Supreme Court dismisses appeal against appellate judgment that substantively reviewed first-instance ruling on property boundary dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's decision regarding a property boundary dispute. The appellate court had substantively reviewed the first-instance judgment, finding that the disputed wall was built on the respondent's land rather than the appellants' claimed property. The court ruled that since the second-instance judgment examined the case on its merits, the original first-instance decision became part of it and was therefore inadmissible for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552 and 553 of the Code of Civil Procedure; When a second-instance judgment examines the case on its merits, the first-instance judgment is incorporated and inadmissible for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1075 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1075/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ...., 2) ...., 3) ...., 4) .... και 6) ....., κατοίκων ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόφιλο Κώτσιο, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ....., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου Νικόλαος Στειρόπουλος, δήλωσε ότι αυτός απεβίωσε την 25-1-2005 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του .... και τα τέκνα του ...., και ...., κατοίκους ...., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 307/1998 μη οριστική, 405/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 875/2003 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των τελευταίων δύο αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Μαϊου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 3-12-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα άρθρα 552 και 553 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η δευτεροβάθμια απόφαση ερευνά την ένδικη υπόθεση κατ' ουσία, η πρωτοβάθμια και εκκαλούμενη απόφαση ενσωματώνεται σε εκείνη και γι' αυτό είναι ανεπίδεκτη αναιρέσεως.
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το μέρος της με το οποίο προσβάλλεται η πρωτοβάθμια απόφαση, που προσβλήθηκε με έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η επίσης αναιρεσιβαλλομένη δευτεροβάθμια απόφαση, με την οποία, όπως από το αναιρετήριο προκύπτει, ερευνήθηκε η υπόθεση κατ' ουσία.
ΙΙ. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο επελήφθη αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία εκείνοι ζήτησαν να αναγνωρισθεί η αποκλειστική συγκυριότητά τους σε τμήμα τοίχου του περιγραφομένου στην αγωγή καταστήματός τους και να τους αποδοθεί το τμήμα αυτό.
Το ίδιο δε δικαστήριο δέχθηκε ότι « …… αποδείχθηκε ότι ο επίδικος τοίχος έχει κτιστεί σε τμήμα εδάφους του εφεσιβλήτου (δηλαδή του εναγομένου)» και με την παραδοχή αυτή απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων – εκκαλούντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, με την ίδια παραδοχή, είχε απορρίψει κατ' ουσία την αγωγή.
Έτσι το Εφετείο, με σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα. Οι αναιρεσείοντες μία μόνο ορισμένη «αντίφαση» στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης επικαλούνται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως και συγκεκριμένως ότι το Εφετείο «αντιφατικώς δέχεται αφενός ότι ο επίδικος τοίχος έχει κτισθεί καθ' ολοκληρίαν σε τμήμα εδάφους του οικοπέδου του αναιρεσιβλήτου και αφετέρου ότι ο τοίχος αυτός από την κατασκευή του χρησιμοποιείται ως μεσοτοιχία».
Οι ανωτέρω, όμως, παραδοχές δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, αφού διαφορετικό είναι το ζήτημα της κυριότητας τοίχου ως τμήματος οικοδομήματος που κτίσθηκε οικόπεδο και κατά το νόμο ανήκει εκείνος (ο τοίχος) στην κυριότητα του ιδιοκτήτη αυτού (οικοπέδου) (άρθρα 953 και 954 ΑΚ) και διαφορετικό η χρησιμοποίηση του τοίχου και από άλλους εκτός του κυρίου του, αφού το πρώτο δεν αποκλείει το δεύτερο και πολύ περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία οι ενάγοντες δεν υποστηρίζουν στην αγωγή τους ότι έγιναν με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία μέσω της οικείας χρήσεως και εντεύθεν νομής αυτού.
Συνεπώς, ο πρώτος αυτός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 (και όχι και 17, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τα υπόλοιπα αναφερόμενα στον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως βάλλουν στην πραγματικότητα κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης εκτιμήσεως του περιεχομένου των αποδείξεων εκ μέρους του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέα, ως απαράδεκτα.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με αγωγή, ένσταση, αντένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.
ΑΠ 3/1997). Δεν αποτελούν δε «πράγματα» και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αν δεν ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση αγωγής, ενστάσεως κλπ (Ολ. ΑΠ 469/1984). Τέλος, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον ισχυρισμό, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες των διατάξεων των αριθ. 1 και 8 περ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το μεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δε δεν έλαβε υπόψη του το λόγο της εφέσεώς τους, κατά τον οποίο «έπρεπε να εξαφανισθεί το μέρος εκείνο του σκεπτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, που δέχεται ότι οι ενάγοντες, εφόσον πρόκειται για μεσότοιχο υφιστάμενο πριν από το έτος 1995, θα μπορούσαν να αποκτήσουν κυριότητα σε τμήμα του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία ή άλλον τρόπο ……… ουδόλως εξέτασε τόσο στο πραγματικό, όσο και στις νομικές του συνέπειες, άλλως σιγή απέρριψε τούτον και επικύρωσε στο σύνολό της την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεχθείσα εν τέλει ότι εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή των εκκαλούντων σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι» και τέλος ότι έλαβε υπόψη ότι ο επίδικος τοίχος κτίσθηκε όχι κατά ένα τμήμα σε έδαφος της ιδιοκτησίας των εναγόντων – αναιρεσειόντων, κατά τα στην αγωγή σχετικώς αναφερόμενα, αλλά καθ' ολοκληρία σε έδαφος του εναγομένου – αναιρεσιβλήτου χωρίς τούτο να έχει προταθεί.
Ο λόγος αυτός της κρινομένης αιτήσεως πρέπει να απορριφθεί και κατά τα τρία μέρη του και δη κατά το πρώτο μεν μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί λόγου αναίρεσης σε περίπτωση παραβιάσεως διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, ως αβάσιμος, αφού η διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, που ορίζει (ιδίως) ότι το δικαστήριο αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν οι διάδικοι, είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, κατά τα άλλα δε μέρη του (από τον αριθμό 8 περ.
α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ως αβάσιμος και απαράδεκτος, αντίστοιχα. Ειδικότερα, όσο μεν αφορά την επικαλουμένη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο προταθέντων από τους εκκαλούντες – αναιρεσείοντες πραγμάτων (του προαναφερομένου λόγου εφέσεως), διότι από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, εξέτασε και απέρριψε κατ' ουσία τον ανωτέρω λόγο εφέσεως, όσο δε αφορά την από το Εφετείο λήψη υπόψη μη προταθέντων (περί ανεγέρσεως του επιδίκου τοίχου καθ' ολοκληρίαν σε έδαφος κυριότητας όχι των εναγόντων αλλά του εναγομένου), διότι τα περιστατικά αυτά συνιστούν άρνηση της αγωγής και γι' αυτό δεν αποτελούν «πράγματα», κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας σκέψεως.
Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω ήττας, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των κληρονόμων του κατά τη διάρκεια της δίκης θανόντος αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι και συνέχισαν τη δίκη στη θέση αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 28.5.2004, αίτηση των ...,...., ..., .... και ...., για αναίρεση της 875/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας και της 405/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ