1075/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1075/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1075 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1075/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. -Σ. ΟΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου Δημητρίου Μπούμπουρη.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Γ. Α. Π., κατοίκου... , 2) Α. Μ., 3) Α. συζ Α. Μ., κατοίκων... , 4) Κ. χας Α. Π., κατοίκου... . Ο πρώτος και η τέταρτη εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Φλώρα Τριανταφύλλου η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις και ο δεύτερος και τρίτη εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Χριστινάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 20-04-2007 προσεπίκληση και την από 22-5-2007 πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε με τις προτάσεις. Εκδόθηκε η 16/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 7311/2009 όπως διορθώθηκε με την 2388/2010 απόφαση, του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-03-2010 αίτηση αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ασπασία Καρέλλου, ανέγνωσε την από 28-04-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16-3-2010 αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1,96 παρ. 1 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει: 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση και μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει, 3) ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της και 4) εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή σχετική πληρεξουσιότητα θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Τέλος, κατά το άρθρο 82 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.
Στην προκείμενη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα 7215 Β'/18-10-2010 και 7216 Β' 18-10 2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο και την τέταρτη αναιρεσίβλητους, Γ, Π. και Κ. χήρα Α. Π., η τελευταία των οποίων δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αλλά είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του πρώτου, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από την πληρεξούσια δικηγόρο Φ. Τριαντάφυλλου, χωρίς όμως να προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός χορήγησε πληρεξουσιότητα στην προαναφερόμενη δικηγόρο, με κάποιον από τους συστατικούς τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, για να τον εκπροσωπήσει κατά την προκείμενη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως ο πρώτος αναιρεσίβλητος που δεν έλαβε μέρος κατά τη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος θεωρείται δικονομικώς απών και πρέπει, αφού κλήθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 παρ.3 και 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης, η οποία είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά την πρωτόδικη δίκη, χωρίς να αναλάβει το δικαστικό αγώνα, οι δε λόγοι αναιρέσεως δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, είναι απαράδεκτη.
Επειδή από το άρθρο 211 Α.Κ. δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομα του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 212 του ίδιου κώδικα, αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα, και κατά το άρθρο 216 Α.Κ. η εξουσία αντιπροσωπεύσεως παρέχεται με τη σχετική δικαιοπραξία (πληρεξουσιότητα). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, α) για να ενεργήσει η δήλωση βουλήσεως αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία στο όνομα εκείνου και να καταστήσει γνωστό σε αυτόν με τον οποίο συναλλάσσεται, ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό του, αλλά τον αντιπροσωπευόμενο, πράγμα το οποίο μπορεί να συναχθεί και από τις περιστάσεις και β ) αν δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα.
Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως αυτής, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ..
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής: Με σύμβαση που καταρτίσθηκε εγγράφως, την 17-11-2004, μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως μεσίτριας και της τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης Α. - Ζ. συζ. Α. Μ., ως μεσιτικής εντολέως, η τελευταία ανέθεσε στην αναιρεσείουσα, την καθαρή εντολή μόνο να της υποδείξει ευκαιρία για να αγοράσει συγκεκριμένο ακίνητο Το ακίνητο αυτό είναι το επίδικο.
Η έκταση της υποδείξεως ευκαιρίας προκύπτει από τη σύμβαση μεσιτείας. Η μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2 % επί του πραγματικού τιμήματος αγοράς, που θα συμφωνηθεί, πλέον Φ.Π.Α. (19 %). Δήλη ημέρα πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής συμφωνήθηκε η 11η ημέρα από την κατάρτιση της σκοπούμενη κύριας συμβάσεως.
Σε αυτή τη σύμβαση μεσιτείας η αναιρεσίβλητη Α.- Ζ. συζ. Α. Μ., ενήργησε δι' εαυτήν μόνο, όχι και ως άμεση αντιπρόσωπος του αναιρεσίβλητου συζύγου της, Α. Μ.. Την 17-11-2004 η αναιρεσείουσα υπέδειξε στην αναιρεσίβλητη Α. Μ. την ευκαιρία, προς αγορά, ήτοι μονοκατοικία επιφανείας 525 μ2 περίπου, σε οικόπεδο εμβαδού 8.656,61 μ2, επί των οδών ...
και ... και ..., στη θέση ... της .... Μετά την υπόδειξη ευκαιρίας από την αναιρεσείουσα, καταρτίσθηκε, την 14-12-2006, εγκύρως, η σκοπούμενη σύμβαση μεταξύ των κυρίων του επιδίκου (Γ. Π. ή Π. και Κ. χήρας Α. Π. ή Π.) ως πωλητών και του μέλους της οικογένειας της αναιρεσίβλητης Α.-Α. θυγ. Α. και Α. -Ζ. Μ., ως αγοράστριας. Το τίμημα πωλήσεως-αγοράς συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 5.936.222,69 ευρώ, ήτοι 2.807.700 ευρώ, που αναγράφεται στο .../14-12- 2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Ζαφειρίας Σουρή- Κωνσταντίνου και 3.128.522,69 ευρώ, που αναγράφεται στο .../14 -12 - 2006 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου.
Το τίμημα αυτό αντιστοιχούσε, το χρόνο εκείνο (14-12-2006) στην πραγματική αγοραία αξία του επιδίκου. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας μόνο ως προς τους εναγομένους Γ. Π. ή Π. και Α. -Ζ. Μ., την απέρριψε ως προς τον εναγόμενο Α. Μ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, μόνο ως προς τους εναγομένους Γ.
Π. ή Π. και Α. - Ζ. Μ., και αναγνώρισε ότι και η αναιρεσίβλητη Α. - Ζ. συζ. Α. Μ., υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσείουσα τη συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή, ανερχόμενη στο ποσό των 141.282 ευρώ 5.936.222,69 ευρώ Χ 2% = 118.724 ευρώ η μεσιτική αμοιβή + 22.558 ευρώ ο ΦΠΑ (118.724 ευρώ Χ 19 %). Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 212 και 216 του Α.Κ.
και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση συνοπτικές αλλά επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι η έγγραφη σύμβαση μεσιτικής εντολής καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης Α.
Μ., η οποία ενήργησε μόνο για τον εαυτό της, όχι δε και ως άμεσος αντιπρόσωπος του συζύγου της Α. Μ. και ότι προς αυτή υπέδειξε η αναιρεσείουσα την ευκαιρία προς αγορά του ως άνω ακινήτου και στη συνέχεια καταρτίσθηκε η σκοπούμενη σύμβαση στο όνομα της θυγατέρας της Α. Μ.. Επίσης επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το ύψος της πραγματικής αξίας του ως άνω ακινήτου, με την παραδοχή ότι το τίμημα πωλήσεως - αγοράς του ως άνω ακινήτου συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 5.936.222,69 ευρώ, που αναγράφεται στα συμβόλαια και ότι το τίμημα αυτό αντιστοιχούσε, το χρόνο καταρτίσεως των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων (14-12 -2006 ) στην πραγματική αγοραία αξία του.
Επομένως, οι πρώτος, και δεύτερος, μέρος πρώτο, λόγοι αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., όχι δε και από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ. ο πρώτος, είναι αβάσιμοι. Επειδή, ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, βάσει των οποίων η πραγματική αξία ενός ακινήτου είναι πάντοτε μεγαλύτερη της αντικειμενικής και ως εκ τούτου η πραγματική αξία του ενδίκων ακινήτων, με βάση την οποία υπολογίζεται η μεσιτική της αμοιβή, ήταν 20.000.000 ευρώ και όχι 5.936.222,69 ευρώ, όπως αναγράφεται στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί τα αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως, χρησιμοποιήθηκαν δε από το δικαστήριο προς έμμεση απόδειξη, προς διαπίστωση δηλαδή πραγματικών γεγονότων.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 του Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγόμενης έμμεσης ομολογίας του διαδίκου σε σχέση με συγκεκριμένα πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός. Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, με επισκόπηση των προτάσεων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ ), το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται συνάγεται έμμεση ομολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη την ομολογία των αντιδίκων της, η οποία συνάγονταν από τη μη αμφισβήτηση του τιμήματος πωλήσεως - αγοράς του επιδίκου ακινήτου, που ανέρχονταν στο ποσό των 20.000.000 ευρώ και την έμμεση συνομολόγηση αυτού, με το αίτημα τους να μειωθεί η μεσιτική αμοιβή στο προσήκον μέτρο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτοί αρνήθηκαν ρητά τη βάση της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν ως μεσιτική αμοιβή το ποσό των 400.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. γιατί το πραγματικό τίμημα πωλήσεως των ένδικων ακινήτων ανήλθε σε 20,000.000 ευρώ και όχι σε 5.936.222,69 ευρώ που αναγράφεται στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση αναίρεση της 7311/-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην κοινή δικαστική δαπάνη των δεύτερου και τρίτης αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 23-5-2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 23-6-2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ