1075/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1075/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας ο ανακόπτων οφείλει να καταβάλει για το παραδεκτό της ανακοπής ερημοδικίας το παράβολο ακόμη και στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με το ένδικο αυτό μέσο απόφαση δεν όρισε τούτο, αφού το ύψος του δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τη διάταξη κατώτατο ποσό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1075 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1075/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης υπό εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία "…." που ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Κωνσταντίνο Ευσταθιάδη, δικηγόρο Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλεία Σεϊτανίδου, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Σ., κατοίκου Αθήνας, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 62/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Κατά της απόφασης ασκήθηκε η από 25/1/2011 ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2013 μη οριστική, 278/2014 μη οριστική και 2095/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 24-11-2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάσας αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 24.11.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2095/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της ανακόπουσας κατά της 107/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 25.01.2011 ανακοπή ερημοδικίας κατά της 62/2010 απόφασης του αυτού ως άνω Δικαστηρίου. Με την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτοβαθμια απόφαση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§ 3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από την παρ.16 του άρθρου 3 του Ν.2207/1994), ο ανακόπτων οφείλει να προκαταβάλει στη γραμματεία του δικαστηρίου κατά την κατάθεση της ανακοπής το παράβολο που όρισε η ερήμην απόφαση. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η προκαταβολή του ορισθέντος παραβόλου στην γραμματεία του δικαστηρίου απαιτείται για το παραδεκτό ανακοπής ερημοδικίας και γίνεται κατά την κατάθεση του δικογράφου της-ανακοπής στην γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου με την προσκομιδή και κατάθεση του σχετικού γραμματίου παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ( άρθρα 2 και 3 του ΠΔ. της 30.12.1926/03.01.1927), μνεία του αριθμού του οποίου και του ποσού του παράβολου γίνεται στην-πράξη κατάθεσης, που αποτελεί απόδειξη για το δικαστήριο.
Συνεπώς για να είναι παραδεκτή η ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να επισυναφθεί στο δικόγραφο της το γραμμάτιο προκαταβολής ταυ παράβολου στο ΤΠΔ, διαφορετικά η ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη( ΑΠ 12/1996, ΑΠ 16/1996). Εξάλλου, το δικαίωμα του ερημοδικασθέντος προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας δεν εξαρτάται εκ της τυχόν παραλείψεως του δικαστηρίου να ορίσει προς τούτο παράβολο προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας [ΑΠ 326/2009], καθόσον η συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 507 και 505 παρ.2 του ΚΠολΔ, εκ των οποίων η δεύτερη είναι δικονομική προσδιοριστική του προκαταβλητέου παράβολου ανακοπής [ΑΠ 907/2007, ΑΠ 1257/2007].
Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας ο ανακόπτων οφείλει να καταβάλει για το παραδεκτό της ανακοπής ερημοδικίας το παράβολο ακόμη και στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με το ένδικο αυτό μέσο απόφαση δεν όρισε τούτο, αφού το ύψος του δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τη διάταξη κατώτατο ποσό.
Και τούτο γιατί την υποχρέωση καταβολής του ως άνω παράβολου για το παραδεκτό του εν λόγω ένδικου μέσου επιβάλλει ο νόμος, ο οποίος παρέχει στο δικαστήριο ως μόνη διακριτική ευχέρεια τη δυνατότητα να καθορίσει το παράβολο σε ανώτερο από το αναφερόμενο στη διάταξη ελάχιστο ποσό, όχι όμως και να απαλλάξει τούτου τον ανακόπτοντα [ΑΠ 602/1996].
Tα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α' 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας (βλ.
ΑΕΔ 27/2004, 33/1995, ΣτΕ Ολ. 777, 1375 - 76/2013, 601, 1619/2012, 3087 - 88/2011, κ.ά., πρβλ. ΑΕΔ 2/1999, ΣτΕ Ολ. 1852/2009, 3029/2008, 603/2002, ΣτΕ Ολ 1858/2015). Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 505 παρ.2 ΚΠολΔ, με τις οποίες επιβάλλεται για το παραδεκτό της ανακοπής ερημοδικίας η προκαταβολή παραβόλου, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω δεν προσκρούει στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο.
Ειδικότερα δε σκοπός του παράβολου είναι η ανάληψη από τον ανακόπτοντα της δαπάνης που προκαλείται σε βάρος του Δημοσίου από τη δίκη εξ αιτίας της ανακοπής ερημοδικίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν αποδεικνύεται ότι κατά την κατάθεση της από 25.12011 ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της εναγομένης, επί της από 16.9.2009 αγωγής, ανώνυμης εταιρείας, δεν - προσκομίσθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων , που αποδεικνύει την προκαταβολή παράβολου, που επιτάσσει ο νόμος.... Η καταβολή του παράβολου δεν μπορεί να επακολουθήσει άσκησης της ανακοπής, καθόσον απαιτείται προκαταβολή αυτού κατά την κατάθεση της ανακοπής.
Συνεπώς το Δικαστήριο, εφόσον δεν καταβλήθηκε το παράβολο κατά το ως άνω χρονικό σημείο , δεν είχε τη δυνατότητα να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης για την κατάθεση του σχετικού γραμματίου στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ούτε να ζητήσει από την ανακόπτουσα τη συμπλήρωση της ελλείψεως αυτής, γιατί η μετά το ως άνω χρονικό σημείο προκαταβολή του παραβόλου δεν έχει καμιά έννομη συνέπεια,• καθόσον καθίσταται σε κάθε περίπτωση απαράδεκτη η ανακοπή.
Το γεγονός ότι με την αριθ. 62/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ορίζεται το προκαταβλητέο παράβολο δεν έχει έννομη - συνέπεια , αφού η προκαταβολή και το ποσό του παράβολου ορίζεται από το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠολΔ και η ανακόπτουσα όφειλε να προκαταβάλει το ελάχιστο ποσό των 88 ευρώ κατά την κατάθεση της ανακοπής το δε Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, είχε μόνο την ευχέρεια να καθορίσει το παράβολο σε ποσό ανώτερο από το οριζόμενο με την πιο πάνω διάταξη ελάχιστο ποσό...Περαιτέρω, σκοπός του παράβολου είναι η ανάληψη από τον ανακόπτοντα της δαπάνης που προκαλείται σε βάρος του Δημοσίου από τη δίκη εξ αιτίας της ανακοπής ερημοδικίας, επειδή μ' αυτήν επαναλαμβάνεται η ερήμην του δίκη.
Η διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 ΚΠολΔ δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, που διασφαλίζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ...που επίσης κατοχυρώνει- τα δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας, γιατί έχει το σκοπό...την ανάληψη της δαπάνης που προκαλείται σε βάρος του Δημοσίου και δεν εμποδίζει την άσκηση του ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας ....".
Ενόψει αυτών, το Εφετείο Αθηνών, που απέρριψε την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης δεχόμενο ότι η ασκηθείσα ανακοπή ήταν απαράδεκτη λόγω της μη προκαταβολής παραβόλου και ότι η διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 του ΚΠολΔ με την οποία επιβάλλεται για το παραδεκτό της ανακοπής ερημοδικίας η προκαταβολή παραβόλου, κατά τα εκτιθέμενα παραπάνω, δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, ορθά έκρινε και γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ.1, 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.11.2016 αίτηση για αναίρεση της 2095/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 17 Απριλίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 8 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ