Supreme Court partially allows appeal on lost wages, remanding case while dismissing procedural defects regarding evidence and prior judgments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision on personal injury damages. While dismissing arguments regarding the failure to consider specific evidence and the res judicata effect of prior rulings on the accident's circumstances, the court found merit in the claim for lost wages due to the appellant's inability to work. Consequently, the judgment was remanded for further proceedings on the lost wages issue, with the insurance company ordered to bear the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 322, 324 of the Code of Civil Procedure and Articles 914, 929 of the Civil Code; A final judgment on personal injury damages constitutes res judicata regarding the accident's conditions and liability but not for subsequent consequences like delayed medical complications or lost wages arising from the inability to work.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1075 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1075/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.
Της αναιρεσιβλήτου: Της εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μουλαγιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4142/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 465/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/5/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 14/3/2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Παναγιώτη Παρτσιλίβα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 Κ.Πολ.Δ και 914, 929 ΑΚ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε σε αγωγή για αποζημίωση σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο επί της νέας με την αυτή ιστορική και νομική αιτία δίκης, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και την ζημία του ενάγοντος, που αναφέρεται στον οριοθετηθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.
Δεν αποτελεί όμως δεδικασμένο η απόφαση αυτή για ζημίες που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο είναι δυνατόν η αδικοπραξία να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβλεφθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Έτσι, η επιδίκαση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του τραυματισθέντος σε αυτοκινητικό ατύχημα, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης.
Προϋπόθεση γι' αυτό είναι ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να παραβλεφθούν από το δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον παθόντα την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση. Κατά συνέπεια, μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήταν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη χρηματική ικανοποίησης για ηθική βλάβη έστω και αν στην προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη δικαστική απόφαση δημιουργείται και όταν στη νέα δίκη που διεξάγεται μεταξύ των αυτών προσώπων, παρισταμένων με την ίδια ιδιότητα, το αντικείμενο είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, εκεί όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην πρώτη εκείνη δίκη.
Τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Έτσι, σε περίπτωση βλάβης σώματος ή της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, εάν με την προηγούμενη αγωγή ζητήθηκε αποζημίωση για οτιδήποτε θα στερηθεί στο μέλλον για ορισμένο χρονικό διάστημα εξαιτίας της προς εργασίας ανικανότητας του από τον τραυματισμό του και με την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε στην αγωγή αυτή, κρίθηκε ότι ο παθών κατέστη ανίκανος για εργασία για μικρότερο του επιδίκου χρονικό διάστημα ή και καθόλου και έτσι επιδίκασε αποζημίωση για το μικρότερο χρονικό διάστημα ή απέρριψε εντελώς το κονδύλιο της αποζημίωσης δημιουργείται από την εν λόγω απόφαση δεδικασμένο, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αι αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Στην τρίτη ως άνω περίπτωση της παραδοχής δεδικασμένου βάσει αποφάσεως που αναιρέθηκε, η αναίρεση είναι συνέπεια της από το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αρχής της αποκαταστάσεως των διαδίκων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση.
Γι' αυτό και ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν η ανατροπή ή εξαφάνιση της αποφάσεως στην οποία στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προς συναγωγή του δεδικασμένου έγινε μετά την τελευταία συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι με την 5106/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 9-5-2000 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 9144/2002 απόφαση του, κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε με την 760/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε ο αναιρεσείων έγινε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη.
Επίσης δέχθηκε, ύστερα από την εν μέρει αναίρεση της ως άνω αποφάσεως την ως προς τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και την αποζημίωση του αναιρεσείοντος λόγω ανικανότητας προς εργασία εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ατύχημα, ότι κρίθηκε, με την εκδοθείσα μετά την αναίρεση 464/2006 απόφασή του, πως ο αναιρεσείων δεν κατέστη, λόγω του τραυματισμού του ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 3-5-1999 μέχρι 10-5-2000, που αφορούσε η από 9-5-2000 αγωγή του, γι' αυτό και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο.
Περαιτέρω το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε επί της μεταγενέστερης από 3-5-2001, αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "... Ήδη. με την ένδικη από 3-5-2001 αγωγή του ο εκκαλών ζητεί την επιδίκαση αποζημίωσης συνολικού ποσού 46.800.000 δραχμών, όπως και με την προηγούμενη από 9-5-2000 αγωγή του, από την ίδια αδικοπραξία για απωλεσθέντα εισοδήματα από την εργασία του ως δικηγόρος για μεταγενέστερο χρόνο από την πρώτη αγωγή, ήτοι από 11-5-2000 μέχρι 3-5-2001, χωρίς να προβάλλεται με τη νεότερη αγωγή μεταβολή πραγματικών περιστατικών ή απρόβλεπτη επιδείνωση ή χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του.
Συνεπώς το Δικαστήριο τούτο δεσμεύεται από το δεδικασμένο που ήδη παρήχθη από την 464/2006 προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση του αναφορικά με τη διάρκεια της ανικανότητας του εκκαλούντος προς εργασία και πρέπει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο να απορριφθεί λόγω δεδικασμένου (άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ.). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγική του απαίτηση για την αιτία αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και πρέπει ο τρίτος λόγος της με στοιχείο (Β) έφεσης να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Επίσης, με την ως άνω 9144/2002 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε, κρίθηκε, ότι ο εκκαλών, συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του, δαπάνησε 200.000 δραχμές για αναγκαίουσα βελτίωση της διατροφής του κατά 2.000 δραχμές ημερησίως και επί 100 ημέρες μετά την από το Νοσοκομείο έξοδο του (7-5-1999) και όχι μέχρι την 10-5-2000, που ζητούσε ο εκκαλών με την πρώτη αγωγή του, καθόσον η φύση και η έκταση του τραυματισμού του δεν υπαγόρευσαν τέτοια ανάγκη περί λήψης βελτιωμένης διατροφής και πέραν των 100 ημερών, που δέχθηκε.
Ήδη με την ένδικη από 3-5-2001 αγωγή του ο εκκαλών ζητεί την επιδίκαση αποζημίωσης συνολικού ποσού 1.950.000 δραχμών, όπως και με την προηγούμενη από 9-5-2000 αγωγή του, από την ίδια αδικοπραξία για λήψη βελτιωμένης διατροφής για μεταγενέστερο χρόνο από την πρώτη αγωγή, ήτοι από 11-5-2000 μέχρι 3-5-200Κ Συνεπώς το Δικαστήριο τούτο δεσμεύεται από το δεδικασμένο που ήδη παρήχθη από την 9144/2002 προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση του, κατά το μέρος που δεν αναιρέθηκε, αναφορικά με την ανάγκη περί λήψης βελτιωμένης διατροφής και πέραν των 100 ημερών, που δέχθηκε, καθόσον η φύση και η έκταση του τραυματισμού του δεν υπαγόρευσαν, κατά τα κριθέντα, τέτοια επιπλέον χρονική δαπάνη και πρέπει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο να απορριφθεί λόγω δεδικασμένου (άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ.).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγική του απαίτηση για την αιτία _ αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και πρέπει ο πέμπτος λόγος της με στοιχείο (Β) έφεσης να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος της με στοιχείο (Α) έφεσης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Καθόσον δε αφορά το αγωγικό κονδύλιο των 600.000 δραχμών για επανορθωτική πλαστική χειρουργική επέμβαση στο πόδι του εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε το κόστος για τη δαπάνη αυτή. Αφού, έτσι έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, ως προς το κονδύλιο αυτό, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος της με στοιχείο (Α) έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Τέλος, καθόσον αφορά το αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης ποσού 20.000.000 δραχμών στον εκκαλούντα πρέπει να ειπωθεί, ότι το δεδικασμένο, το οποίο παράγεται από τελεσίδικη δικαστική απόφαση (άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ), που επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξή της.
Προϋπόθεση όμως γι' αυτό είναι, ότι οι συνέπειες της αδικοπραξίας και της ηθικής βλάβης εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το Δικαστήριο, το οποίο επιδικάσει: στο: θύμα την προηγούμενη χρηματική ικανοποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ως άνω 464/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου επιδικάσθη στον εκκαλούντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 8.000.000 δραχμών (ή 23.477,60 ευρώ), λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω σωματική βλάβη του από το ένδικο ατύχημα και γενικά τη μελλοντική εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του, η οποία ήταν συνήθης και εντεύθεν προβλεπτή, καθώς και τις μεταγενέστερες πιθανές χειρουργικές επεμβάσεις για την αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης και την επανορθωτική πλαστική αποκατάσταση του ποδιού του και τις εξ αυτών δυσάρεστες γι' αυτόν καταστάσεις.
Ο εκκαλών (αναιρεσείων) λοιπόν, δεν δικαιούται μεταγενέστερα να ζητεί πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρέπει το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, για τους ως άνω λόγους, να απορριφθεί λόγω δεδικασμένου (άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ)...". Με τις παραδοχές του αυτές το εφετείο έκρινε ότι είναι απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου το κονδύλιο της μεταγενέστερης από 3-5-2001 αγωγής του αναιρεσείοντος που αφορούν α) την αποζημίωση λόγω ανικανότητας για εργασία από 11-5-2000 μέχρι 3-5-2001, β) τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για λήψη βελτιωμένης τροφής από 11-5-2000 μέχρι 3-5-2001 και γ) την επιδίκαση περαιτέρω χρηματική ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αγωγικό κονδύλιο ποσού 600.000 δρχ.
που θα πρέπει να δαπανήσει αυτές προκειμένου να υποβληθεί σε επανορθωτική πλαστική χειρουργική επέμβαση. Όμως με την 1070/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αφορά τα διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσείοντος λόγω ανικανότητας του για εργασία. Η αναίρεση ως προς το κεφάλαιο τούτο της αποφάσεως, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη για τη συναγωγή του ως άνω δεδικασμένου καίτοι χώρισε μετά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, στοιχειοθετεί τον από τον αριθμό 16 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, τον οποίο και προβάλλει ο αναιρεσείων με τον διαλαμβανόμενο στο αναιρετήριο 14ο λόγο. Ως εκ τούτου, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται η ως άνω αιτίαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις από το εδάφιο 16 περ.
γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αφορούν τα κεφάλαια της περαιτέρω χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της αποζημίωσης για λήψη βελτιωμένης τροφής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού για τα κεφάλαια αυτά προκύπτει πράγματι δεδικασμένο. Ειδικότερα, με την 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο αναιρεσείων μετά τον τραυματισμό του και την έξοδο του από το νοσοκομείο είχε ανάγκη για λήψη βεβαιωμένης τροφής μόνο επί 100 ημέρες και όχι μέχρι 10-5-2000 που ζήτησε με την αγωγή του.
Επίσης, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, προκύπτει δεδικασμένο από την 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επιδίκασε στον αναιρεσείοντα για τη αιτία αυτή το ποσό των 3.000.000 δρχ καθόσον στη μεταγενέστερα 3-5-2001 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήσαν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη με την προαναφερθείσα 464//2006 απόφαση του Εφετείου.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από το εδάφιο 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διότι κατά παράβαση του νόμου έκρινε ως απαράδεκτα λόγω δεδικασμένου τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν την ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ του αναιρεσείοντος και τη δαπάνη για την επανορθωτική πλαστική επέμβαση στην οποία αυτός θα υποβληθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το μεν πρώτο κονδύλιο απορρίφθηκε ως αόριστο, το δε δεύτερο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαιρούνται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα. Λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασία τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ'Κ.Πολ.Δ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335 και 338 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Όμως, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δέκατο πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του και έτσι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος τους οποίους και απέρριψε για λόγους τυπικούς και ουσιαστικούς.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον δέκατο έκτο λόγο αναιρέσεως ψέγει το Εφετείο γιατί, κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε και, συγκεκριμένα, πέντε έγχρωμες φωτογραφίες, τις οποίες προσήγαγε προκειμένου να αποδείξει την βασιμότητα των αγωγικών του αξιώσεων.
Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως κατ' εκτίμηση από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου που επικαλείται ο αναιρεσείων) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις φωτογραφίες που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων .
Κατόπιν τούτων, και επειδή παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων λόγων αναιρέσεως, καθόσον όλοι αναφέρονται στο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά το διαφυγόντα κέρδη του αναιρεσείοντος λόγω της ανικανότητας του για εργασία, πρέπει, κατά παραδοχή του δεκάτου τετάρτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί, εν μέρει ως προς το κεφάλαιο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 465/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει δε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ