Legislator Case Law & Legislation
1075/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor reserve dismissal ruling based on age and pension law.

Case Number 1075/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens' decision to terminate the labor reserve status of a 60-year-old employee. The appellant argued the dismissal violated constitutional rights and EU directives, while the opposing party contended the termination was lawful under specific pension legislation. The court ruled that the statutory provisions regarding labor reserve did not violate fundamental rights or EU law, thereby upholding the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Articles 2, 4, 5 of the Constitution; Directive 2000/78/EC; Article 1 of Protocol 1 to the ECHR: The court held that statutory provisions governing labor reserve termination based on age and pension eligibility do not violate constitutional principles, EU anti-discrimination directives, or fundamental property rights when grounded in public interest.

Keywords

AI generated
labor reserve termination age discrimination law pension eligibility rules constitutional rights protection EU directive compliance civil procedure appeal public interest grounds

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 2, 4, 5 of the Constitution
Directive 2000/78/EC
Article 1 of Protocol 1 to the ECHR
Law 4024/2011, Article 34

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1075 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1075/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Παπά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ροζάκη, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στρούζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/06/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1492/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5994/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/11/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την από 14-11-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 5994/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 20-1-2017 εφέσεως κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 1492/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή, ως βάσιμη η πιο πάνω έφεση της εκκαλούσας Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Αττικό Μετρό Α.Ε." και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 10-6-2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Σ. Π. και στη συνέχεια απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη η πιο πάνω αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 αριθ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Στον Ν. 4024/2011, που ορίζει ότι "συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012, 2015 στο άρθρο 34 υπό τον τίτλο κατάργηση κενών θέσεων ιδιωτικού δικαίου και εργασιακή εφεδρεία", όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την από 16-12-2011 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α/16-12-2011) και ισχύει από τότε που ίσχυσε ο Ν. 4024/2011 ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Η παράγραφος 7 του άρθρου 37 του Ν. 3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής: 7.α)Το προσωπικό που τίθεται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντάσσεται σε πίνακες κατάταξης από το ΑΣΕΠ, με βάση αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια (όπως τυπικά προσόντα, εμπειρία, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, προϋπηρεσία, ειδικές γνώσεις κλπ).

Από τους εν λόγω πίνακες κατάταξης, το ανωτέρω προσωπικό: αα) μπορεί να μεταφέρεται ύστερα από αίτησή του με την ίδια σχέση εργασίας σε φορείς του δημόσιου τομέα του άρθρου 1 του Ν. 3812/2009, εφόσον υπάρχουν αιτήματα των φορέων αυτών για πλήρωση θέσεων τακτικού προσωπικού, σε ποσοστό 10% των ετήσιων προσλήψεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του άρθρου 11 του Ν. 3833/2010, ββ) επιλέγεται ύστερα από αίτησή του κατά προτεραιότητα σε ποσοστό 30% επί του συνόλου των εκάστοτε θέσεων που προκηρύσσονται για απασχόληση προσωπικού ορισμένου χρόνου σε υπηρεσίες και φορείς ίου δημόσιου τομέα, γγ) προηγείται έναντι όλων των λοιπών κατηγοριών για την επιλογή υποψηφίων για μερική απασχόληση, σύμφωνα με το Ν 3250/2004, εφόσον υποβάλει αίτηση.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις η τυχόν επιλογή για απασχόληση επιφέρει διακοπή της καταβολής των αποδοχών της εργασιακής εφεδρείας, β) Σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας δεν εντάσσεται εργαζόμενος: αα) του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος έχει ενταχθεί ήδη σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα ή στην εργασιακή εφεδρεία της παρούσας παραγράφου, ββ) του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος ή τέκνο το οποίο τον βαρύνει φορολογικά σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κ.ΦΕ (Ν. 2238/1994) και συνοικεί με αυτόν, έχει αναπηρία οε ποσοστό τουλάχιστον 67%.

Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημα του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 7 του ΚΦΓ ορίζεται στις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ. γγ) που είναι ανάπηρος σε ποσοστό τουλάχιστον 67% ή πολύτεκνος κατά την έννοια των παρ.1 έως 3 του άρθρου πρώτου του Ν. 1910/1944, εφόσον τα τέκνα, που ορίζονται στις διατάξεις του νόμου αυτού τον βαρύνουν φορολογικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΚΦΕ, δδ) που είναι προστάτης μονογονεϊκής οικογένειας με τέκνο που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει φορολογικά σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΚΦΕ.

γ) Το προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας συνεχίζει να λαμβάνει για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών, και εφόσον προβλέπεται από ειδικότερες διατάξεις μέχρι είκοσι τέσσερις (24) μήνες, από την ένταξή του στο καθεστώς αυτό, αποδοχές ίσες με το 6Θ% του βασικού μισθού που ελάμβανε κατά το χρόνο εισόδου του στο Καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, δ) Για το προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι εισφορές εργοδότη και σφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη, ε) Η ένταξη στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας λογίζεται ως προαναγγελία απόλυσης για κάθε έννομη συνέπεια και οι αποδοχές που καταβάλλονται στο προσωπικό που εντάσσεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαρ.

γ', συμψηφίζονται με την αποζημίωση λόγω απόλυσης που τυχόν οφείλεται κατά τη λήξη του χρόνου την εργασιακής εφεδρείας, στ) Αν ο εργαζόμενος συνάψει οποιασδήποτε μορφής εργασιακή σχέση ή ασκήσει ελευθέριο επάγγελμα ή επιτήδευμα κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας, το καταβαλλόμενο σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο ποσοστό βασικού μισθού, περικόπτεται κατά το μέρος που οι πάσης φύσεως αποδοχές από την εργασιακή σχέση που συνάφθηκε ή το εισόδημα από το ελευθέριο επάγγελμα ή επιτήδευμα που ασκήθηκε, υπερβαίνουν τις αποδοχές που ελάμβανε κατά την είσοδο του στην εργασιακή εφεδρεία. 2.

Καταργούνται οι κενές, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, θέσεις εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τις επιχειρήσεις τους, στα ΝΠΙΔ που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού ή εποπτείας ή διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησης τους ή επιχορηγούνται τακτικά σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429 2005.

όπως έχουν τροποποιηθεί με τις όμοιε: της παρ. Ια του Ν. 3899/2010. 3. Η σύμβαση εργασία; ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των εργαζομένων στους φορείς της προηγούμενης παραγράφου [...] λύεται αυτοδικαίως εκ του νόμου, όταν συντρέξουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για λήψη πλήρους σύνταξης, που αντιστοιχούν σε τριάντα πέντε (35) χρόνια ασφάλισης, εφόσον το δικαίωμα αυτό αποκτάται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις μέχρι και την 31-12-2013.

Τα δικαιολογητικά που αφορούν στις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης συγκεντρώνονται με ευθύνη των εργαζομένων. 4. Οι εργαζόμενοι της προηγούμενη; παραγράφου τίθενται αυτοδικαίως, από 1-1-2012 σε εργασιακή εφεδρεία και μέχρι την κατά την προηγούμενη παράγραφο λύση της σχέσης εργασίας τους. Εφόσον εκ των υστέρων διαπιστωθεί από την υπηρεσία ότι κατά την ως άνω ημερομηνία εργαζόμενος πληρούσε τις προϋποθέσεις της παρ. 3, τίθεται σε εφεδρεία με διαπιστωτική πράξη η ισχύς της οποίας ανατρέχει στην 1-1-2012 (η τελευταία περίοδος της παρ. 4 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 3 παρ. 8 της από 16-12-2011 ΠΝΠ). [...] 6.

Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των νομικών προσώπων που συγχωνεύονται ή λύονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 έως 64 και 66 του Ν. 4002/2011 εντάσσεται από 1-1-2012 στην εργασιακή εφεδρεία της παρ. 7 του άρθρου 37 του Ν. 3986/2011 όπως τροποποιείται με τις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου εφόσον μέχρι 30-11-2011 δεν έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις μεταφοράς προσωπικού από τα αρμόδια όργανα που προβλέπεται στις ως άνω διατάξεις. 7.

Με απόφαση του οργάνου διοίκησης των φορέων υποδοχής των νομικών προσώπων της προηγούμενης παραγράφου, που εκδίδεται το αργότερο μέχρι 31-12-2011, προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των κατηγοριών ΥΕ και ΔΕ, σε αριθμό ίσο με το προσωπικό των κατηγοριών αυτών που μεταφέρθηκε και εντάχθηκε στον φορέα υποδοχής, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 57 έως 64, και 66 του Ν. 4002/2011, εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας της παρ. 7 του άρθρου 37 του Ν. 3986/2011, όπως η παράγραφος τροποποιείται με τις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.

Αν μέχρι την ως άνω ημερομηνία δεν έχει ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία ένταξης του ανωτέρω προσωπικού στο καθεστώς αυτό. το σύνολο του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών αυτών (ΥΕ και ΔΕ) του φορέα υποδοχής, θεωρείται πλεονάζον και εντάσσεται αυτοδικαίως από 1-1-2012 στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο με την επιφύλαξη των διατάξεων της υποπαρ.

β' της παρ. 7 του άρθρου 37 του Ν. 3986/2011, όπως τροποποιείται με την παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Κριτήριο ένταξης στην εργασιακή εφεδρεία του ως άνω προσωπικού αποτελεί η προϋπηρεσία του εργαζομένου στο φορέα προέλευσης ή υποδοχής ανά κλάδο ή ειδικότητα, εντασσομένων στην εργασιακή εφεδρεία όσων έχουν την ολιγότερη προϋπηρεσία στον ίδιο ή συναφή κλάδο ή ειδικότητα. 8.

Η χρονική διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, προκειμένου για εργαζόμενους της παρ. 4, και τους δώδεκα (12) μήνες, προκειμένου για εργαζόμενους των παρ. 5, 6 και 7. 9. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 10.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται τα σχετικά με την αποπληρωμή των στεγαστικών και άλλων συναφών δανείων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) που έχουν ληφθεί από εργαζόμενους που εντάσσονται στην εργασιακή εφεδρεία". Εξάλλου., στο άρθρο 43 του ως άνω Ν. 4024/2011 ορίζεται ότι : "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις".

Τέλος, με την παρ. 10 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α ' 268/31-12-2011). προστέθηκε στη διάταξη της παρ. β' του άρθρου 37 του Ν. 3986/2011, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011, περίπτωση (εε) με το εξής περιεχόμενο: "β) Σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας δεν εντάσσεται εργαζόμενος [...] εε) με (α) την ειδικότητα i) οδηγού και ii) τεχνίτη στην ανώνυμη εταιρία "...........'' (ΟΣΥ).

Η διάταξη αυτή ισχύει για τους εργαζόμενους στις ανωτέρω ΑΕ, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την 1-1-2012 παρέχουν την εργασία τους με τις ανωτέρω ειδικότητες και στο αντικείμενο του κλάδου στον οποίο ανήκουν, που διαπιστώνεται με απόφαση του οικείου διοικητικού συμβουλίου". Με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011, όπως αυτό προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής και στο άρθρο 37 παρ. 7 του Ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012- 2015", εισάγονται οι θεσμοί της εφεδρείας και της προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας για τους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τους ΟΓΑ και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αυτών, που εντάσσονται στην έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι εξυπηρετούν την ανάγκη περιορισμού της μισθολογικής δαπάνης και εξορθολογισμού του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Η ως άνω επέμβαση του νομοθέτη δεν παραβιάζει τις αρχές που κατοχυρώνονται στα άρθρα 2 (προστασία της αξίας του ανθρώπου), 4 (ισότητα των πολιτών) και 5 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελευθερία των συμβάσεων) του Συντάγματος, καθόσον σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού (ΟλΣτΕ 668/2012), δεδομένου ότι δια των μέτρων αυτών επιδιώκεται ο θεμιτός σκοπός του εξορθολογισμού και περιορισμού του διογκωμένου δημοσίου τομέα (βλ.

ΑΠ 1143/2015 ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ", ΕφΑΘ 1858/2017 αδημ.). II. Περαιτέρω, με το Ν. 3304/2005 "Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού" (ΦΕΚ Α'16/27-1-2005), ενσωματώθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι Οδηγίες 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης/6/2000 και 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27η7ΐ 1/2000.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της άνω Οδηγίας 222/78/ΕΚ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, μεταφέρθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη με τον ως άνω Ν. 3304/2005, η διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας δεν συνιστά απαγορευμένη διάκριση εάν δικαιολογείται από το πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του είναι πρόσφορα και αναγκαία, ενώ κατά την εξέταση της αναγκαιότητας του μέτρου πρέπει να εκτιμάται και η ζημία που προκαλεί στους θιγόμενους σε σχέση με τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται για το κοινωνικό σύνολο.

Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011 εισάγεται, όπως προαναφέρθηκε, ο θεσμός της εργασιακής εφεδρείας για τους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αυτών, που εντάσσονται στην έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Ο θεσμός της εργασιακής εφεδρείας εξυπηρετεί την ανάγκη περιορισμού της μισθολογικής δαπάνης και εξορθολογισμού του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, επιτρέποντας όμως στους εργαζομένους που εντάσσονται σε αυτή να καλύπτουν τις βιοτικές τους ανάγκες μέχρι την πλήρη συνταξιοδότηση τους, εφόσον βρίσκονται κοντά στη λήξη του εργασιακού τους βίου, ή την εκ νέου ένταξή τους στην αγορά εργασίας.

Για τη θέση σε εργασιακή εφεδρεία εφαρμόζεται κατ' αρχήν σε όλους τους φορείς της παραγράφου 1 το οριζόντιο κριτήριο της εγγύτητας στη θεμελίωση δικαιώματος εξόδου με πλήρη σύνταξη. Επιπλέον, σε εφεδρεία τίθεται το προσωπικό των ν.π.ι.δ και ν.π.δ.δ, τα οποία καταργούνται ή μέρος του προσωπικού των φορέων που συγχωνεύονται ή αναδιαρθρώνονται.

Η θέση σε εφεδρεία στις περιπτώσεις αυτές γίνεται με αξιοκρατικά και αντικειμενικά κριτήρια, ενώ διασφαλίζονται τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων. Ταυτόχρονα, λαμβάνεται μέριμνα ώστε κατ' αρχήν ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες που χρήζουν προστασίας να μην τίθενται σε εργασιακή εφεδρεία, ενώ. περαιτέρω, όσοι εργαζόμενοι εντάσσονται να έχουν τη δυνατότητα να μεταφέρονται σε άλλες θέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, κατόπιν αξιολόγησης με αντικειμενικά και κοινωνικά κριτήρια υπό τις εγγυήσεις του ΑΣΕΠ.

Επιπρόσθετα, υπάρχει πρόβλεψη για τη ρύθμιση ζητημάτων που αφορούν την αποπληρωμή στεγαστικών δανείων όσων τίθενται σε εφεδρεία με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με δεδομένη την εξαιρετική δημοσιονομική κρίση, είναι προφανές ότι η πλήρης εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 34 εξυπηρετεί λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, όπως η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, καθώς και του εξορθολογισμού και του περιορισμού του δημόσιου τομέα, οι οποίοι επιτρέπουν την ισχύ του άρθρου έναντι κάθε άλλης διάταξης νόμου, ρήτρας ή συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας, λαμβανομένου υπόψη ότι έχουν προβλεφθεί ειδικές πρόνοιες για όσους τίθενται σε εργασιακή εφεδρεία, ώστε να μην πλήττεται ο πυρήνας συνταγματικά κατοχυρωμένων ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η θέσπιση της εργασιακής εφεδρείας εχώρησε ως γενικό μέτρο, με αντικειμενικό κριτήριο αυτό της εγγύησης στη θεμελίωση δικαιώματος εξόδου με πλήρη σύνταξη, που αντιστοιχεί σε τριάντα πέντε (35) έτη ασφάλισης και όχι με στενά καθορισμένο και συγκεκριμένο ηλικιακό κριτήριο (όπως αντίθετα ορίζεται στο άρθρο 33 του Ν. 4024/2011 που αφορά τη θέση σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα).

Με τα δεδομένα αυτά, η ως άνω επέμβαση του νομοθέτη με τη θέσπιση της εργασιακής εφεδρείας δεν προσκρούει ούτε στην αρχή της ισότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 4 του Συντάγματος (βλ. ΑΠ 1 143/2015 ό.π), ούτε στις διατάξεις των άρθρων 1, 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2000/78/ΕΚ, που καθιερώνουν ένα γενικό πλαίσιο ίσης μεταχείρισης στην απασχόληση και απαγορεύουν τις διακρίσεις με βάση την ηλικία και τούτο διότι δεν καθορίζουν ως κριτήριο ρητά συγκεκριμένο όριο ηλικίας (αλλά ορίζουν ως κριτήριο την εγγύτητα στο χρόνο συμπλήρωσης 35ετούς πλήρους συντάξιμης υπηρεσίας, στα πλαίσια του οποίου το όριο ηλικίας μπορεί να είναι διαφορετικό για κάθε εντασσόμενο) και, σε κάθε περίπτωση, οι στόχοι των διατάξεων αυτών περί εργασιακής εφεδρείας αποτελούν θεμιτούς σκοπούς, που δικαιολογούν κατ' αρχήν τη διαφορετική μεταχείριση με βάση το ως άνω οριζόντιο και αντικειμενικό κριτήριο της εγγύτητας στη θεμελίωση δικαιώματος εξόδου με πλήρη 35ετή συντάξιμη υπηρεσία, το οποίο αφενός αποτελεί εύλογο κριτήριο για υπαλλήλους που συμπλήρωσαν ήδη μακρόχρονη σταδιοδρομία στην υπηρεσία τους και βρίσκονται κοντά στη λήξη του εργασιακού τους βίου (ενώ άλλωστε με τις ίδιες ανωτέρα" διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011 τους παρέχεται και η δυνατότητα της εκ νέου ένταξής τους στην αγορά εργασίας) και αφετέρου συνιστά παράλληλα πρόσφορο μέτρο για την επίτευξη των προαναφερόμενων στόχων, μεταξύ των οποίων και ο θεμιτός στόχος της συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα και της αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών του, με σκοπό τον εξορθολογισμό και την εξυγίανση του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΕφΑΘ 1858/2017 αδημ.).

III. Τέλος, κατά το άρθρο πρώτο του Ν. 1955/1991 της 15/18-7-1991 (ΦΕΚ Α' 112), "Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Ανώνυμος Εταιρεία. 2. Η Εταιρεία λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σ;

αυτήν οι διατάξεις, που διέπουν εταιρείες που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο Δημόσιο, πλην των ρητά οριζομένων στον παρόντα νόμο εξαιρέσεων. Η εταιρεία είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας και ισχύουν και σ' αυτήν οι κείμενες διατάξεις για τις επιχειρήσεις αυτές. 3. Για τα προβλεπόμενα στον Παρόντα νόμο θέματα, που αφορούν στην ίδρυση και λειτουργία της Εταιρείας εφαρμόζονται συμπληρωματικά και εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού οι διατάξεις του κ.ν 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών".

Κατά το άρθρο δεύτερο άρθρο 2 του ιδίου νόμου "Σκοπός της Εταιρείας είναι: (α) η μελέτη, κατασκευή, οργάνωση, διοίκηση, λειτουργία, εκμετάλλευση και ανάπτυξη του δικτύου αστικού σιδηροδρόμου του Νομού Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης και γενικά των ηλεκτρικών σιδηροδρόμων του Νομού Αττικής και Νομού Θεσσαλονίκης, εκτός από το σιδηροδρομικό δίκτυο Ο.Σ.Ε (με ηλεκτροκίνηση ή χωρίς), καθώς και η σύμπραξη και συνεργασία με άλλους οργανισμούς και φορείς συγκοινωνιών του Νομού Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης, καθώς και του δικτύου ΤΡΑΜ σε όλη την Επικράτεια, (β) η υλοποίηση αστικών παρεμβάσεων, αναπλάσεων δημοσίων χώρων, πεζοδρομήσεων ή άλλων κυκλοφοριακών ρυθμίσεων στην ευρύτερη περιοχή των έργων αρμοδιότητας της εταιρείας.", ενώ κατά το άρθρο 3 "Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο ορίζεται στο ποσό των εκατό δισεκατομμυρίων (100.000.000.000) δραχμών, διαιρείται σε δέκα εκατομμύρια μετοχές ονομαστικής αξίας δέκα χιλιάδων δραχμών η κάθε μία και θα εισφερθεί εξ ολοκλήρου από το Δημόσιο, το οποίο και θα αναλάβει το σύνολο των μετοχών που αντιστοιχούν στο ποσό αυτό".

Τέλος, κατά το άρθρο έβδομο παράγραφος 3 "Η Εταιρεία δύναται να προσλαμβάνει το κατά την κρίση της αναγκαίο για τη διεξαγωγή των εργασιών της ημεδαπό και αλλοδαπό τεχνικό και ειδικευμένο διοικητικό προσωπικό, καθώς και προσωπικό διεύθυνσης και να αναθέτει καθήκοντα συμβούλων σε ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένης της ανάθεσης διοίκησης και συντονισμού των πάσης φύσεως έργων που εμπίπτουν στους σκοπούς της Εταιρείας.

Όλες οι προσλήψεις και αναθέσεις γίνονται με αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας και υπογραφή σχετικών συμβάσεων, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη σχετική διάταξη και χωρίς δέσμευση από τις διατάξεις για τις αμοιβές μηχανικών ή δικηγόρων ή από άλλες σχετικές γενικές ή ειδικές διατάξεις.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α' 314/27-12-2005) Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ), "1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2.

Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:

α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του. διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητα της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό. 3.

Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν 2190/1920, όπως ισχύει.". Με το άρθρο 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίστηκε ότι η διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού των δημοσίων επιχειρήσεων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο, διάρκειας μέχρι επτά μηνών, καθώς και η μετέπειτα σύναψη της σχετικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ελέγχεται από το ΑΣΕΠ, ενώ, με το άρθρο 19 του ιδίου νόμου, εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του οι ανώνυμες εταιρείες, που συστάθηκαν με βάση το Ν. 1955/1991, όπως η "ΑΤΤΙΚΟ MΕΤΡΟ Ανώνυμος Εταιρεία", καθώς και όσες δημόσιες επιχειρήσεις έχουν ήδη τεθεί με ρητή διάταξη νόμου εκτός του, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Ήδη, όμως με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009, υπήχθησαν στο δημόσιο τομέα, για την εφαρμογή του νόμου αυτού, όλες ανεξαιρέτως οι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες, που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου I του προαναφερθέντος Ν. 3429/2005, ενώ. με το άρθρο 1 του Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α' 212/17-12-2010) Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας, αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 του Ν. 3429/2005 (με το οποίο είχαν εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του οι εταιρείες που συστάθηκαν με βάση το Ν. 1955/1991), και στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' αυτού υπάγονται, πλέον, όλες οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση, με εξαίρεση το Ταμείο του Ν. 3864/2010 και τις εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφούν μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους.

Επομένως, η "ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Ανώνυμος Εταιρεία", κατά ρητή νομοθετική επιταγή, υπάγεται πλέον στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005 και το προσωπικό της καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 34 Ν. 4024/2011, με συνέπεια η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των εργαζομένου σε αυτήν να λύεται αυτοδικαίως εκ του νόμου, όταν συντρέξουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για λήψη πλήρους σύνταξης, που αντιστοιχούν σε τριάντα πέντε (35) χρόνια ασφάλισης, εφόσον το δικαίωμα αυτό αποκτάται μέχρι και την 31-12-2013, οι δε εργαζόμενοι της κατηγορίας αυτής να τίθενται αυτοδικαίως, από 1-1-2012, σε εργασιακή εφεδρεία και μέχρι την κατά την προηγούμενη παράγραφο λύση της σχέσης εργασίας τους, ενώ, εάν εκ των υστέρων διαπιστωθεί από την υπηρεσία ότι κατά την ως άνω ημερομηνία εργαζόμενος πληρούσε τις προϋποθέσεις αυτές, τίθεται σε εφεδρεία με διαπιστωτική πράξη η ισχύς της οποίας ανατρέχει στην 1-1-2012.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα: Ο εφεσίβλητος Σ. Π. προσλήφθηκε στις 11-11-1996 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου από την εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αττικό Μετρό Α.Ε.", προκειμένου να απασχοληθεί ως μηχανικός κόστους έργου έως τις 10-11-1998 αντί μηνιαίου μισθού 540.000 δραχμών.

Μετά τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας η σύμβαση εργασίας κατέστη αορίστου χρόνου και στα πλαίσια αυτής ο εφεσίβλητος απασχολήθηκε με την ειδικότητα του μηχανικού κόστους έργου έως 31-5-2001 και ακολούθως από 1-6-2003 ως μηχανικός εργοταξίου μηχανολογικών εγκαταστάσεων στη Διεύθυνση Έργων 3 και από την 1-4-2008, ως βοηθός επιβλέποντος μηχανικού Η/Μ στη Διεύθυνση Έργων.

Στις 15-11-2011 εκδόθηκε η με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-11-2011 διαπιστωτική πράξη του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εκκαλούσας, σύμφωνα με την οποία ο εφεσίβλητος, ο οποίος γεννήθηκε στις 13-1-1953 τέθηκε αυτοδικαίως σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας από την 1-1-2012 καθόσον πληρούσε τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης μέχρι τις 31-12-2013, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του νόμου 4024/2011 και έως 24 μήνες.

Κατά τη διάρκεια της θέσης του εφεσίβλητου σε εργασιακή εφεδρεία η εκκαλούσα δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του και του κατέβαλε μηνιαίως ποσό ίσον με το 60% του βασικού μισθού, που του αναλογούσε κατά το χρόνο ένταξής του στην εφεδρεία και συγκεκριμένα το ποσό των 2.634 ευρώ μικτά μηνιαίως. Έτσι στις 13-1-2013 και αφού ο εφεσίβλητος είχε συμπληρώσει χρόνο ασφάλισης 35 ετών και 23 ημερών καθώς και το .......60ο έτος της ηλικίας του λύθηκε εντός 24 μηνών από την ένταξή του σε εργασιακή εφεδρεία αυτοδικαίως η εργασιακή του σύμβαση.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη εταιρία είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι ορθώς εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011 εφόσον αυτός πληρούσε τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις εφαρμογής του πιο πάνω νόμου για την ένταξή του σε εργασιακή εφεδρεία, έχοντας στις 13/1/2013 συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του και 35 έτη ασφάλισης, όπως προαναφέρθηκε, καθώς επίσης και ότι η σύμβασή του με την αναιρεσίβλητη δεν αφορά υπαλληλική σχέση Δημοσίου Δικαίου, μη έχοντος εφαρμογή του άρθρου 33 του Ν. 4024/2011, ορθά το νόμο εφάρμοσε.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε εκτενώς στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως αυτής ότι η διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 4024/2011 περί εργασιακής εφεδρείας δεν παραβιάζει τις αρχές που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 2, 4 και 5 του Συντάγματος ούτε συνιστά διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, με συνέπεια να μην αντίκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2000/78 και του Ν. 3304/2005 με τον οποίο μεταφέρθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο η Οδηγία αυτή και ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη ούτε στο άρθρο 21 των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επιπλέον δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του προσθέτου πρώτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει περιορισμούς στα περιουσιακά δικαιώματα, στην έννοια των οποίων περιλαμβάνονται και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα, όταν συντρέχουν λόγοι γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος (βλ.

ΑΠ 165/2013 ΤΝΠ Νόμος). Κατ'ακολουθία των προαναφερθέντων, εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ουδένα κανόνα του ουσιαστικού δικαίου παραβίασε, επιπροσθέτως δε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, ως προς τα κρίσιμα της έκβασης της δίκης ζητήματα αιτιολογίες, με συνέπεια να απορριφθούν, ως αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-11-2019 και με αριθμό κατάθεσης 1054/19 αίτηση αναίρεσης της 5994/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ