1075/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1075/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το μέγιστο δε επιτρεπόμενο ύψος του κτιρίου ορίζεται από την παράγραφο 7 του πιο πάνω άρθρου 9 του ν. 1577/1985, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί με το άρθρο 13 παρ. 3α του ν. 1647/1986. Στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται όταν κατασκευάζονται περισσότερα από ένα κτίρια στο ίδιο οικόπεδο, η απόσταση μεταξύ τους καθορίζεται από τη σχέση Δ=3+0.10Η (όπου Η το ύψος του υψηλότερου κτιρίου, όπως ορίζεται στην παρ. 1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1075 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1075/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4, όλων κατοίκων ... . Οι 1ος και 3ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αντωνόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι το ορθό όνομα του 1ου είναι "..." και όχι "...", όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης. Οι 2η και 4ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων ... . Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ντούμα και ο 2ος παραστάθηκε με την ίδια δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1065/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 13-4-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 13 του ν. 3741/1929, 1 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 1024/1971, 1002 και 1117 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, δηλαδή χωριστής ιδιοκτησίας σε περισσότερα οικοδομήματα που έχουν ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο, αλλά σε ορισμένο ξεχωριστό για κάθε συνιδιοκτήτη τμήμα, ο κύριος κάθε χωριστής οικοδομής θεωρείται έναντι μεν της πολιτείας συγκύριος του όλου οικοπέδου, έναντι δε του συνιδιοκτήτη του οικοπέδου και αποκλειστικού κυρίου χωριστής οικοδομής, αυτοτελής κύριος.
Κάθε συνιδιοκτήτης του ενιαίου οικοπέδου έχει δικαίωμα να προβεί σε ανέγερση οικοδομής στο καθορισμένο γι' αυτόν τμήμα του κοινού οικοπέδου, δικαιούται δε να καλύψει, με την ανέγερση της οικοδομής, τόση επιφάνεια, όση αναλογεί στο συμβατικώς καθορισμένο ποσοστό συγκυριότητάς του στο ενιαίο οικόπεδο, αφήνοντας δηλαδή ακάλυπτο το ποσοστό εκείνο το οποίο, σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις, είναι υποχρεωμένος να αφήσει, ανάλογα με το εμβαδόν και τις διαστάσεις της δικής του ιδιοκτησίας, και μη υπερβαίνοντας το συντελεστή δόμησης που αναλογεί, επίσης κατά τις σχετικές πολεοδομικές διατάξεις, στην ιδιοκτησία του.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 8 παρ.2 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), "ο υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου αφήνεται σε επαφή με ένα ή περισσότερα όρια του οικοπέδου, έχει διαστάσεις τουλάχιστον Δ (όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παρ. 1) και πρέπει να είναι προσπελάσιμος από τους χώρους κοινής χρήσεως του κτιρίου", κατά δε το άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου νόμου, το κτίριο τοποθετείται ελεύθερα μέσα στο οικόπεδο, όπου δε "δεν εφάπτεται με τα πίσω και πλάγια όρια του οικοπέδου, αφήνεται ποσοστό Δ=3 + 0,10 Η (όπου Η το πραγματοποιούμενο ύψος του κτιρίου, σε περίπτωση που εξαντλείται ο συντελεστής δόμησης, ή το μέγιστο επιτρεπόμενο, σε περίπτωση που δεν εξαντλείται ο συντελεστής αυτός)", ενώ, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, "όταν κατασκευάζονται περισσότερα από ένα κτίρια στο ίδιο οικόπεδο, η απόσταση μεταξύ τους καθορίζεται από τη σχέση Δ=3 + 0.10 Η (όπου Η το ύψος του υψηλότερου κτιρίου, όπως καθορίζεται στην παρ. 1)".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών του ΓΟΚ προκύπτει ότι όταν ανεγείρονται στο ίδιο οικόπεδο περισσότερα του ενός κτίρια, μη εφαπτόμενα, τα κτίρια αυτά πρέπει να απέχουν μεταξύ τους απόσταση Δ, έστω και αν ανεγείρονται σε διαφορετικό χρόνο και με βάση διαφορετικές οικοδομικές άδειες. Η απόσταση αυτή Δ αποτελεί συνάρτηση του ύψους του υψηλότερου κτιρίου μεταξύ των οποίων θα τηρηθεί η απόσταση, στην περίπτωση που εξαντλείται ο αναλογών σε ολόκληρο το ακίνητο συντελεστής δόμησης, ή του μέγιστου επιτρεπόμενου στην περιοχή ύψους, στην περίπτωση που με την ανέγερση του κτιρίου, στο οποίο αφορά η συγκεκριμένη άδεια, δεν εξαντλείται ο εν λόγω συντελεστής δόμησης.
Το μέγιστο δε επιτρεπόμενο ύψος του κτιρίου ορίζεται από την παράγραφο 7 του πιο πάνω άρθρου 9 του ν. 1577/1985, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί με το άρθρο 13 παρ. 3α του ν. 1647/1986. Στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται όταν κατασκευάζονται περισσότερα από ένα κτίρια στο ίδιο οικόπεδο, η απόσταση μεταξύ τους καθορίζεται από τη σχέση Δ=3+0.10Η (όπου Η το ύψος του υψηλότερου κτιρίου, όπως ορίζεται στην παρ. 1).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 της υπ' αριθμ. 3046/304/1989 αποφάσεως του ΥΠΕΧΩΔΕ "Κτιριοδομικός Κανονισμός" όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 της 49977/3068/1989 αποφάσεως του ίδιου Υπουργού, στους μεσότοιχους και τους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου που ανεγείρεται σε επαφή με το κοινό όριο των ιδιοκτησιών απαγορεύεται η διάνοιξη ανοιγμάτων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν κατασκευάζονται περισσότερα του ενός κτίρια στο ίδιο οικόπεδο είναι επιτρεπτή η επαφή των κτιρίων αυτών μεταξύ τους, ή η ανέγερση κτιρίου σε επαφή με το κοινό όριο των κάθετων ιδιοκτησιών όπως τούτο συνάγεται από τον κανόνα της ελεύθερης τοποθέτησης των κτιρίων από τον οποίο διαπνέεται ο ΓΟΚ/1985, ενισχύεται δε από τη δυνατότητα επαφής κατά τον ίδιο νόμο και υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων του για οικοδομές που ανεγείρονται σε όμορα οικόπεδα, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η διάνοιξη ανοιγμάτων στους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου που ανεγείρονται σε επαφή με το κοινό όριο των χωριστών οικοπεδικών τμημάτων της κάθετης ιδιοκτησίας.
Αν η αρχιτεκτονική λύση που έχει επιλεγεί για το συγκεκριμένο οικόπεδο προβλέπει την ανέγερση σ' αυτό χωριστών κτιρίων μη εφαπτομένων, τότε τα κτίρια αυτά πρέπει να απέχουν μεταξύ τους απόσταση Δ, η οποία κατά νόμο είναι συνάρτηση του πραγματοποιούμενου ύψους σε περίπτωση που εξαντλείται ο συντελεστής δόμησης ή του μεγίστου επιτρεπόμενου στην περιοχή ύψους, σε περίπτωση που δεν εξαντλείται ο συντελεστής αυτός.
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση με την έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκε ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής:
Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../7-9-2002 πράξεως τροποποιήσεως κάθετων ιδιοκτησιών και μερικής διανομής της συμ/φου Λευκάδας Χαρίκλειας Γράψα που έχει μεταγραφεί νόμιμα, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. .../1998 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα και τη με αριθμό .../1997 πράξη σύστασης καθέτων ιδιοκτησιών και διανομής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδας στον τόμο ...
και με αριθμό 93 και 93Α, περιήλθε στον πρώτο των αναιρεσειόντων κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της επικαρπίας, στη δεύτερη τούτων κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της επικαρπίας, στον τρίτο τούτων κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας και στον τέταρτο τούτων κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας, η κάθετη ιδιοκτησία με το στοιχείο 3-Α.
Η εν λόγω κάθετη ιδιοκτησία συνορεύει σε πλευρά μήκους 13,08 μέτρων με την κάθετη ιδιοκτησία με στοιχείο 3-Β, η οποία δυνάμει της ιδίας ως άνω πράξεως περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή των εναγομένων κατά το 1/2 εξ' αδιαιρέτου. Οι ανωτέρω κάθετες ιδιοκτησίες έχουν συσταθεί σε οικόπεδο συνολικού εμβαδού 636, 41 τμ, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." Δήμου ... .
Επί του ανωτέρω ενιαίου οικοπέδου έχουν συσταθεί οι με στοιχεία 3Α και 3Β κάθετες ιδιοκτησίες, ενώ ο χώρος που σημειώνεται με το στοιχείο 3Γ στο οικείο τοπογραφικό διάγραμμα, έχει εμβαδόν 117,95 τμ και αποτελεί κοινόχρηστο χώρο των δύο οικοδομοκτησιών των διαδίκων, ο δε πέραν του περιγράμματος της οικοδομοκτησίας των αναιρεσειόντων (ήτοι ο πέραν της υφισταμένης οικοδομής) και περικλειόμενος από τον ως άνω κοινόχρηστο χώρο και του ορίου στο οποίο εφάπτεται η οικοδομή των αναρεσιβλήτων και που προσδιορίζεται από το χώρο της αποκλειστικής χρήσεως του κτιρίου των αναρεσιβλήτων (3Β), όπισθεν του κτιρίου των αναρεσειόντων, συνιστά χώρο της αποκλειστικής χρήσεως των αναιρεσειόντων.
Επί του ορίου που διαχωρίζει τον ακάλυπτο χώρο του ενιαίου οικοπέδου των διαδίκων με την οικοδομή των αναιρεσιβλήτων, η οποία ανεγείρεται επί τη βάσει της υπ' αριθ. .../2004 οικοδομικής αδείας του τμήματος πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Λευκάδας και όπου υφίσταται ο δυτικός τοίχος της ανεγειρόμενης οικοδομής των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι άνοιξαν έξι ανοίγματα ήτοι τρία παράθυρα και τρεις φωταγωγούς σε εκτέλεση της εν λόγω αδείας.
Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι τα ανοίγματα αυτά δεν προβλέπονται να βλέπουν προς τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομοκτισίας των, επί του οποίου διατηρούν εκείνοι το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως του. Όμως τέτοια δυνατότητα δεν προκύπτει από τις ιδιαίτερες συμφωνίες των διαδίκων οι οποίες περιελήφθησαν στην πράξη συστάσεως κάθετων ιδιοκτησιών βάσει του ως άνω συμβολαίου, ότι τα πιο πάνω ανοίγματα δεν προβλέπεται να βλέπουν προς τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομοκτησίας των αναιρεσειόντων, επί του οποίου εκείνοι διατηρούν το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως.
Αντίθετα, οι διάδικοι καθόρισαν μόνο τον τρόπο χρήσεως από τον καθένα εξ αυτών, του κοινόχρηστου χώρου των 117, 95 τμ, και δε συμφώνησαν κάποιο περιορισμό σχετικά με τον υφιστάμενο μεταξύ των δύο οικοδομοκτησιών κοινόκτητο χώρο. Έτσι, επ' αυτού ισχύουν τα οριζόμενα από το άρθρο 9 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού κατά τον οποίο στους μεσότοιχους και τους εξωτερικούς τοίχους το κτιρίου που ανεγείρονται σε επαφή με το κοινό όριο των ιδιοκτησιών απαγορεύεται η διάνοιξη ανοιγμάτων.
Η ιδιοκτησία όμως (οικοδομή) των αναιρεσιβλήτων δεν εφάπτεται με την κάθετη ιδιοκτησία των αναιρεσιόντων, αλλά με μέρος του ακάλυπτου, αδόμητου και κοινόχρηστου χώρου με στοιχεία 3Γ, στον οποίο οι αναιρεσείοντες έχουν την αποκλειστική χρήση και όχι ιδιοκτησία. Με τα δεδομένα αυτά δεν αποδείχθηκε ότι από τη διάνοιξη των ανωτέρω ανοιγμάτων παραβλάπτεται η αποκλειστική χρήση στον ακάλυπτο χώρο πίσω από την οικοδομή των αναιρεσειόντων, αντίθετα δε αποδείχθηκε ότι ο τοίχος στον οποίο αυτά έχουν ανοιχθεί, έχει κτιστεί αφού τηρήθηκε η απόσταση Δέλτα (Δ), που καθορίζεται από τον ισχύοντα ΓΟΚ και δε συνιστούν διαταρακτική κατάσταση σε βάρος της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων.
Με την κρίσητου αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 13 του ν. 3741/1929, 1παρ. 1, 2, ν.δ.1024/1971, 480Α Κ.Πολ.Δ., 1002, 1117 ΑΚ, 9 ν.1577/1985 και 9,10 της 3046/304/1989 αποφάσεως του ΥΠΕΧΩΔΕ, περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ίδιων διατάξεων και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
καθώς και ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 τού ίδιου άρθρου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε ποια πράγματα αναφέρεται ο λόγος αυτός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα) και το από 24-8-2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ...
καθώς και την .../2004 οικοδομική άδεια δεν στηρίχτηκε όμως αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, αλλά τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να τα εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ανέγνωσε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, με το λόγο δε αυτό πλήττεται στην πραγματικότητα το εκ της συνεκτίμησης αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2009 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 1065/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ