1075/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1075/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούλησή του (νομέα) προορισμό του πράγματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1075 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1075/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Α. χας Π. Ζ. και 2. Ε. συζ. Δ. Λ., το γένος Π. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαλάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Πρέβεζας που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Μπάμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-1989 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 248/1996 του Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1376/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ιωαννίνων. Το Εφετείο Ιωαννίνων εξέδωσε την 148/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25-8-2005 αίτησή τους και με τους από 6-7-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 25-11-2010 εισήγησή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της.
Συνακόλουθα, επί διεκδικητικής αγωγής που είχε ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούλησή του (νομέα) προορισμό του πράγματος.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογική της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθ. .../6-5-1932 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρεβέζης Πάνου Κατηφόρη, που μεταγράφτηκε νόμιμα, ο δικαιοπάροχος των εναγουσών Ν. Σ. Ζ. αγόρασε από τον Θ.
Φ. ένα αγροτεμάχιο - αμπελώνα εκτάσεως έως 15 στρεμμάτων ή οιασδήποτε εκτάσεως και αν είναι αυτό κατά τον χρόνο μεταβιβάσεως [6-5-1932], το ως άνω δε αγροτεμάχιο - αμπελώνας συνόρευε, κατά την περιγραφή τους στο ως άνω συμβόλαιο, βορείως με ιδιοκτησία Ι. Μ. και Ι. Γ., ανατολικώς με πρώην ιδιοκτησία Ε. χας Α. Τ., και στη συνέχεια Π.
Ζ., νοτίως με δρόμο και ιδιοκτησία Ι. Β., και ήδη Δήμου Πρεβέζης, και δυτικώς με θάλασσα - Ιόνιο πέλαγος. Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στον Θ. Φ. με το υπ' αριθ. .../1921 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρεβέζης Μανούσου Παπαδοπέτρου, που είχε μεταγραφεί νομίμως, στο συμβόλαιο δε αυτό το μεταβιβαζόμενο ακίνητο εφέρετο να έχει επιφάνεια 9 παλαιών ή 20 νέων στρεμμάτων.
Ο ως άνω Ν. Ζ. είχε επίσης αγοράσει από την Ε. χα Α. Τ., με το υπ' αριθ. .../28-8-1931 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρεβέζης Ιωάννου Αυγερινού, που είχε μεταγραφεί νομίμως, ένα αγροτεμάχιο επιφανείας ως έγγιστα 15 στρεμμάτων, το οποίο συνόρευε ανατολικώς με δρόμο και ιδιοκτησία Σ. Κ., πρώην Κ., νοτίως με δρόμο και κληροδότημα Ι.
Β., πρώην Χριστιανικής Κοινότητας, βορείως με ιδιοκτησία Ι. Μ. και κληρονόμων Η. Σ. και δυτικώς με ιδιοκτησία Ν. Ζ., πρώην Θ. Φ.. Τα προαναφερθέντα ακίνητα, τα οποία μετά την αγορά του δευτέρου συνενώθηκαν σε ένα από τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγουσών, είχαν επιφάνεια κατά τους ανωτέρω τίτλους κτήσεως 30 στρεμμάτων, ή το πολύ, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το πρώτο ακίνητο είχε έκταση 20 στρεμμάτων, όπως τούτο αναφέρεται στον τίτλο κτήσεως του Θ.Φ., 35 στρεμμάτων περίπου.
Η ιδιοκτησία αυτή του Ν. Ζ. είχε σταθερό όριο προς δυσμάς, ήτοι προς την πλευρά του Ιονίου πελάγους, ένα μαντρότοιχο ύψους ενός [1] περίπου μέτρου και πλάτους 40-50 εκ., που είχε κατασκευαστεί, καθόλο το μήκος της δυτικός πλευράς, από την εποχή της τουρκοκρατίας, και ο οποίος διαχώριζε κατά τρόπο σαφή την ιδιοκτησία του απωτέρου δικαιοπαρόχου των εναγουσών, ως και του πωλητή αυτού Θ.
Φ., από την παρακείμενη δασώδους μορφής και εμβαδού 10 περίπου στρεμμάτων έκταση, η οποία εκτείνεται μεταξύ του κτήματος και του αιγιαλού. Στη συνέχεια ο Ν. Ζ. μεταβίβασε με το υπ' αριθ. .../3-9-1966 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρεβέζης Αρ. Δόνου, που μεταγράφηκε νομίμως, την κυριότητα του ως άνω ενιαίου πλέον ακινήτου στον Π.
Ζ., σύζυγο της πρώτης και πατέρα της δεύτερης των εναγουσών, το ως άνω ακίνητο δε αναφέρεται και στο συμβόλαιο τούτο ότι έχει συνολική έκταση 30 περίπου στρεμμάτων, ή οσησδήποτε εκτάσεως, και ότι συνορεύει δυτικώς με Ιόνιο Πέλαγος, χωρίς να γίνεται μνεία και πάλι της ως άνω δασώδους εκτάσεως, που βρίσκονταν μεταξύ του αιγιαλού και του διαχωριστικού μαντρότοιχου του μεταβιβαζομένου κτήματος.
Ο ανωτέρω Π. Ζ. απεβίωσε την 27-8-1987 και στην κληρονομιά αυτού υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του η πρώτη των εναγουσών, κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου, και η δεύτερη των εναγουσών, ως και η θυγατέρα αυτού Μ., κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου η κάθε μια. από αυτές. Με την υπ' αριθ. δε .../1888 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πρεβέζης Ιωάννου Ραβανού, που μεταγράφηκε νομίμως, οι ενάγουσες αποδέχτηκαν την κληρονομιά του κατά τα ανωτέρω, αποβιώσαντος Π.
Ζ., προσδιόρισαν δε με τη δήλωσή τους αυτή την έκταση του προπεριγραφέντος αγροκτήματος σε 40.017 τ.μ. Στη συνέχεια όμως οι ενάγουσες με την με αριθ. .../1989 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, προσδιόρισαν την έκταση του περιελθόντος σ' αυτές αγροκτήματος σε 43.404,09 τ.μ., όπως ειδικότερα τούτο περιεγράφετο στο από Νοεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Δ.
Ν., με στοιχεία Β'-Γ-Δ-Ο-Ε-Ζ-Μ-Β'. Σύμφωνα προς τα ανωτέρω οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών με βάση τα παραπάνω συμβόλαια απέκτησαν την κυριότητα επί του άνω αγροκτήματος, όπως τούτο περιγράφεται ανωτέρω, σε έκταση η οποία προσδιοριζόμενη κατά τα άνω όρια δεν υπερέβαινε σε κάθε περίπτωση τα 35 στρέμματα, και έφθανε μέχρι του ανωτέρω μαντρότοιχου, ο οποίος αποτελούσε και το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας τους, όχι δε και την κυριότητα του επιδίκου τμήματος επιφανείας 2.856 τμ, το οποίο βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του προπεριγραφέντος αγροκτήματος και περιγράφεται στο από Νοεμβρίου τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Δ.
Ν. με στοιχεία Ε-Ζ-Ν-Ξ-Ο-Ε. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγουσες δεν απέκτησαν το επίδικο ούτε με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας. Και τούτο διότι η μεταξύ του αναφερθέντος μαντρότοιχου και του αιγιαλού υφιστάμενη λωρίδα, το νότιο τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, είχε δασώδη μορφή και δεν ήταν δυνατόν να καλλιεργηθεί.
Ειδικότερα το έδαφος αυτού καλύπτεται εξ ολοκλήρου από άγρια δέντρα, καλάμια και θάμνους. Ήταν ανέκαθεν απερίφρακτο και ευρίσκετο πάντοτε στην κοινή χρήση των κατοίκων της περιοχής. Αντίθετα η αναμφισβήτητη ιδιοκτησία των εναγουσών διαχωρίζεται σαφώς από αυτήν, συνεπώς και από το επίδικο, από τον αναφερθέντα μαντρότοιχο, ο οποίος ήταν κατασκευασμένος κατά τέτοιο τρόπο που απέκλειε την έξοδο των ιδιοκτητών προς την εν λόγω λωρίδα γης.
Οι επικαλούμενες δε από τις ενάγουσες πράξεις νομής δεν ασκούνταν στο επίδικο, καθόσον η καλλιέργεια με κηπευτικά και δημητριακά, η συγκομιδή καρπών, η εγκατάσταση αρδευτικού συστήματος διενεργούντο στο μη αμφισβητούμενο τμήμα του ακινήτου των εναγουσών, η κατασκευή δε ενός χάνδακος και η φύτευση ευκαλύπτων και κυπαρισσιών έγιναν στο νότιο σύνορο του ακινήτου των προς την πλευρά του κληροδοτήματος Ι.
Β.. [τώρα εναγομένου δήμου]. Τέλος δε η ύπαρξη ορισμένων ευκαλύπτων παράλληλα και σε επαφή με τον αναφερθέντα τοίχο, τριών συκιών, ενός άλλου αποχετευτικού χάνδακος, η παλαιά βρύση του 1826 βρίσκονται στη βόρεια πλευρά της αναφερθείσης εδαφικής λωρίδος, δηλαδή εκτός του επιδίκου. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποδεικνύεται κάτι διαφορετικό προς τα παραπάνω εκτεθέντα ούτε απορρέει δεδικασμένο, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες υπ' αριθ. 81/1994 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η οποία εκδόθηκε μεταξύ των αυτών διαδίκων και απέρριψε ως αναπόδεικτη αγωγή κυριότητος του Δήμου Πρεβέζης που είχε ως αντικείμενο τμήμα εδάφους διάφορο του επιδίκου και δη την διεκδίκηση εδαφικής λωρίδος εμβαδού 1686 τμ κειμένης νοτίως του ακινήτου των εναγουσών".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της εκκαλούμενης απόφαση η οποία, δεχόμενη ότι οι τελευταίες δεν απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο, καθώς και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), απέρριψε την ένδικη, διεκδικητική αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα: α) της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, αφού δέχθηκε, ότι στο .../1932 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Ν.
Ζ. αγόρασε από το Θ. Φ. το όλο ακίνητο (αγροτεμάχιο - αμπελώνα), καθώς και στο .../1966 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με το οποίο ο Ν. Ζ. πώλησε το εν λόγω ακίνητο στον Π. Ζ., σύζυγο της πρώτης και πατέρα της δεύτερης από τις αναιρεσείουσες, το οποίο, κατά την περιγραφή του στα εν λόγω συμβόλαια, συνόρευε δυτικά με θάλασσα - Ιόνιο πέλαγος, δέχθηκε περαιτέρω, εντελώς αντιφατικά, ότι το επίδικο ακίνητο (εμβαδού 2.856 τετρ.
μέτρων) δεν εξικνείται μέχρι τη θάλασσα, αλλά εξικνείται μέχρι το μανδρότοιχο που είχε κατασκευασθεί καθόλο το μήκος της δυτικής πλευράς από την εποχή της τουρκοκρατίας και διαχώριζε το όλο ακίνητο από τη δασώδη έκταση, εμβαδού 10 περίπου στρεμμάτων, εκτεινόμενη μεταξύ του εν λόγω ακινήτου και του αιγιαλού (μανδρότοιχος και δασώδη έκταση που δεν μνημονεύονται στα προμνημονευόμενα συμβόλαια), β) της μη άσκησης νομής στο επίδικο ακίνητο από μέρους των αναιρεσειουσών, αφού δέχθηκε ότι η μεταξύ του (διαχωριστικού) μανδροτοίχου και του αιγιαλού υπάρχουσα λωρίδα, το νότιο τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, είχε δασώδη μορφή και, έτσι, ήταν ανεπίδεκτη καλλιέργειας, ως καλυπτόμενη εξ ολοκλήρου από άγρια δένδρα, καλάμια και θάμνους και, συνακόλουθα ανεπίδεκτη κτήση κυριότητας, σ' αυτό -επίδικο ακίνητο- με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να διαλάβει καμία αιτιολογία ως προς άλλες πράξεις νομής στο εν λόγω ακίνητο, όπως λ.χ.
τις επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσας με την ένδικη αγωγή της πράξεως της επίβλεψης και επιτήρησης και γ) του ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν απερίφρακτο και βρισκόταν στην κοινή χρήση των κατοίκων της περιοχής, δηλαδή ήταν κοινόχρηστο, χωρίς να διαλάβει και αιτιολογία περί του ότι η όλη εκεί περιοχή είναι κοινόχρηστη και όχι ιδιωτική καθώς και περί του τρόπου με τον οποίο, κατέστη αυτή κοινόχρηστη και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από το νόμιμη βάση της.
Επομένως, οι πρώτος κύριος, δεύτερος κύριος, δεύτερος πρόσθετος και ένατος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, στην ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωση ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες και δεν προέβη στην ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων στα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες .../1932 και .../1966, πωλητήρια συμβόλαια, δεχόμενο εμμέσως κενό ως προς το δυτικό όριο του επιδίκου ακινήτου (Ιόνιο Πέλαγος).
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μολονότι δέχτηκε, ότι ενώ το όλο ακίνητο όπως περιγράφεται στα .../1932 και .../1966 πωλητήρια συμβόλαιο, με το πρώτο από τα οποία ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών Ν. Ζ. αγόρασε από το Θ. Φ. το όλο ακίνητο, με το δεύτερο δε ο πιο πάνω αγοραστής (Ν. Ζ.) πώλησε το εν λόγω ακίνητο στον Π. Ζ., σύζυγο της πρώτης και πατέρα της δεύτερης από τις αναιρεσείουσες, συνόρευε δυτικά με τη θάλασσα (Ιόνιο Πέλαγος), στη συνέχεια, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο (εμβαδού 2.856 τμ) δεν εξικνείται μέχρι τη θάλασσα, αλλά εξικνείται μέχρι το μαντρότοιχο που κατασκευάστηκε την εποχή της τουρκοκρατίας και διαχώριζε το όλο ακίνητο από τη δασώδη έκταση, εμβαδού 10 στρεμμάτων μέρος της οποίας είναι το επίδικο ακίνητο, εκτεινόμενο μεταξύ του μαντρότοιχου και της θάλασσας και έτσι, το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του, μολονότι δέχτηκε εμμέσως κενό ως προς το δυτικό όριο του επιδίκου ακινήτου, εντούτοις δεν προέβη στην ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων στα πιο πάνω μεταβιβαστικά της κυριότητας του όλου ακινήτου συμβόλαια σχετικά με το όριο αυτό και δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες σύμφωνα με τους οποίους η ερμηνεία των συμβάσεων γίνεται κατά τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός απ' αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ), όπως αυτό ισχύει πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 12§4 Ν. 4055/2012, αφού οι ρυθμίσεις που εισάγονται σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, ισχύουν για τις υποθέσεις που συζητήθηκαν από 2.4.2012 και εντεύθεν, η δε προκειμένη υπόθεση συζητήθηκε στις 8.2.2012 (βλ. Ολ.ΑΠ 4/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 148/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός απ' αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο Πρέβεζας στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ