, σε ευρύτερη έκταση 50.000,00 στρεμμάτων, από τη μητέρα του Ι.

συζ. Α. Σ., με το με αριθμό ....1913 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Τ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στο τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ..., η δε ανωτέρω δωρήτρια, είχε αποκτήσει την κυριότητά του από αγορά από τον Γ. Π. Σ. με το με αριθμό ....1879 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Α., που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών, στο τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ..., ο οποίος με τη σειρά του το είχε αποκτήσει από αγορά από τον Π. Π., με το με αριθμό ....1879 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που ομοίως μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών (... ). Οι εφεσίβλητοι εκτός του ανωτέρω ποσοστού των 2/8 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου αγρού, έχουν ήδη αποκτήσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και το επιπλέον ποσοστό των 6/8 εξ αδιαιρέτου αυτού, ως εξής:

α) η πρώτη (1η) εξ αυτών απέκτησε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα της Ν. Λ. του Ι. και της Ε., την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ....1986 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ.-Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, στο τόμο 234 και με αύξοντα αριθμό 2 και β) ο δεύτερος (2ος) εξ αυτών απέκτησε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ομοίως από την κληρονομιά του ανωτέρω πατέρα του, την οποία αποδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ....1986 σχετικής εκθέσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς επ' ωφελεία απογραφής, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ....1987 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.

Σ.-Π., που αμφότερα μεταγράφηκαν στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, στους τόμους ... και ... και με αύξοντες αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα.

Συνεπώς, οι εφεσίβλητοι έχουν αποκτήσει τη συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή ισομερώς και κατ' ιδανικά μέρη του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο κατά τα ανωτέρω, ήδη δε το επίδικο έχει καταχωρηθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Σπάτων του Ελληνικού Κτηματολογίου λαμβάνοντας ως γεωτεμάχιο τον αριθμό ΚΑΕΚ ..., με εμβαδό κατά τους ανωτέρω τίτλους κτήσης των εφεσίβλητων 540,600 τ.μ.

και κατά τη μέτρηση του Κτηματολογίου 551,00 τ.μ., ανήκον κατά δικαίωμα συγκυριότητας στους εφεσίβλητους σε συνολικό ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών. Παράλληλα, όμως, οι εφεσίβλητοι έχουν αποκτήσει έναντι του Δημοσίου τη συγκυριότητα ισομερώς κατ' ιδανικά μέρη του επιδίκου ακινήτου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής τους το χρόνο της καλόπιστης συνεχούς νομής διανοία κυρίου των δικαιοπαρόχων τους και ειδικότερα κατά τις προϊσχύουσες διατάξεις του ΒΡΔ, αφού από τα ανωτέρω προκύπτει υπερτριακονταετής καλόπιστη συνεχής νομή με διάνοια κυρίου των απώτατων δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων Ι.

και Γ. Σ. στο ευρύτερο αγροδασόκτημα, εντός του οποίου κατά τα ανωτέρω περιλαμβάνεται και το επίδικο γεωτεμάχιο, η οποία (καλόπιστη συνεχής νομή διανοία κυρίου) συμπληρώθηκε μέχρι την 11.09.1915. Σημειώνεται ότι έκτακτη χρησικτησία επιτρεπόταν κατά του Δημοσίου μόνο με βάση τις διατάξεις του β.ρ.δ., μέχρι την 11η Σεπτεμβρίου 1915, εφόσον μέχρι τότε είχε συμπληρωθεί, χωρίς διακοπή τριακονταετής νομή σε δημόσιο κτήμα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (...), ενώ μετά, την 11.09.1915 ήταν ανεπίτρεπτη η επ' αυτών χρησικτησία, συμφώνως προς ν. 8 παρ. 2 κωδ.(7,39), 9 παρ. 1Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 πανδ (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1, Πανδ. (18.1) 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) ν. 20 παρ. 12.

Πανδ (5.8),2 Πανδ. (18.1) 10,18 και 48 Πανδ. (41.3), Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), που κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον προ του ΑΚ χρόνο, ν. 21-6/3-7-1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", ν. ΔΞΗ/1912 "περί δικαιοστασίου" και των εκτελεστικών αυτού διαταγμάτων και άρθρ. 1 επ, 21 ν.δ της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" (...).

Οι εφεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απαντώντας στην κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος που με αυτή αμφισβητούνταν η συγκυριότητά τους, επί του επιδίκου γεωτεμαχίου, εξέθεταν ότι, πέραν του ανωτέρω παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επικαλούμενοι την τριακονταετή καλόπιστη, συνεχή νομή διανοία κυρίου των ανωτέρω απώτατων δικαιοπαρόχων τους μέχρι την 11.:09.1915.

Σημειώνεται, επίσης, ότι η έκτακτη χρησικτησία έναντι του Δημοσίου με την καλόπιστη συνεχή νομή διανοία κυρίου του ΒΡΔ, συμπληρούμενη μέχρι την 11.09.1915, αφορά και σε δασικές εκτάσεις (...). Εξάλλου, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο στο παρελθόν ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων, αλλά αντιθέτως με συγκεκριμένες πράξεις της διοίκησης την αναγνώρισε.

Ειδικότερα, α) από την όλη έκταση που κατά τα ανωτέρω είχε περιέλθει στο Γ. Σ. του Α., με την από 31.08.1923 απόφαση της Επαναστατικής Επιτροπής (ΦΕΚ Α' 245/31.08.1923) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ των προσφύγων και συγκεκριμένα προς ανασύσταση της ελληνικής κοινότητας ..., μέρος της ιδιοκτησίας του Α. Σ. (σύζυγος της Ι.

και πατέρας του Γ. Σ.) στη θέση " ..." απαρτιζόμενης από δάσος, καλλιεργούμενες γαίες, βοσκότοπους αμπελώνες, οικίες και λοιπές εγκαταστάσεις, ορίστηκε δε ότι η απαλλοτρίωση του δάσους "..." θα είναι μερική, σύμφωνα με απόφαση ειδικής Επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών των "εγκατασταθησομένων" προσφύγων.

Με την απόφαση αυτή ορίσθηκε ότι η απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία περιέρχεται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου προ πάσης αποζημιώσεως, με τη δημοσίευση της απόφασης και θεωρείται συντελεσθείσα η κατάληψη αυτής και η νομή του Δημοσίου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά, αναλόγως, των διατάξεων του Ν.Δ. του από 06.07.1923 Ν.Δ.

για την αγροτική εγκατάσταση προσφύγων. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής με το από 18.05.1927 πρωτόκολλο της ορισθείσας ειδικής επιτροπής, με τον τίτλο "Πρωτόκολλον του Αγροκτήματος ..., ιδιοκτησίας Γ. Σ.", έλαβε χώρα ο διαχωρισμός του όλου αγροκτήματος, στο δε ιδιοκτήτη Γ. Σ. αφέθηκε, μετά το διαχωρισμό υπέρ των προσφύγων, έκταση 3.690,00 στρεμμάτων, αποτελούμενη από δύο (2) τμήματα που περιγράφονται αναλυτικά στο πρωτόκολλο, ήτοι αυτό των 3.315,00 στρεμμάτων, που μεταβιβάσθηκε κατόπιν κατά τα ανωτέρω στο Δ.

Κ. και έτερο τμήμα εκτάσεως 615,00 στρεμμάτων, ευρισκόμενο ανατολικά του κτήματος και μεταξύ της θέσεως "..." και της θάλασσας. Ακολούθως, με τη με αριθμό ....1929 απόφαση, του Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίσθηκε η οριστική αποζημίωση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου τμήματος Γ. Σ. του Α., περίληψη δε αυτής δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (παράρτημα) της 17.01.1930, στην οποία και πάλι γίνεται αναφορά ότι το απαλλοτριούμενο ανήκε (κατά κυριότητα) στον Γ.

Σ. του Α., στον οποίο και κατεβλήθη η σχετική αποζημίωση (συνολικά 5.116.442 δραχμές), β) με τη με αριθμό πρωτ. ....1929 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ήρθη η απαγόρευση του άρθρου 2 του Ν. 3250/1924 "περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων", επί της εν λόγω εκτάσεως των 3.315,00 στρεμμάτων, ως απομένοντος τμήματος υπολοίπου του δάσους "..." της ιδιοκτησίας (κυριότητας) του Γ.

Σ. του Α. από την ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση και χορηγήθηκε σ' αυτόν η άδεια να το πωλήσει. Στην εν λόγω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ρητά αναφέρεται ότι αναγνωρίζεται ότι το όλο ακίνητο (των 3.315,00 στρεμμάτων) ανήκει, στην ιδιοκτησία (κυριότητα) του Γ. Σ. του Α., ομοίως δε σε όλα τα ανωτέρω πρωτόκολλα, αλλά επιπλέον και στην ως άνω δικαστική απόφαση για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση, ο Γ.

Σ. του Α. αναγνωρίζεται ως κύριος του, όλου αγροδασοκτήματος, χωρίς καμία αμφισβήτηση από το Ελληνικό Δημόσιο ή τρίτο, γ) με το από 06.12.1930 πρωτόκολλο του Δασάρχη Αττικής χορηγήθηκε άδεια στο Δ. Κ. (αγοραστή του κτήματος από το Γ. Σ.) για υλοτομία τμημάτων του δάσους "..." (εντός του όλου αγροδασοκτήματος). Στο πρωτόκολλο αυτό γίνεται ρητή αναφορά ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία (κυριότητα) του Δ.

Κ. και υπογράφεται από το Δασάρχη, τους συμπράττοντες δασικούς υπαλλήλους και τον ίδιο το Δ. Κ., δ) με τη αριθμό ....1952 (ΦΕΚ ...) απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ήρθησαν αναδρομικώς οι απαγορεύσεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3250/1924 επί των εκτάσεων του κτήματος "..." Αττικής και επετράπη η διανομή του με το ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο των ως άνω κληρονόμων του Δ.

Κ. Σημειώνεται ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί όπως ειδ. προκύπτει από το με αριθμό πρωτ. ....2005 έγγραφο της Δ/νσης Ακίνητης Περιουσίας του Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων, ε) με τη με αριθμό ....1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ήρθησαν αναδρομικώς οι απαγορεύσεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3250/1924 και χορηγήθηκε στην Ε.

συζ. Γ. Μ., άδεια να πωλήσει στον ανωτέρω συνεταιρισμό παραθεριστών αρχικά την έκταση των 73,00 στρεμμάτων από το ως άνω δασόκτημά της "εις τας θέσεις ...-... της περιοχής ... (Αττικής)", στ) με τις με αριθμούς πρωτ. ....1952 και ....1952 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας ήρθη η απαγόρευση του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' του τότε ισχύοντος δασικού κώδικα (Ν. 4173/1929) και παρασχέθηκε η άδεια στην κατά τα ανωτέρω κληρονόμο του Δ.

Κ., θυγατέρα του Ε. συζ. Γ. Μ., ως ιδιοκτήτρια (κυρία) του δάσους "..." να πωλήσει δασική έκταση συνολικά 101,00 στρεμμάτων (αρχικά 73,00 στρέμματα και στη συνέχεια, ακόμη 28,00 στρέμματα) "εκ του εις αυτήν ανήκοντος δάσους" προς, τον ανωτέρω συνεταιρισμό παραθεριστών, για τη χρησιμοποίηση "της εκτάσεως ταύτης ως θερέτρου και Συν/σμού" (ενν.

συνοικισμού), ενώ με την τελευταία απόφαση εγκρίθηκε η περαιτέρω κατάτμηση από το συνεταιρισμό της εκτάσεως αυτής σε οικόπεδα κατά το σχετικά υποβληθέν διάγραμμα. Στις ανωτέρω αποφάσεις ρητά αναγνωρίζεται η Ε. Μ. ως ιδιοκτήτρια της όλης έκτασης που μεταβιβάσθηκε στον ανωτέρω συνεταιρισμό παραθεριστών, ενώ με αυτές αίρονται τόσο η απαγόρευση του τότε ισχύοντος άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3250/1924 ως προς την κατάτμηση των μεγάλων αγροτικών ιδιοκτησιών όσο και η ανωτέρω απαγόρευση του άρθρου 216 παρ.

Ι εδ. α' του τότε ισχύοντος δασικού κώδικα (Ν. 4173/1929) ως προς την κατάτμηση και πώληση σε τρίτους δασικής έκτασης. Επομένως, με τις ανωτέρω αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας έχει επιτραπεί ή κατάτμηση και πώληση τόσο των αγροτικών εκτάσεων του όλου αγροδασοκτήματος όσο και των δασικών. Εξάλλου, η ευρύτερη έκταση, των ανωτέρω κληρονόμων του Δ.

Κ., απώτερων δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων εντός της οποίας βρίσκεται, όπως, προεκτέθηκε και το επίδικο γεωτεμάχιο των τελευταίων στο με αριθμό πρωτ. 776/28.07.2003 Ακριβές Απόσπασμα εκ των Κυρωμένων Κτημ/κών Στοιχείων του αγροκτήματος ... για τη διανομή του έτους 1930(1934) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, εντάσσει το όλο αγροδασόκτημα των 3.315,00 στρεμμάτων στο αριθμό τεμαχίου ...

με την αναφορά ως "Δάση" και ως "ιδιοκτησία με φερόμενους ιδιοκτήτες κληρονόμους Δ. Κ. " και με έκταση 3.298,00 στρέμματα και 178,00 τ.μ., τούτο δε, ότι δηλαδή η όλη έκταση των 3.315,00 στρεμμάτων και το εντός αυτής επίδικο γεωτεμάχιο αποτελούν τμήμα του 239 τεμαχίου της διανομής 1930 (1934), επιβεβαιώνεται και από την από Οκτωβρίου 2020 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του αγροτοπογράφου μηχανικού Π.

Χ. Σ., που προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι. Έτι περαιτέρω, και προς επίρρωση των ανωτέρω, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στη μείζονα σκέψη του συλλογισμού διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 υποπαρ. III περ. ζ`του Ν. 3208/2003, όπως στην υποπαρ. ΙΙI προστέθηκε η φράση "κατά κυριότητα" με το άρθρο 43 παρ. 4 του Ν. 4280/2014 (ΦΕΚ Α' 159/08.08.2014) και όπως η περ.

ζ' αυτής προστέθηκε με το άρθρο 43 παρ. 5 του ίδιου νόμου (Ν. 4280/2014), από την έννοια και το σκοπό της οποίας "συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος της (σιωπηρά-έμμεσα, ειδ. μείζονα-σκέψη), αφού σκοπός της είναι να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα και σχέσεις του παρελθόντος, δεδομένου ότι αναφέρεται σε χορηγηθείσες κατά το παρελθόν άδειες του Υπουργού Γεωργίας υπό την ισχύ, όπως και στην υπό κρίση περίπτωση ως προς την ευρύτερη έκταση του επιδίκου, του άρθρου 2 του από 03.09.1924 νομοθετικού διατάγματος που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 3250/1924 (ΦΕΚ Α` 324), προκύπτει ότι το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α' και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου που κατά κυριότητα κατόπιν αδείας του Υπουργού Γεωργίας κατ' εφαρμογή του προϊσχύοντος δασικού κώδικα και με δεδομένο ότι στην υπό κρίση περίπτωση από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ανάκληση ή ακύρωση με δικαστική απόφαση της υπουργικής απόφασης για την άδεια της μεταβίβασης.

Στην υπό κρίση υπόθεση από τις προπαρατιθέμενες αποφάσεις, οι με αριθμούς ....1952 (ΦΕΚΒ' 105/8.05.1952) και ....1952 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3250/1924 και εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο της ανωτέρω αναδρομικής ισχύος διάταξης του άρθρου 10 παρ. 1 υποπαρ. III περ. ζ` του Ν. 3208/2003, ενώ δεν παραβιάζονται από την αναδρομική ισχύ του νόμου, συνταγματικές διατάξεις. (...) Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ο μοναδικός λόγος της ένδικης και κρινόμενης εφέσεως του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος), κατά το σκέλος που με αυτόν το εκκαλούν παραπονείται κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι το επίδικο γεωτεμάχιο δεν μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στους εφεσίβλητους λόγω απόλυτης ακυρότητας των εν λόγω τίτλων, με το σκεπτικό ότι με τους τίτλους αυτούς (....) επιχειρήθηκε κατάτμηση δασικής έκτασης άνευ της αδείας του Υπουργού Γεωργίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε ί) με τη με αριθμό ....1952, (ΦΕΚ ...) απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ήρθη αναδρομικώς η απαγόρευση κατάτμησης του αγροδασοκτήματος με το ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο μεταξύ των κληρονόμων του Δ.

Κ. και εν συνεχεία ii) με τη με αριθμό πρωτ. ....1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας χορηγήθηκε η άδεια για την κατάτμηση σε οικόπεδα της έκτασης που πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε στο συνεταιρισμό παραθεριστών, μεταξύ των οποίων και το επίδικο των εφεσίβλητων, δεδομένου ότι ρητά αναφέρεται στην υπουργική αυτή απόφαση ότι εγκρίνεται η περαιτέρω κατάτμηση από το συνεταιρισμό της εκτάσεως των 101,00 στρεμμάτων (73-00 στρέμματα + 28,00 στρέμματα) σε οικόπεδα κατά το υποβληθέν διάγραμμα.

Σημειώνεται ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει τυχόν ανάκληση της υπουργικής αυτής απόφασης ούτε και μη έγκριση του διαγράμματος από την αρμόδια υπηρεσία Γεν. Δ/νσης Οικισμού, όπως αξιώνει η απόφαση, ούτε εξάλλου επικαλείται κάτι σχετικό το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς, το επίδικο γεωτεμάχιο των εφεσίβλητων δεν είναι δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση, όπως αβάσιμα αναφέρεται στο με αριθμ. πρωτ. ....2013 έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης (Δ/νση Δασών Ανατ. Αττικής), αλλά ιδιωτική. Ενόψει των ανωτέρω είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ως τμήματος μεγαλύτερης εκτάσεως, α) δυνάμει της από: 9-7-1832 Συνθήκης της Κων/πόλεως και των από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, με τα οποία αναγνωρίσθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας και κανονίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, β) άλλως ως δάσος βάσει των άρθρων 1,2 και 3 του Β.Δ 17/29:11.1936, "περί ιδιωτικών δασών", αφού δεν προσήχθησαν μέχρι την 30.11.1837 νόμιμοι τίτλοι ιδιοκτησίας για την αναγνώριση από την αρμόδια Γραμματεία επί των Οικονομικών πρώην ιδιοκτητών του επιδίκου, γ)άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος που περιήλθε στο Δημόσιο με το άρθρο 1 του από 3/15-12-1833 Β.Δ., δ) άλλως ως έκταση που περιήλθε στο Δημόσιο δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας αφού τη νεμόταν δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κων/πόλεως και των από 3.2, 4/16-6 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και μέχρι, σήμερα αδιαλείπτως, διαφυλάσσοντας αυτή με τα αρμόδια όργανά του, εκδίδοντας πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής κατά καταληψιών και κηρύσσοντας τμήματα αυτής αναδασωτέα μετά από παράνομη καταπάτηση-εκχέρσωση αυτών και ε) άλλως ως αδέσποτη έκταση που περιήλθε στο Δημόσιο με τις διατάξεις του από 40-7-1837 Β.Δ. "περί διακρίσεως κτημάτων".

Περαιτέρω, ως προς το χαρακτήρα του επιδίκου γεωτεμαχίου των, εφεσίβλητων ως δασικής - έκτασης, οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ειδικότερα ότι κατά το έτος 1945 ήταν χορτολιβαδική έκταση. Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο από την πλευρά του ισχυρίζεται ειδικότερα ότι κατά έτη 1937, 1939 και 1945 το επίδικο ήταν δασική έκταση, προσκομίζει δε προς, επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού το προαναφερόμενο, με αριθμό πρωτ. ....2013, έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης (Δ/νση Δασών Ανατολικής Αττικής), στο οποίο το προς μεταγραφή ακίνητο περιγράφεται ως δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση και συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους Προσωρινούς Κτηματικούς Χάρτες και Κτηματολογικούς Πίνακες (Γ' ανάρτηση 1984 και οι οποίοι είναι σε ισχύ μέχρι την ανάρτηση των δασικών χαρτών) της τέως Κοινότητας ...

του Δήμου Κρωπίας, η εν λόγω έκταση περιλαμβάνεται: 1) κατά το τμήμα (Α,Β,Β',Α',Α), όπως αυτό εμφαίνεται στο τοπογραφικό του Π. Σ., εμβαδού 85,82 τ.μ. στον Κωδικό 116995734, για τον οποίο αναφέρεται ότι κατά το έτος σύνταξης των ως άνω Προσωρινών Κτηματικών Χαρτών και Κτηματολογικών Πινάκων τους ήταν δασική έκταση και δρόμοι.

Αποτελεί δε τμήμα του αριθμ. 239 τεμαχίου της διανομής 1930-1934 του Υπ. Γεωργίας του Αγροκτήματος "..." Αττικής και φέρεται στον πίνακα 2 του Α.Κ.Π., ως δάσος διαχωρισθέν υπέρ ιδιοκτήτου και εμφαίνεται ως δασική έκταση στις α/φ των ετών 1937 και 1945, γι' αυτό και χαρακτηρίσθηκε ως δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ...-81 Δ/γή του Υπ.

Γεωργίας και 2) το υπόλοιπο της έκτασης με στοιχεία (Α',Β',Γ,Δ,Α'), όπως αυτό εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό του Π. Σ., εμβαδού "465,0" τ.μ., περιλαμβάνεται στον Κωδικό ... για τον οποίον στους ως άνω Προσωρινούς Κτηματικούς Χάρτες και Κτηματολογικούς Πίνακες αναφέρεται, ότι, κατά το έτος σύνταξής τους εμφαίνεται ως οικοδομηθείσα έκταση, αποτελεί δε τμήμα του αριθμ. ...

τεμαχίου της διανομής 1930-1934 του Υπ. Γεωργίας του Αγροκτήματος "... Αττικής" και φέρεται στον πίνακα 2 του Α.Κ.Π., ως δάσος διαχωρισθέν υπέρ ιδιοκτήτου και τέλος, τις α/φ των ετών 1937 και 1945, στις οποίες εμφαίνεται ως δασική έκταση, γι' αυτό και χαρακτηρίσθηκε ως δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση, στην υπ` αριθμ. ....81 Δ/γή του Υπ.

Γεωργίας. Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων του εγγράφου της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας, που προκύπτουν, όπως αναφέρεται στο έγγραφο ειδικά μετά από φωτοερμηνεία των ετών 1939 μέχρι 2001, όπου εμφανίζεται το επίδικο το έτος 1939 να καλύπτεται από δασική βλάστηση αείφυλλων πλατύφυλλων ως υπόροφο με ανώροφο χαλέπιο πεύκη σε συνολικό βαθμό συγκόμωσης 40-50%, με ανάλογη μέχρι σήμερα εμφάνιση, είναι αβάσιμος ο, ισχυρισμός των εφεσίβλητων περί χορτολιβαδικής έκτασης του επιδίκου, πλην, όμως, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο γεωτεμάχιο των εφεσίβλητων, όπως και η ευρύτερη έκταση που πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα από την Ε.

συζ. Γ. Μ., στον εν λόγω συνεταιρισμό παραθεριστών, αλλά και η ευρύτερη αυτής των 3.315,00 στρεμμάτων, δεν ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ούτε ποτέ στο παρελθόν το τελευταίο αμφισβήτησε την κυριότητα των ως άνω απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων, έχει δε προέλθει από νόμιμη κατά τα ανωτέρω - κατάτμηση και εκποίηση-πώληση υπό την ισχύ του προϊσχύοντος δασικού κώδικα (Ν. 4173/1929) και τις ανωτέρω αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και προ της ισχύος του (νέου) δασικού κώδικα (Ν.Δ. 86/1969) και των διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 1 και 280 παρ. 3 αυτού, του Ν. 248/1976 "περί φύλλου καταγραφής μητρώου ιδιοκτησίας και οριοθεσίας δασικών εκτάσεων" και του Ν. 998/1979, που επικαλείται το εκκαλούν-Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίες δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, δεδομένου ότι προ της ισχύος τους επετράπη κατά τα ανωτέρω να κατατμηθεί και εκποιηθεί-πωληθεί για τη δημιουργία οικοπέδων και συνοικισμού του ανωτέρω συνεταιρισμού παραθεριστών (ειδ.

με αριθμό πρωτ. ....1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας), με συνέπεια να έχει αποβάλλει το δασικό χαρακτήρα του προ της ισχύος των νόμων αυτών και να μην εμπίπτει στο ρυθμιστικό τους πεδίο, η δε τυχόν μετέπειτα στη διαδρομή του χρόνου εξακολούθηση της παρουσίας βλάστησης εντός αυτού δεν δύναται να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν. 998/1979 ως δασικής έκτασης, ούτε και εκ του λόγου αυτού απαιτείται για τη μεταγραφή της επίδικης πράξης αποδοχής κληρονομιάς των εφεσίβλητων η προσκομιδή της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 280 παρ. 3 του ισχύοντος δασικού κώδικα που αξίωσε ο υποθηκοφύλακας.

Σημειώνεται ότι α) ως προς τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις ισχύει το τεκμήριο νομιμότητας αυτών σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη (...), έχουν δε αυτές εκδοθεί κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας των οργάνων που τις εξέδωσαν, χωρίς το παρόν πολιτικό δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει και την ουσιαστική κρίση των οργάνων αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων (..) και β) τυχόν αντίθετη ερμηνεία ως προς τα παραπάνω θα οδηγούσε σε ευθεία παραβίαση της γενικής αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως προς τις ανωτέρω πράξεις της διοίκησης με τις οποίες επετράπη η κατάτμηση και εν συνεχεία εκποίηση-πώληση της ευρύτερης έκτασης στον ως άνω συνεταιρισμό, των παραθεριστών και η επέκεινα κατάτμηση και εκποίηση-πώληση για τη δημιουργία οικοπέδων και συνοικισμού του ανωτέρω συνεταιρισμού παραθεριστών, λαμβανομένου υπόψη ότι η περιοχή "..." έχει ήδη πριν από το έτος 1973 και μέχρι σήμερα οικοπεδικό χαρακτήρα και είναι, οικιστική, καθόσον διαθέτει όλα τα δίκτυα κοινής, ωφελείας, δημοτική συγκοινωνία, ασφαλτοστρωμένους δρόμους, η δε οδός ...

με την οποία συνορεύει σήμερα το επίδικο ακίνητο των εφεσίβλητων ήδη χαρακτηρίζεται ως υφιστάμενη διανοιγμένη δημοτική οδός, ενώ από τις λοιπές πλευρές του το ίδιο ακίνητο συνορεύει με περιφραγμένες εκτάσεις με οικίες, στοιχεία που προκύπτουν ειδικότερα από το με αριθμ. πρωτ. ....2013 έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης, αλλά και είναι εμφανή τόσο στις προσκομιζόμενες από τους εφεσίβλητους φωτογραφίες της " Κτηματολόγιο Α.Ε." και τις δορυφορικές φωτογραφίες και διαγράμματα που ενσωματώνονται στην από Οκτωβρίου 2020 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π.

Σ., που προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι, στην υπό κρίση δε περίπτωση, ενόψει όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή αντίθετου επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος προς ανατροπή) της δημιουργηθείσας από τη δημόσια εξουσία νομικής κατάστασης (..). Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ένεκα, της δασικής βλάστησης, που εμφανίζει το επίδικο γεωτεμάχιο μέχρι σήμερα, υπάγεται ως δασική έκταση στις διατάξεις του Ν. 998/1979, σύμφωνα ειδικότερα με την παρατιθέμενη στη μείζονα σκέψη του συλλογισμού διάταξη του άρθρου. 3 παρ. 7 εδ.

α· του Ν. 998/1979, όπως, αυτή προστέθηκε με το άρθρο 154 παρ. 1 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α' 94/27.05.2016) και το άρθρο 44 του Ν. 4546/2018 (ΦΕΚ Α' 101/12.06.2018 και εν συνεχεία αντικ. με το Άρθρο 48 παρ. 1β του Ν. 4685/2020 (ΦΕΚ Α` 92/07.05.2020), από την έννοια και το σκοπό της οποίας ομοίως (όπως ειδ. ανωτ.) συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος της (σιωπηρά-έμμεσα.....), αφού και πάλι σκοπός της είναι να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα και σχέσεις του παρελθόντος, δεδομένου ότι ανατρέχει σε χορηγηθείσες κατά το παρελθόν άδειες της διοικητικής αρχής και ειδικότερα πριν την 11.06.1975, όπως και στην υπό κρίση περίπτωση, εν προκειμένω δε η άδεια του Υπουργού Γεωργίας για την κατάτμηση και πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας της ευρύτερης έκτασης του επιδίκου στον ανωτέρω συνεταιρισμό παραθεριστών και η εν συνεχεία άδεια του Υπουργού Γεωργίας για την περαιτέρω κατάτμηση και πώληση και μεταβίβαση κατά κυριότητα με βάση το σχετικό διάγραμμα (......) της έκτασης του συνεταιρισμού, στα μέλη του και τρίτους για τον ανωτέρω σκοπό (δημιουργία οικοπέδων και συνοικισμού του ανωτέρω συνεταιρισμού παραθεριστών), όπως και πράγματι έγινε, συνιστά επέμβαση σε δασική έκταση με άδεια της διοικητικής αρχής κατά την έννοια της ανωτέρω αναδρομικής ισχύος διάταξης, η οποία καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας, με συνέπεια το επίδικο γεωτεμάχιο των εφεσίβλητων να μην χαρακτηρίζεται ως δασική έκταση, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του Ν. 998/1979 ή κατά τη διαδικασία κατάρτισης δασικού χάρτη ή αναμόρφωσης κυρωμένου δασικού χάρτη και να μην κηρύσσεται αναδασωτέα, αφού εξακολουθεί και διατηρεί τη χρήση που του αποδόθηκε, ήτοι ως τμήμα διαχωρισθέν-κατατμηθέν προς τον ανωτέρω σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκαν, οι ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις στα πλαίσια κατ' εφαρμογή και υπό την ισχύ του άρθρου 216 του προϊσχύοντος δασικού κώδικα (Ν. 4173/1929) (.......), ενώ και πάλι δεν παραβιάζονται από την αναδρομική ισχύ του νόμου αυτού συνταγματικές διατάξεις.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ουδεμία ασάφεια ως προς την περιγραφή του επιδίκου στην επίδικη πράξη αποδοχής κληρονομιάς των εφεσίβλητων υφίσταται, λαμβανομένων υπόψη ειδικά όλων των νομίμως μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία μεταγραφών τίτλων κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων (απώτερων και απώτατων), στους οποίους ο υποθηκοφύλακας είχε κάθε ευχέρεια να ανατρέξει προς σχηματισμό βεβαιότητας για την κυριότητα και το χαρακτήρα του επιδίκου και συνεπώς μη νομίμως αρνήθηκε τη μεταγραφή και εκ του λόγου αυτού.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος της ένδικης και κρινόμενης έφεσης κατά το έτερο σκέλος του, με το οποίο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται ότι το επίδικο γεωτεμάχιο των εφεσίβλητων είναι δασική έκταση, υπαγόμενη στις διατάξεις του Ν. 248/1976 και του Ν. 998/1979 είναι αβάσιμος και απορριπτέος, η δε από 06.11.2008 άρνηση του Υποθηκοφύλακα να μεταγράψει την ανωτέρω πράξη αποδοχής κληρονομιάς, κατά το μέρος που επικαλείται τα αυτά (με το μοναδικό λόγο έφεσης ως προς αμφότερα τα ανωτέρω σκέλη του) δεν είναι νόμιμη, αφού οι εφεσίβλητοι, ως αληθείς συγκύριοι του επίδικου γεωτεμαχίου κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά έχουν εμπράγματο δικαίωμα προς μεταγραφή στα οικεία βιβλία μεταγραφών ...''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης έγινε δεκτό ότι οι αιτούντες έγιναν συγκύριοι, κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του επίδικου ακινήτου, έκτασης 540,60 τ.μ., με παράγωγο τρόπο και δη με αγορά από αληθείς κυρίους, των οποίων, όπως και των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους οι κτητικοί τίτλοι εξικνούνται μέχρι το έτος 1879, άλλως, ότι οι αιτούντες απέκτησαν συγκυριότητα και πρωτοτύπως και δη με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους το χρόνο της, με καλή πίστη, συνεχούς νομής διανοία κυρίου των ως άνω απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμα Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, υπό την ισχύ του οποίου είχαν συμπληρώσει 30ετή καλόπιστη νομή στις 11-9-1915...".

Με τον πρώτο και τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο "δεχόμενο ότι η επίμαχη έκταση απώλεσε τον δασικό της χαρακτήρα διότι επετράπη να κατατμηθεί και εκποιηθεί-πωληθεί για τη δημιουργία οικοπέδων και συνοικισμού του συνεταιρισμού παραθεριστών" παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1, 117 του Συντάγματος και του άρθρου 3 παρ. 7 του ν. 998/1979, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 280 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 (Δασικός Κώδικας), ενώ με το τρίτο λόγο αναίρεσης (ισχυρίζεται) ότι το Εφετείο "δεχόμενο τη κυριότητα των αιτούντων-αναιρεσίβλητων επί της επίδικης δασικής έκτασης με διοικητικές πράξεις παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 υποπ. 1 και 3 περ.

ζ' του ν. 3208/2003, καθόσον οι αναφερόμενες διοικητικές πράξεις δεν περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις των διοικητικών πράξεων του ως άνω άρθρου". Το Εφετείο, έκρινε, με τις ως άνω παραδοχές του, ότι, 1)οι αιτούντες-αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τη συγκυριότητα, σε ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο από αληθείς κυρίους, των οποίων, όπως και των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, οι κτητικοί τίτλοι εξικνούνται μέχρι το έτος 1879, το δε επίδικο έχει καταχωρηθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Σπάτων του Ελληνικού Κτηματολογίου λαμβάνοντας ως γεωτεμάχιο τον αριθμό ΚΑΕΚ ..., με εμβαδό κατά τους παραπάνω τίτλους κτήσης των εφεσίβλητων 540,600 τ.μ.

και κατά τη μέτρηση του Κτηματολογίου 551,00 τ.μ., ανήκον κατά δικαίωμα συγκυριότητας στους αναιρεσίβλητους, 2)ότι αυτοί έχουν αποκτήσει έναντι του Δημοσίου τη συγκυριότητα του επίδικου ακινήτου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας στο χρόνο της νομής τους το χρόνο της καλόπιστης συνεχούς νομής διανοία κυρίου των δικαιοπαρόχων τους και κατά τις προϊσχύουσες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με υπερτριακονταετή καλόπιστη συνεχή νομή με διάνοια κυρίου των απώτατων δικαιοπαρόχων τους (Ι.

και Γ. Σ.) στο επίδικο γεωτεμάχιο, η οποία (καλόπιστη συνεχής νομή διανοία κυρίου) συμπληρώθηκε μέχρι την 11-9-1915 και η οποία, συμπληρούμενη μέχρι τον ως άνω χρόνο (11-9-1915), αφορά και σε δασικές εκτάσεις, 3)ότι το αναιρεσείον στο παρελθόν ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων, αλλά αντιθέτως με συγκεκριμένες πράξεις της διοίκησης την αναγνώρισε, μεταξύ δε των ως άνω πράξεων αναφέρονται και η α) με αριθ. 156830/5-2-1929 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία ήρθη η απαγόρευση του άρθρου 2 του ν. 3250/1924 "περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων", επί της έκτασης των 3.315 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη έκταση, ιδιοκτησίας του απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων Γ.

Σ. του Α., ενώ στην απόφαση αυτή ρητά αναφέρεται ότι αναγνωρίζεται ότι το όλο ακίνητο (των 3.315 στρεμμάτων) ανήκει, στην ιδιοκτησία του ως άνω (Γ. Σ.), όπως και σε όλα τα πρωτόκολλα, αλλά και στην με αριθ. ....1929 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία καθορίστηκε οριστική αποζημίωση από την απαλλοτρίωση, υπέρ των προσφύγων, της Επαναστατικής Επιτροπής (31-8-1923 απόφαση), ο ως άνω αναγνωρίζεται ως κύριος του όλου ακινήτου, χωρίς καμία αμφισβήτηση από το Ελληνικό Δημόσιο ή τρίτο, σε αυτόν δε καταβλήθηκε και η σχετική αποζημίωση, β) με αριθ. 75982/3-4-1952 (ΦΕΚ Β' 105/ 8-5-1952) απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία ήρθησαν αναδρομικά οι απαγορεύσεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3250/1924 επί των εκτάσεων του κτήματος "..." Αττικής και επετράπη η διανομή του με το με αριθ. ...-1949 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Π. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, γ) με την με αριθ. ...-1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία ήρθησαν αναδρομικά οι απαγορεύσεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3250/1924 και χορηγήθηκε στην Ε. συζ. Γ. Μ., άδεια να πωλήσει στο συνεταιρισμό παραθεριστών αρχικά την έκταση των 73,00 στρεμμάτων από το ως άνω δασόκτημά της "εις τας θέσεις ...-...

της περιοχής ... (Αττικής)", δ) με τις με αριθ. ...-1952 και ...-1952 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, με τις οποίες ήρθη η απαγόρευση του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' του τότε ισχύοντος δασικού κώδικα (ν. 4173/1929) και παρασχέθηκε η άδεια στη κληρονόμο του Δ. Κ., θυγατέρα του Ε. συζ. Γ. Μ., ως ιδιοκτήτρια (κυρία) του δάσους "...", να πωλήσει δασική έκταση συνολικά 101,00 στρεμμάτων (αρχικά 73,00 στρέμματα και στη συνέχεια, ακόμη 28,00 στρέμματα) "εκ του εις αυτήν ανήκοντος δάσους" προς, τον συνεταιρισμό παραθεριστών, για τη χρησιμοποίηση "της εκτάσεως ταύτης ως θερέτρου και Συν/σμού" (ενν.

συνοικισμού), ενώ με την τελευταία απόφαση εγκρίθηκε η περαιτέρω κατάτμηση από το συνεταιρισμό της έκτασης αυτής σε οικόπεδα κατά το σχετικά υποβληθέν διάγραμμα, 4)ότι, στις ανωτέρω αποφάσεις ρητά αναγνωρίζεται η Ε. Μ. ως ιδιοκτήτρια της όλης έκτασης που μεταβιβάσθηκε στον συνεταιρισμό παραθεριστών, ενώ με αυτές αίρονται τόσο η απαγόρευση του τότε ισχύοντος άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3250/1924 ως προς την κατάτμηση των μεγάλων αγροτικών ιδιοκτησιών, όσο και η ανωτέρω απαγόρευση του άρθρου 216 παρ.

Ι εδ. α' του τότε ισχύοντος δασικού κώδικα (ν. 4173/1929) ως προς την κατάτμηση και πώληση σε τρίτους δασικής έκτασης και επομένως, με τις αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας έχει επιτραπεί ή κατάτμηση και πώληση τόσο των αγροτικών εκτάσεων του όλου αγροδασοκτήματος όσο και των δασικών, 5)ότι, το επίδικο ακίνητο δεν είναι δημόσια διακατεχόμενη δασική έκταση, όπως αναφέρεται στο με αριθ. ...-2013 έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης αλλά ιδιωτική, επί της οποίας αποκτήθηκε συγκυριότητα των αναιρεσίβλητων με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν και 6)ότι, το επίδικο ακίνητο, όπως και η ευρύτερη έκταση που πωλήθηκε και μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα από την Ε.

συζ. Γ. Μ., στο συνεταιρισμό παραθεριστών, αλλά και η ευρύτερη αυτής των 3.315 στρεμμάτων έκταση, δεν ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ούτε ποτέ στο παρελθόν το τελευταίο αμφισβήτησε την κυριότητα των ως άνω απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων, έχει δε προέλθει από νόμιμη κατάτμηση και εκποίηση-πώληση υπό την ισχύ του προϊσχύοντος δασικού κώδικα (ν. 4173/1929) και τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και πριν από την ισχύ του (νέου) δασικού κώδικα (ν.δ/γμα 86/1969) και των διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 1 και 280 παρ. 3 αυτού, του ν. 248/1976 "περί φύλλου καταγραφής μητρώου ιδιοκτησίας και οριοθεσίας δασικών εκτάσεων" και του ν. 998/1979, οι οποίες δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, δεδομένου ότι πριν από την ισχύ τους επετράπη αυτό (επίδικο) να κατατμηθεί και εκποιηθεί-πωληθεί για τη δημιουργία οικοπέδων και συνοικισμού του συνεταιρισμού παραθεριστών, με αποτέλεσμα να έχει αποβάλλει το δασικό χαρακτήρα του πριν την ισχύ των νόμων αυτών και να μην εμπίπτει στο ρυθμιστικό τους πεδίο, η δε τυχόν μετέπειτα στη διαδρομή του χρόνου εξακολούθηση της παρουσίας βλάστησης εντός αυτού δεν δύναται να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 998/1979 ως δασικής έκτασης, ούτε και εκ του λόγου αυτού απαιτείται για τη μεταγραφή της επίδικης πράξης αποδοχής κληρονομιάς των αναιρεσίβλητων η προσκομιδή υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 280 παρ. 3 του ισχύοντος δασικού κώδικα την οποία αξίωσε ο υποθηκοφύλακας, αρνούμενος τη μεταγραφή της ως άνω πράξης.

Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1, 117 του Συντάγματος, των άρθρων 3 παρ. 7 του ν. 998/1979, 280 παρ. 3 του ν.δ/τος 86/1969 (Δασικός Κώδικας), 10 παρ. 1 υποπ. 1 και 3 περ. ζ' του ν. 3208/2003, τα από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλα του Λονδίνου και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) και των άρθρων 1, 2, 3 του β.δ/τος της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον στις ως άνω παραδοχές αναφέρεται ότι αποδείχθηκε η απόκτηση της συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσίβλητους τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία) τρόπο, επί πλέον δε, ορθά δέχθηκε (το Εφετείο), ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ούτε ποτέ στο παρελθόν το τελευταίο αμφισβήτησε την κυριότητα των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων, έχει δε προέλθει αυτό από νόμιμη κατάτμηση και εκποίηση-πώληση υπό την ισχύ του προϊσχύοντος δασικού κώδικα (ν. 4173/1929) και τις αναφερόμενες αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και πριν την ισχύ του (νέου) δασικού κώδικα (ν.δ/γμα 86/1969) και των διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 1 και 280 παρ. 3 αυτού, του ν. 248/1976 "περί φύλλου καταγραφής μητρώου ιδιοκτησίας και οριοθεσίας δασικών εκτάσεων" και του ν. 998/1979, οι οποίες δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, δεδομένου ότι πριν την ισχύ τους επετράπη να κατατμηθεί και εκποιηθεί-πωληθεί για τη δημιουργία οικοπέδων και συνοικισμού του συνεταιρισμού παραθεριστών (ειδ.

με αριθ. πρωτ. ...-1952 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας), με συνέπεια να έχει αποβάλλει το δασικό του χαρακτήρα πριν την ισχύ των ως άνω νόμων (998/1979, 86/1969) ώστε να μην εμπίπτει στο ρυθμιστικό τους πεδίο.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τα άρθρα 68 και 556 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.

Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες.

Το ίδιο συμβαίνει δε και στην περίπτωση κατά την οποία με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 42/2023, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 781/2016). Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 70/2017, ΑΠ 290/2017, ΑΠ 781/2016).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την απόκτηση κυριότητας επί της επίδικης έκτασης από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αιτούντων με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι προϋποθέσεις της οποίας είχαν συμπληρωθεί στις 11-9-1915, ειδικότερα δε προβάλλεται η αιτίαση ότι δεν αναφέρονται υλικές πράξεις νομής που διενεργήθηκαν από τους ως άνω δικαιοπαρόχους τους, με καλή πίστη.

Ο λόγος αυτός, πρέπει, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες (απόκτηση κυριότητας παραγώγως με ειδική διαδοχή και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο η οποία είχε συμπληρωθεί στις 11-9-1915) και με τον ως άνω αναιρετικό λόγο δεν πλήττεται η πρώτη από αυτές με επακόλουθο, ο ερευνώμενος λόγος, που πλήττει τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία (αυτή της έκτακτης χρησικτησίας), να καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς, στη μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς τον παράγωγο (με ειδική διαδοχή) τρόπο κτήσης κυριότητας των αναιρεσίβλητων.

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 10/2021).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που συνίσταται: α) στη "παράλειψη αναφοράς του όρου της με αριθ. ...-1952 πράξης του Υπουργού Γεωργίας περί διατήρησης του δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης" και β) στη "παράλειψη αναφοράς του όρου της με αριθ. ...-1952 πράξης του Υπουργού Γεωργίας περί κατάτμησης της (επίδικης) έκτασης από το συνεταιρισμό σε οικόπεδα κατά το υποβληθέν από 26-5-1952 διάγραμμα του μηχανικού Μ.

Δ. υπό την προϋπόθεση της έγκρισης του διαγράμματος από την Υπηρεσία Γεν. Διεύθυνσης Οικισμού". Η παραδεκτά επισκοπούμενη, σε σχέση με τον επικαλούμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, προσβαλλόμενη απόφαση έχει τις ακόλουθες παραδοχές, όσον αφορά το ζήτημα ότι το αναιρεσείον στο παρελθόν ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων, αντιθέτως δε, ότι με συγκεκριμένες πράξεις της διοίκησης την αναγνώρισε "..

με τις με αριθ. ...-1952 και ...-1952 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας, ήρθη η απαγόρευση του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' του τότε ισχύοντος δασικού κώδικα (ν. 4173/1929) και παρασχέθηκε η άδεια στη κληρονόμο του Δ. Κ., θυγατέρα του Ε. συζ. Γ. Μ., ως ιδιοκτήτρια (κυρία) του δάσους "...", να πωλήσει δασική έκταση συνολικά 101,00 στρεμμάτων (αρχικά 73,00 στρέμματα και στη συνέχεια, ακόμη 28,00 στρέμματα) "εκ του εις αυτήν ανήκοντος δάσους" προς, τον συνεταιρισμό παραθεριστών, για τη χρησιμοποίηση "της εκτάσεως ταύτης ως θερέτρου και Συν/σμού", ενώ με την τελευταία απόφαση εγκρίθηκε η περαιτέρω κατάτμηση από το συνεταιρισμό της έκτασης αυτής σε οικόπεδα κατά το σχετικά υποβληθέν διάγραμμα, με τις ως άνω δε αποφάσεις ρητά αναγνωρίζεται η Ε.

Μ. ως ιδιοκτήτρια της όλης έκτασης που μεταβιβάσθηκε στον συνεταιρισμό παραθεριστών, ενώ με αυτές αίρονται τόσο η απαγόρευση του τότε ισχύοντος άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 3250/1924 ως προς την κατάτμηση των μεγάλων αγροτικών ιδιοκτησιών, όσο και η ανωτέρω απαγόρευση του άρθρου 216 παρ. Ι εδ. α' του τότε ισχύοντος δασικού κώδικα (ν. 4173/1929) ως προς την κατάτμηση και πώληση σε τρίτους δασικής έκτασης".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έκρινε ότι και με τις εν λόγω πράξεις της διοίκησης το αναιρεσείον στο παρελθόν ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσίβλητων, δεν αποφάνθηκε δε ότι με τις διοικητικές αυτές πράξεις απωλέσθηκε ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, αλλά ότι και με τις διοικητικές αυτές πράξεις επετράπη η κατάτμηση και πώληση τόσο των αγροτικών ιδιοκτησιών του όλου αγροδασοκτήματος όσο και των δασικών, καθώς και ότι η Ε.

Μ. αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Δημόσιο ως μοναδική ιδιοκτήτρια της (επίδικης) έκτασης. Ειδικότερα σχετικά με την δεύτερη των ως άνω πράξεων ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει τυχόν ανάκληση της υπουργικής αυτής απόφασης ούτε και μη έγκριση του διαγράμματος από την αρμόδια υπηρεσία Γεν.

Δ/νσης Οικισμού, όπως αξιώνει η απόφαση, ούτε εξάλλου επικαλείται κάτι σχετικό το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο". Επομένως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, το οποίο ορθά ανέγνωσε, ούτε παρέλειψε να αναγνώσει κρίσιμες φράσεις αυτών, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ανέγνωσε και συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ` αυτά ή κυρίως σ` αυτά.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων για τη συναγωγή, από το Εφετείο, αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό το αναιρεσείον, στη περίπτωση δε αυτή πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στη κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 1170/2022).

Συνεπώς ο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις ως άνω διακρίσεις. Μετά από αυτά, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 του ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων,τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 22 αρ. 18 του ΕισΝΚολΔικ, όπως αυτό ισχύει μετά την με αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2022(αριθ. έκθ. κατάθ. 1395/128/2022) αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 3496/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος Αρεοπαγίτης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ