Legislator Case Law & Legislation
1074/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against expropriation compensation, remanding case for re-evaluation of property value.

Case Number 1074/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal lodged by the expropriated owners against the Court of Appeal's final decision on compensation. The owners argued the property value was undervalued based on specific expert reports, while the State contended the court's reasoning was sufficient. The Court ruled that the appeal was admissible and partially allowed, ordering the case remanded to a reconstituted Court of Appeal for further examination of the valuation evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may admit an appeal against a final expropriation compensation decision if filed within the statutory period, and must remand the case for re-evaluation if the lower court's reasoning on valuation is insufficient to satisfy the requirement of legal basis.

Keywords

AI generated
expropriation compensation property valuation appeal admissibility remand for re-evaluation legal basis requirement expert reports Court of Appeal reconstitution

Cited Legislation

AI generated
Article 22 of Law 2882/2001
Articles 552, 553, 556, 558, 566(1) and 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 18(4) of Law 2882/2001

Cited Case Law

AI generated
Case 1803/2017
Case 631/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1074 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1074/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Π., κατοίκου ... και 2) ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Σ. ΟΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αλαφοστέργιο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2009 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων (μετά την έκδοση της .../2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 29-5-2009 αίτηση και την διά των προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... εν μέρει οριστική και 2186/2018 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-9-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 2-9-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2436/280/2-9-2019), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2186/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), με την κατάθεσή της ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 2-9-2019 (ημέρα Δευτέρα) ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση στις 31-8-2018 της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. .../2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί της με αριθμό 52367/15-11-2007 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και των στην απόφαση αναφερομένων αιτήσεων, ανταιτήσεων και παρεμβάσεων, μεταξύ των οποίων και η με αριθμό 2053/2009 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα αναγκαστικώς και για λόγους δημοσίας ωφελείας ακίνητα και τα επικείμενα τους, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1084161/6457/Δ0010/27-9-2006 Κ.Υ.Α., η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό Κ.Π. 7 ακίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου των αναιρεσειόντων.

Ακόμη, με την ίδια απόφαση καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ακινήτων, μεταξύ των οποίων και αυτό των αναιρεσειόντων, ως και για τις κτιριακές εγκαταστάσεις και συστατικά των εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων, ενώ με την υπ' αριθμ. 9571/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της κάθε είδους αποζημιώσεως για το με αριθμό Κ.Π. 7 ακίνητο ο πρώτος των αναιρεσειόντων.

Στη συνέχεια, επί των ασκηθεισών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης α)με αριθμό καταθέσεως 2053/29-5-2009 αιτήσεως των αναιρεσειόντων, β) με αριθμό καταθέσεως 2054/20-5-2009 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και γ) αιτήσεων, ανταιτήσεων και παρεμβάσεων λοιπών ιδιοκτητών απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών και δικαιούχων αποζημιώσεως, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...

εν μέρει οριστική απόφαση, του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε, μεταξύ άλλων, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, και στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια αυτής η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2186/2018, απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία, μεταξύ άλλων καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του επιδίκου ακινήτου των αναιρεσειόντων και των επικειμένων του και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εκτός απαλλοτριώσεως επικείμενά του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η αίτηση, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, τέτοια δε αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως και εκείνη της ενστάσεως, της αντενστάσεως και, γενικώς, κάθε αποφάσεως σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό εκδόσεως οριστικής αποφάσεως και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 181/2023, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 682/2019, Α.Π. 224/2015, Α.Π. 1479/2013, Α.Π. 2226/2009). "Αίτηση", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αποτελεί και η αίτηση, ενώπιον του Εφετείου, προς καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέντα ακίνητα, με τα επ' αυτών επικείμενα και συστατικά (ΑΠ 588/2014).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο αίτημα των αναιρεσειόντων περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως επικειμένων και εγκαταστάσεων του απαλλοτριουμένου ακινήτου τους, που δεν αναγράφονται στον κτηματολογικό πίνακα και, συγκεκριμένα, για το περιγραφόμενο στην αίτησή τους υπ' αριθμ. 5 επικείμενο, ήτοι πλυντήριο δίπλα ακριβώς από τις δεξαμενές, αποτελούμενο από δύο μηχανήματα παραγωγής νερού με μάνικες, καυστήρες, βυτία πετρελαίου, ηλεκτρικούς πίνακες, δοχεία χημικών για την απομάκρυνση των γράσων και των καθαρισμό των μηχανημάτων, εργοστασίου Kaercher Γερμανίας, στο οποίο πλυντήριο λειτουργεί σύστημα αφαλατώσεως και επεξεργασίας του νερού, εργοστασίου Τέμπα.

Από την αντιπαραβολή των αιτημάτων των αναιρεσειόντων, όπως έχουν προεκτεθεί και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το σχετικό αίτημά τους, καθόσον στο υπ' αριθμ. 70 επ. φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, στην ενότητα που αφορά τον καθορισμό οριστικής τιμής για λοιπά επικείμενα και εγκαταστάσεις του απαλλοτριωθέντος ακινήτου αυτών, που δεν αναγράφονται στον κτηματολογικό πίνακα, παραλείπεται ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδος ως προς το προαναφερθέν επικείμενο (πλυντήριο) της επιχείρησης των αναιρεσειόντων, αν και υπεβλήθη νομίμως σχετικό αίτημα εκ μέρους τους.

Συνεπώς, όσον αφορά το ανωτέρω επικείμενο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019).

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., μέμφονται το Εφετείο ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως καθόσον διαλαμβάνει ελλιπείς αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη, ως προς το ζήτημα της περιγραφής των ορίων του επίδικου ακινήτου και δη εάν αυτό περικλείεται μόνο από τοπικές αγροτικές οδούς ή και την παράπλευρη της Εθνικής Οδού, ως επίσης ως προς το ζήτημα της αρτιότητος και οικοδομησιμότητας του επιδίκου.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1084161/6457/Δ0010/27.9.2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας- Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε), η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 51/10.10.2006, τεύχος Δ" και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στο τόμο 2411 με α.α 68, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την ολοκλήρωση των εργασιών σύνδεσης του 6ου προβλήτα Θεσσαλονίκης με τον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ και την Εγνατία Οδό (2ο υπότμημα), έκτασης συνολικού εμβαδού 37.406 μ2, που βρίσκεται στους Δήμους Εχεδώρου και Ν.

Μενεμένης νομού Θεσσαλονίκης και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα ακριβή αντίγραφα των κτηματολογικών διαγραμμάτων με αρ. σχεδ. (01/02, 02/02) και του κτηματολογικού πίνακα της ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΟΔΟΣ Α.Ε, τα οποία έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Α. Π. και έχει θεωρήσει ο Δ/ντής της Δ12 Δ/νσης του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, Ι. Σ. την 18.7.2006.

Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 653/77 όπως ισχύουν. Η ένδικη απαλλοτρίωση αφορά την ολοκλήρωση των εργασιών σύνδεσης του 6ου προβλήτα Λιμένα Θεσσαλονίκης με τον αυτοκινητόδρομο ΠΑΘΕ (Πάτρα-Αττική-Θεσσαλονίκη-Εύζωνοι) και τη Εγνατία οδό, που είχαν προηγηθεί με τη κήρυξη παρόμοιας απαλλοτρίωσης με τον ίδιο σκοπό, που αφορούσε το αρχικό τμήμα του έργου, στη περιοχή πέρα από το επίδικο με ΑΚΠ 28α, προς την περιοχή του Λιμένα Θεσσαλονίκης (Κ.Υ.Α 1090850/6036/0010/20.8.1996, ΦΕΚ 990/4.9.1996, τ.

Δ'). Με την προκείμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση αποβλέπεται η σύνδεση της ως άνω περιοχής, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά το έτος 1996, με την Εθνική Οδό (ΠΑΘΕ) και δια μέσου των εκατέρωθεν κόμβων αυτής, Δενδροποτάμου και Κ1 (άλλοτε Εξωτερική Περιφερειακή Οδός Θεσσαλονίκης), με την Εγνατία Οδό, η οποία κατευθύνεται δια μέσου του Κόμβου Κ1 προς την υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα έως τον Έβρο.

Το είδος του έργου με το οποίο θα γίνει η ως άνω σύνδεση του 6ου προβλήτα με τις παραπάνω εθνικές οδικές αρτηρίες, θα έχει τη μορφή εναέριας κλειστής οδού, διπλής κατεύθυνσης, που θα στηρίζεται σε ειδικού τύπου τσιμεντένιες βάσεις που θα κατασκευαστούν στο απαλλοτριωθέν έδαφος, από το οποίο θα απέχει περί τα πέντε (5) μέτρα ύψος και θα ανήκει στο δευτερεύον εθνικό οδικό δίκτυο (βλ.

το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2006 έγγραφο του Δ/ντη Δημοσίων Έργων της Γενικής Διεύθυνσης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας). Η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, στη δυτική περιαστική περιοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος της πόλης Θεσσαλονίκης και ανήκει στις κτηματικές περιοχές του Δημοτικού Διαμερίσματος (Δ.Δ) Καλοχωρίου του Δήμου Εχεδώρου και του Δήμου Νέας Μενεμένης νομού Θεσσαλονίκης, σε απόσταση (σε νοητή ευθεία γραμμή) τεσσάρων (4) περίπου χιλιομέτρων από το Δικαστικό Μέγαρο και τη πλατεία Βαρδαρίου.

Τμήμα της έκτασης αυτής εφάπτεται με την Εθνική Οδό (ΠΑΘΕ), η οποία καταλήγει, διαμέσου της Νέας Λεωφόρου Δυτικής Εισόδου, στη πλατεία Βαρδαρίου, ενώ προς ανατολάς τμήμα αυτής εφάπτεται με την Εσωτερική Περιφερειακή Οδό Θεσσαλονίκης, που οδηγεί δια μέσου του κόμβου Λαχαναγοράς, στην οδό Λαγκαδά και νότια τμήμα αυτής εφάπτεται με την επαρχιακή οδό Καλοχωρίου, που οδηγεί και αυτή προς τη δυτική είσοδο της πόλης της Θεσσαλονίκης......Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο και τα εξής: ".....αποδείχθηκαν τα ακόλουθα στοιχεία για τα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα: ..........

ΑΦΟΙ Σ. Η με αριθμό ... ιδιοκτησία, εμβαδού 13238 μ2, βρίσκεται επί αγροτικής οδού, νοτίως της παράπλευρης οδού, του τμήματος εισόδου της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης - Αθηνών (αριστερός κλάδος), πριν την συμβολή της Εσωτερικής περιφερειακής αρτηρίας της Θεσσαλονίκης και της επαρχιακής οδού Καλοχωρίου. Το ακίνητο βρίσκεται εντός των ορίων του ΔΔ Καλοχωρίου, της Δημοτικής Ενότητας Εχεδώρου, και περικλείεται από τοπικές αγροτικές οδούς και την παράπλευρη της Εθνικής Οδού.

Το εμβαδόν του απαλλοτριούμενου τμήματος είναι 7.178,00μ2. Ως πρωτεύουσα χρήση του ακινήτου εμφανίζεται η επαγγελματική - εμπορική. Στο παραπάνω ακίνητο η εταιρεία με την επωνυμία Σ. και Σια Ο.Ε. λειτουργεί επιτυχώς επί τρείς δεκαετίες πρότυπη μονάδα εισαγωγής και εμπορίας μηχανημάτων οδοστρωσίας και μεγάλων φορτηγών αυτοκινήτων, με κάθετη δομή και εξυπηρέτηση (συνεργείο επισκευής βαφής, αποθήκη ανταλλακτικών κ.λπ.) Είναι αποκλειστικός αντιπρόσωπος Ελλάδος Γερμανικών οίκων όπως του γερμανικού BOMAG....".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 2882/2001, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς τα όρια του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων και τις οδούς που το περικλείουν, στοιχεία τα οποία συνδέονται με την αρτιότητα και την οικοδομησιμότητα αυτού. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, ότι το εν λόγω ακίνητο συνορεύει με αγροτικές οδούς και την παράπλευρη της εθνικής οδού.

Επομένως, με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές, που έχουν λογική ακολουθία, δικαιολογείται το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δεν στερείται νομίμου βάσεως και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο συναφής, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο Δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το Δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακολούθως, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικώς και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπ' όψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε υπ' όψη το Δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 919/2019, Α.Π. 447/2019).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως του ακινήτου των αιτούντων - αναιρεσειόντων, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς για λόγους δημοσίας ωφελείας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που αφορά τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του επιδίκου ΚΠ7 ακινήτου: "Με την υπ' αριθμ. ....2011 έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών, η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης πρέπει να καθοριστεί (σ.σ.

για την ... ιδιοκτησία) στο ποσό των 180 ευρώ/μ2. Με βάση το σύνολο όλων όσων προαναφέρθηκαν και ύστερα από την στάθμιση όλων των προσκομιζομένων και προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπόψη ..., κρίνεται ότι η πραγματική αξία των ......ιδιοκτησιών κατά τον χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο παρόν δικαστήριο κατά την δικάσιμο της 11ης-4-2011, η οποία διακόπηκε και συνεχίστηκε στις 9-5-2011 που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, η οποία (πραγματική αξία) καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στον δικαιούχο αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάσταση της με άλλη ισάξια σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή (άρθρο 17 παρ. 2 εδ.

α' του Συντάγματος) χωρίς να ληφθεί υπόψη ανατίμηση ή υποτίμηση του ακινήτου που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση και οφείλεται σε αυτήν ή την εξαγγελία της ή σε ενέργεια των ιδιοκτητών του ..., υπολογιζομένης όμως της υποτίμησης που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση μέχρι τον χρόνο της παρούσας συζήτησης από λόγους άσχετους προς αυτήν ή την εξαγγελία της ή την κατασκευή του έργου για το οποίο κηρύχτηκε ή τις ενέργειες των ιδιοκτητών του ....

ανέρχεται με τις κρατούσες κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο, οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, εν όψει και της οικονομικής κρίσης στα παρακάτω ποσά: ... για το Κ.Π. 7 ... στο ποσό των 155 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το έδαφος του επιδίκου απαλλοτριωθέντος ακινήτου (Κ.Π.7) σε 155 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Υπό τις άνω δε παραδοχές δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αίτηση των αναιρεσειόντων. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς απόδειξη, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους κατά τον κρίσιμο χρόνο συζητήσεως της αιτήσεώς τους ενώπιον του Εφετείου, και δη αναφορικώς με τις επικρατούσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες κατά τον κρίσιμο χρόνο στην περιοχή.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο στις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές κατέληξε, ύστερα από εκτίμηση όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, των περιλαμβανομένων στα υπ' αριθμ. ... πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακαροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, περιλαμβανομένων στα υπ' αριθμ. .../2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις υπ' αριθμ. .../2012 και .../2012 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι νομίμως διορισθέντες πραγματογνώμονες Δ.

Κ., πολιτικός μηχανικός και Π. Κ., μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος, αντιστοίχως, τις αναφερόμενες εκθέσεις εκτίμησης των ορκωτών εκτιμητών Γ. Κ. και Ι. Α., την οικονομοτεχνική έκθεση του μηχανικού Α. Β., τις εκθέσεις ηλετρολόγων - μηχανολόγων Γ. Φ. και Π. Κ., τις εκθέσεις αγρονόμου, πολιτικών μηχανικών, τοπογράφων μηχανικών Απ.

Ζ., Κ. Τ., Γ. Μ., Γ. Γ., Χ. Χ., Ν. Χ. και όλων των προσκομιζομένων μετ'επικλήσεως εγγράφων. Έτσι, στις εν λόγω παραδοχές το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι'αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ελλείψεως νομίμου βάσεως, διότι για την εκτίμηση της αξίας του επιδίκου ακινήτου έλαβε υπόψη μόνον: 1)την με αρ. ...-2011 έκθεση εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, 2)την με αρ. ...-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Δ.

Κ., 3)την τεχνική έκθεση σχολιασμού της αμέσως προαναφερομένης (υπό στοιχείο 2) εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, που θεωρήθηκε στις 24-9-2017 από τον Προϊστάμενο του Τμήματος Γ' Τεχνικής Υποστήριξης και Διαχείρισης, που προσκόμισε το Ελληνικό Δημόσιο και 4)την με αρ. .../2008 απόφαση προσδιορισμού προσωρινής τιμής μονάδος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση ελλείψεως νομίμου βάσεως, προβάλλονται ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, σε κάθε δε περίπτωση, ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο σαφώς διατυπούμενο πόρισμα της αξίας του επιδίκου ακινήτου, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.

Μετά από αυτά, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Πρέπει, επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία πρέπει να οριστούν μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (Α.Π. 1803/2017, Α.Π. 631/2017), δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναιρέσεως, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2186/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης μόνον κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση μόνον κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.

Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β' αρχαιότερος Αρεοπαγίτης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ