1075/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Legislator headnote
AI generated1075/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, στο άρθρο 35 του ν. 3329/2005 ορίζεται ότι "Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης, που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200 ευρώ) για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής.
Full text
Απόφαση 1075 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1075/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσειόντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΡΑΜΑΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Δράμα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Μουκανάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις με το αίτημα επαναφοράς πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ... έως 86. ..., που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν η 13/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 30/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης, ανέγνωσε την από 7-11-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. 1314/7-2-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης ... , ακριβές αντίγραφο της από 2-6-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση του αναιρεσείοντος, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού, Σπ Μουκανάκη, προς τους αναιρεσίβλητους, για να παρασταθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 19-11-2019, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην παραστάσα κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Ελ.
Διβανίδου, ως αντίκλητο αυτών (άρθ. 143 παρ Ι, όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. πρώτο του άρθ. 1 του ν. 4335/2015) . Αυτοί, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, εφόσον κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες, (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ.
α', γ' και δ', 568 παρ.4, 576 παρ.2).
2. Με τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι απαγορεύεται όχι μόνο η άνιση εφαρμογή του νόμου, αλλά και η άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων εννόμων σχέσεων από το νομοθέτη. Από την αρχή της ισότητας προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορούν να επιχειρούν, αυθαιρέτως, δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι, για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί το άρθρο 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα. Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και αποδοχών.
3. Περαιτέρω, στο άρθρο 35 του ν. 3329/2005 ορίζεται ότι "Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης, που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200 ευρώ) για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής.
Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του ν. 3205/2003. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η χορήγηση του ως άνω επιδόματος δικαιολογείται λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών, που αναλογούν στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του πιο πάνω Υπουργείου, μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των ΠεΣΥΠ, τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠΕ) και την αναμόρφωση των νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.
Επίσης, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζόμενους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ήδη είχαν επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό με την εισηγητική έκθεση, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή των 200 ευρώ μηνιαίως χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω των αυξημένων καθηκόντων τα οποία ανατέθηκαν σ' αυτούς εξαιτίας των αναφερόμενων στην εισηγητική έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου.
Με το άρθρο 13 παρ.1 του ν. 3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του ως άνω Υπουργείου και των Υγειονομικών Περιφερειών, για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει και την επέκτεινε σε υπαλλήλους άλλων Υπουργείων ή φορέων μόνο με την προϋπόθεση ότι έχουν αποσπασθεί και παρέχουν εργασία στην ως άνω Κεντρική Υπηρεσία (ΑΠ 838/2018, ΑΠ 801/2015, 200/2015 ΑΠ 348/2014, ΑΠ 565/2011).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 8.7.2008 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δράμας κατά του εναγομένου Γενικού Νοσοκομείου Δράμας και ήδη αναιρεσείοντος, όπως νομότυπα περιόρισαν το αίτημα αυτής, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, παραιτούμενοι όλοι του αναφερόμενου κατωτέρω αιτούμενου επιδόματος για το μήνα Δεκέμβριο 2008, καθώς και των αναφερόμενων σ' αυτήν ποσών οι 6ος, 9ος, 20ος, 22ος, 23η, 25η, 27η, 35ος, 46ος, 48η, 49ος, και 58η από αυτούς, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στις προτάσεις τους, εξέθεταν ότι υπηρετούν στο εναγόμενο Νοσοκομείο Δράμας, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ότι σ' όλους τους συναδέλφους τους υπαλλήλους, που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, χορηγήθηκε για το χρονικό διάστημα από 1ις Ιανουαρίου 2005 και εφεξής βάσει της διάταξης του άρθρου 35 του ν. 3329/2005 " Εθνικό Σύστημα Υγείας - Κοινωνικής Αλληλεγγύης και άλλες διατάξεις" ( Φ.Ε.Κ. 81 / Α / 4.4.2005 )ως μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης το ποσό των 200 ευρώ.
Ζήτησαν δε, λόγω της ιδιότητάς τους ως υπαλλήλων του Ε.Σ.Υ. και επειδή παραβιάζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας, αφού επιλεκτικά προβλέπεται το ανωτέρω επίδομα " ειδικής απασχόλησης " σε ορισμένους μόνο δικαιούχους κατ' αδικαιολόγητο αποκλεισμό άλλων, που τελούν σε ουσιωδώς όμοιες συνθήκες και μάλιστα χωρίς την επίκληση λόγων δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος που να τη δικαιολογούν, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν απ' αυτούς τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε μηνιαία χρηματική παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι από 24-6-2009 και 23-6-2009 εφέσεις των εναγόντων και του εναγομένου αντίστοιχα. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η 30/2010 προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία έγιναν δεκτές οι εφέσεις ως και κατ'ουσίαν βάσιμες και ακολούθως απορρίφτηκε η αγωγή ως προς τις 57η, 76η και 82η από τους ενάγοντες και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους λοιπούς και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σ'αυτούς νομιμοτόκως τα αναφερόμενα ποσά.
5. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο , όπως προαναφέρθηκε, δέχτηκε και τις δύο εφέσεις και ακολούθως δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 35 του ν. 3329/2005, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, καθόσον οι εργαζόμενοι, όπως και οι αναιρεσίβλητοι, στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
Γενικό Νοσοκομείο Δράμας, αλλά και στα άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα (Ν.Π.Δ.Δ.), ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη στην οποία ανήκουν οι υπηρετούντες στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αλλά και στις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υγειονομικών Περιφερειών, η διαφορετικότητα δε αυτή συνίσταται κυρίως στις συνθήκες εργασίας, οι οποίες, ενώ για τους τελευταίους επιβαρύνθηκαν με την ανάθεση σ' αυτούς πρόσθετων καθηκόντων, αναγομένων στην υλοποίηση των επερχομένων με το ν. 3329/2005 διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, για τους αναιρεσίβλητους παρέμειναν αμετάβλητες, αφού ούτε και από τις παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου προκύπτει ότι ανατέθηκαν και στους εργαζόμενους στο αναιρεσείον Νοσοκομείο (Ν.Π.Δ.Δ.) συγκεκριμένα πρόσθετα καθήκοντα σχετικά με την υλοποίηση των ως άνω αλλαγών.
Έτσι, η χορήγηση στους παραπάνω υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης του επίδικου επιδόματος με το άρθρο 35 του ν. 3329/2005 και η παράλειψη χορηγήσεως αυτού και στους εργαζομένους στα Νοσοκομεία είναι δικαιολογημένη και ως εκ τούτου η εν λόγω διάταξη δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε και στην αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχειρίσεως των εργαζομένων.
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση.
6. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκειμένη περίπτωση, εφ' όσον υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, που συμπίπτουν με τις παραδοχές του Εφετείου, οι απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων-εναγόντων, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι νόμιμες, συνακόλουθα δεν υφίσταται στάδιο περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης. Επιβάλλεται, λοιπόν, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και να γίνει δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και να απορριφθεί η έφεση των αναιρεσιβλήτων. Κατόπιν, πρέπει να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως προς τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα. Μετά ταύτα πρέπει η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολο της ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ.
7. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.
Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την ως άνω αίτησή του τα καταβληθέντα έξοδα της έκδοσης απογράφου και αντιγράφου της προς εκτέλεση απόφασης, της σύνταξης επιταγής για εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της ενεργηθείσας κατάσχεσης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών, που η παροχή τους διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση και όχι επομένως και των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της απόφασης αυτής, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (ΑΠ 1453/2019, 1486/2014, 2075/2013, 8/2008, 1215/2007).
8. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Γενικό Νοσοκομείο Δράμας στη σωρευόμενη αίτηση στις κατατεθείσες την 22-10-2019 από 17-10-2019 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ισχυρίζεται ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υποχρεώθηκε να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους Γ. Β. και Θ. Δ. το ποσό των 7.300 και 4.400 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Ότι στις 13-12-2011 αυτοί του κοινοποίησαν αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού της παραπάνω απόφασης με επιταγή προς πληρωμή και συγκεκριμένα ο Γ. Β. ζητούσε να του καταβάλει 7.300 ευρώ για κεφάλαιο, 2.233,67 ευρώ για νόμιμους τόκους επί του κεφαλαίου, 280 ευρώ για τέλος απογράφου, έκδοση αντιγράφου και αντιγραφικά δικαιώματα και 116,13 ευρώ για τόκους από την επίδοση της επιταγής μέχρι την σύνταξη του κατασχετηρίου και συνολικά 9.929,80 ευρώ, ενώ ο Θ.
Δ. ζητούσε να του καταβάλει 4.400 για κεφάλαιο, 1.346,33 ευρώ για τόκους επί του ως άνω κεφαλαίου, 180 ευρώ για τέλος απογράφου, έκδοση αντιγράφου και αντιγραφικά δικαιώματα και 70,17 ευρώ για τόκους από την επίδοση της επιταγής μέχρι τη σύνταξη του κατασχετηρίου, ήτοι συνολικά 5.996,50 ευρώ. Ότι τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν στις 27-3-2012.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτό, νομιμοτόκως από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί, από μεν τον 6° αναιρεσίβλητο Γ. Β. του Ξ, το ποσό των 9.929.80 ευρώ, από δε τον 10° αναιρεσίβλητο Θ.
Δ. του Ι. το ποσό των 5.996,50 ευρώ. Η αίτηση αυτή, η οποία παραδεκτώς υποβάλλεται με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν ως άνω, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, μη νόμιμη κατά το μέρος που επιδιώκει την απόδοση των ποσών για τέλη απογράφου, έκδοση αντιγράφου και αντιγραφικά δικαιώματα, καθώς και των ποσών για τόκους από την επίδοση της επιταγής προς πληρωμή και μετά, ενώ είναι νόμιμη κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 ΚΠολΔ.
9. Από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνύονται τα εξής: Οι ως άνω αναιρεσίβλητοι ( 6ος και 10ος), με το από 15-2-2012 κατασχετήριο έγγραφο επέβαλαν αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΑΤΕ BANK ΑΕ) ", ως τρίτης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 982 επ.
ΚΠολΔ και 24 Ν. 2915/2001, για την ικανοποίηση με αναγκαστική εκτέλεση των παραπάνω επιδικασθεισών απαιτήσεών τους, οι οποίες, κατά το χρόνο σύνταξης του κατασχετηρίου εγγράφου, είχαν ανέλθει με συνυπολογισμό των τόκων υπερημερίας : α) για τον 6° αναιρεσίβλητο Γ. Β. στο συνολικό ποσό των 9.533,61 ευρώ , δηλαδή 7.300 ευρώ κεφάλαιο συν 2.233,61 ευρώ τόκοι υπερημερίας ίσον 9.533,61 ευρώ και β) για τον 10° αναιρεσίβλητο Θ.
Δ. στο συνολικό ποσό των 5.746,33 ευρώ, δηλαδή 4.400 ευρώ κεφάλαιο συν 1.346,33 ευρώ τόκοι υπερημερίας ίσον 5.746,33 ευρώ, προβαίνοντας έτσι στην κατάσχεση χρημάτων σε οποιοδήποτε λογαριασμό τηρούσε το αναιρεσείον στην ως άνω Τράπεζα. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 42/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία χορηγήθηκε στους αναιρεσίβλητους η άδεια να αναλάβουν τα ως άνω κατασχεθέντα ποσά από τους τηρούμενους στο υποκατάστημα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΑΤΕ BANK ΑΕ) " λογαριασμούς του αναιρεσείοντος, ο 6ος αναιρεσίβλητος Γ.
Β. του Ξ. ανέλαβε στις 27-3-2012 από τον υπ' .... λογαριασμό του αναιρεσείοντος στην ως άνω τράπεζα (ΑΤΕ BANK ΑΕ) το ποσό των εννέα χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και ογδόντα λεπτών (9.929,80 ευρώ) και ο 10ος αναιρεσίβλητος Θ. Δ. του Ι. την ίδια ημερομηνία, ανέλαβε από τον ίδιο ως άνω λογαριασμό στην ως άνω τράπεζα (ΑΤΕ BANK ΑΕ) το ποσό των πέντε χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και πενήντα λεπτών (5.996,50 ευρώ).
Με τις αναλήψεις αυτές εξοφλήθηκαν πλήρως και ολοσχερώς οι προερχόμενες από την προσβαλλόμενη απόφαση απαιτήσεις των ως άνω αναιρεσιβλήτων.
8. Ενόψει των εκτεθέντων, η αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, ο 6ος και 10ος από τους αναιρεσίβλητους να υποχρεωθούν να επιστρέψουν στο αναιρεσείον τα ποσά των 9.533,61 ευρώ και 5.746,33 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 30/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει τις από α) 24.6.2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1278ΤΠ118/25.6.2009 και β) 23.6.2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 1285 ΤΠ 122/25.6.2009) εφέσεις.
Απορρίπτει κατ'ουσία την από 24.6.2009 έφεση των εναγόντων.
Δέχεται κατ'ουσίαν την από 23.6.2009 έφεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Δράμας".
Εξαφανίζει την υπ' αρ. 13/2009 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Δράμας.
Απορρίπτει την από 8-7-2008 (αρ. κατ. 209/2008) αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει α) τον 6° αναιρεσίβλητο Γ. Β. του Ξ. να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των εννέα χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα τριών ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (9.533,61) και β) τον 10° αναιρεσίβλητο Θ. Δ. του Ι. να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων σαράντα έξι ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (5.746,33), νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας και μέχρι την εξόφληση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ