Legislator Case Law & Legislation
1074/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on auction invalidity, ruling procedural objections were inadmissible and evidence arguments failed.

Case Number 1074/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's rejection of its seizure objection. The appellant argued the auction was invalid due to procedural defects and questioned the property's valuation, but the Court held these objections were inadmissible because the seizure objection had already been rejected. Consequently, the Court ruled that the lower court did not need to examine the merits of the appeal since the foundational procedural grounds were invalid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 934, 954, 993, 999 of the Code of Civil Procedure; An objection to the validity of a judicial auction is inadmissible if the seizure objection has already been rejected, and an appeal based on evidence not considered in a procedural rejection is inadmissible.

Keywords

AI generated
judicial auction validity seizure objection inadmissibility appeal procedural defect evidence consideration Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 999 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 954 of the Code of Civil Procedure
Article 934 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 993 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1074 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1074/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ν. Β. Κ. Ε. Π. Κ. Τ. Ε. Ε. Τ. Ε. Α..Ε..", που εδρεύει στον Κορυδαλλό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Ά. Μ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Θεόδωρο Λιάλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Α. Ε. Ε. Γ. Α. Η. Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2015 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3344/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5915/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 § 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο § 1 του ν. 4335/2015 με έναρξη ισχύος την 1-1-2016, "1. Ο αρμόδιος για την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής καταρτίζει περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, που περιέχει συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και με μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, το ονοματεπώνυμο του υπέρ ου και του καθ` ου η εκτέλεση, το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, την τιμή της πρώτης προσφοράς και τους όρους του πλειστηριασμού που θέτει τυχόν ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927" κατά δε την § 4 αυτού "Ο πλειστηριασμός με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στην παρ. 1 και στην παρ. 3 εδάφια πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο".

Η παραπάνω διάταξη αφορά, κατά τη σαφή έννοιά της, στην καθόλου παράλειψη των σχετικών διατυπώσεων, όχι δε και την περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της αντιστοίχου πράξεως, ως ακυρότητα ενδιαμέσου πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 §§1 β` και 2 ΚΠολΔ) και για την ευδοκίμησή της απαιτείται η επίκληση και η απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 936/2020, ΑΠ 916/2004, ΑΠ 116/1998).

Ευνόητο είναι ότι η ακύρωση μιας ενδιαμέσου πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας επιδρά ακυρωτικώς και στον εν συνεχεία πλειστηριασμό, ο οποίος, αν αφορά ακίνητο και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως, κηρύσσεται άκυρος κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται μέσα σε προθεσμία 90 ημερών, αφότου μεταγραφεί η περίληψη της οικείας κατακυρωτικής εκθέσεως, καθώς η ακυρότητα αφορά την τελευταία πράξη της εκτελέσεως.

Για να ασκηθεί, δηλαδή, παραδεκτά ανακοπή κατά του πλειστηριασμού, λόγω δικονομικών ακυροτήτων της προδικασίας του, απαιτείται να έχει προσβληθεί ως άκυρη και η ελαττωματική πράξη της προδικασίας μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1 β` ΚΠολΔ. Αν όμως δεν πρόκειται για ελάττωμα απλώς ή αταξία της προδικασίας του πλειστηριασμού, αλλά για παντελή έλλειψη όλων ή μιας των διατυπώσεων που τάσσει ο νόμος για τη διενέργειά του και παρά την έλλειψη αυτή ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, τότε είναι άκυρος ανεξάρτητα από βλάβη και η ακυρότητά του κηρύσσεται ύστερα από ανακοπή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1γ` ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για λόγο ακυρότητας του ιδίου του πλειστηριασμού και όχι διατυπώσεως της προδικασίας του, που ποτέ δεν έγινε (ΟλΑΠ 3/2007).Τα ίδια, αναλόγως, ισχύουν και στην περίπτωση που όλες ή κάποιες από τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού δεν παραλείφθηκαν, αλλά έγιναν εκπρόθεσμα ή με τρόπο που τις καθιστά δικονομικώς ανυπόστατες (ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 936/2020, ΑΠ 1869/2017, ΑΠ 8/2011).

Περαιτέρω, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3714/2008: "Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η αξία που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του με αντικειμενικά κριτήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41α του ν. 1249/1982, όπως εκάστοτε ισχύουν και των κατ` εξουσιοδότηση αυτών εκδιδόμενων κανονιστικών αποφάσεων".

Κατά το άρθρο 954 § 4 ΚΠολΔ, "Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ` ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς....".

Τέλος στο άρθρο 966 παρ. 2-4 ΚΠολΔ ορίζονται τα εξής : "Αν δεν παρουσιαστούν πλειοδότες, το πράγμα που πλειστηριάζεται κατακυρώνεται στην τιμή της πρώτης προσφοράς σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν το ζητήσει. Αν δεν υποβληθεί αίτηση, γίνεται νέος πλειστηριασμός μέσα σε σαράντα ημέρες (παρ.2).

Αν στο νέο πλειστηριασμό δεν γίνει κατακύρωση, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933 που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει να γίνει νέος πλειστηριασμός μέσα σε τριάντα ημέρες, με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς ή να επιτρέψει μέσα στην ίδια προθεσμία να πουληθεί ελεύθερα το πράγμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση ή σε τρίτον, με τίμημα που ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να ορίσει και να πληρωθεί με δόσεις μέρος του τιμήματος (παρ.3).

Αν και ο νέος πλειστηριασμός έμεινε χωρίς αποτέλεσμα ή δεν κατορθώθηκε η ελεύθερη εκποίηση, το δικαστήριο μπορεί να άρει την κατάσχεση ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς (παρ.4). Εκ των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι με την προστεθείσα στην παρ. 1 του άρθρου 995 ΚΠολΔ ως άνω, διάταξη περί ταυτίσεως της τιμής πρώτης προσφοράς προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου, η οποία αφορά τον καθορισμό της τιμής αυτής που γίνεται από τον επί της εκτελέσεως δικαστικό επιμελητή δια της συντασσομένης εκθέσεως κατασχέσεως, δεν καταργήθηκαν ούτε τροποποιήθηκαν οι προδιαληφθείσες συναφείς διατάξεις των άρθρων 954 § 4 και 966 §§ 2-4 ΚΠολΔ και συνακόλουθα δεν αναιρέθηκε η θεσπιζομένη δι` αυτών δυνατότητα παρεμβάσεως του δικαστηρίου για τον καθορισμό διαφόρου τιμής πρώτης προσφοράς μεγαλύτερης ή μικρότερης της αντικειμενικής αξίας του υπό πλειστηριασμό ακινήτου (ΑΠ 1873/2014).

Η ανακοπή του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ έχει τον χαρακτήρα ειδικού ένδικου βοηθήματος, η καθιέρωση του οποίου, με την ανωτέρω διάταξη, αποσκοπεί στη διόρθωση της έκθεσης κατάσχεσης για οποιαδήποτε έλλειψή της, η οποία πριν από την τροποποίηση της διάταξης αυτής θεμελίωνε ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με αίτημα την ακύρωση της έκθεσης.

Ήδη, η άσκηση της τελευταίας αυτής ανακοπής δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της έκθεσης κατάσχεσης είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί έλλειψης σύμπραξης ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα, και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 159 ΚΠολΔ (ΑΠ 1687/2005, ΑΠ 1497/2003, ΑΠ 433/2002, ΑΠ 314/2000).

Αν, όμως, τέτοια βλάβη δεν μπορεί να είναι νοητή, διότι υπάρχει δυνατότητα επαρκούς θεραπείας των ελλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης με τη διόρθωση κατά το άρθρο 954 § 4 ΚΠολΔ, η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, αφού η εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεμένων και της τιμής πρώτης προσφοράς δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατάσχεσης, αλλά παρέχεται, στην περίπτωση αυτή, στον έχοντα έννομο συμφέρον το δικαίωμα να ασκήσει την προαναφερόμενη ανακοπή του άρθρου 954 (η οποία δεν εξομοιώνεται με εκείνη του άρθρου 933, αφού δεν προσβάλλει το κύρος των πράξεων της εκτελέσεως, ούτε οδηγεί σε ακύρωση της κατασχέσεως) και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο, γι' αυτό και η με το περιεχόμενο αυτό ασκούμενη ανακοπή του άρθρου 933 είναι νόμω αβάσιμη (ΑΠ 1687/2005, ΑΠ 314/2000).

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, δεν μπορεί να προβληθεί παραδεκτώς ως λόγος ανακοπής κατά του κύρους του πλειστηριασμού η ακύρωση της εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, επειδή στην τελευταία εμφιλοχώρησε, κατ' αντιγραφή της εκθέσεως κατασχέσεως και της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, η αναγραφόμενη σ' αυτές τιμή πρώτης προσφοράς των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, όχι κατά τον τρόπο που ορίζεται στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, αλλά σε μικρότερο ποσό.

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσεως (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-7-2015 ανακοπή της, με την οποία, ισχυριζόμενη ότι με επίσπευση της πρώτης των καθών η ανακοπή και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατασχέθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ. 40…/6-3-2015 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.- Ε.

Β., και ακολούθως, με βάση την υπ' αριθ. 40…/13-3-2015 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας εκπλειστηριάσθηκε το περιγραφόμενο σε αυτήν ακίνητό της, το οποίο κατακυρώθηκε στη δεύτερη των καθών και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη (υπερθεματίστρια), ζήτησε, να ακυρωθεί ο διενεργηθείς πλειστηριασμός, για τον οποίο συντάχθηκε η υπ' αριθ. 57…./29-4-2015 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Δ., επικαλούμενη με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε με τιμή πρώτης προσφοράς του εκπλειστηρισθέντος ακινήτου που υπολειπόταν κατά πολύ της αντικειμενικής του αξίας, η οποία ανερχόταν σε 1.274.838,54 ευρώ, Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 3344/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, και ο ως άνω, πρώτος, λόγος της ανακοπής ως απαράδεκτος, με την αιτιολογία ότι εμμέσως μόνον βάλει κατά της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ενώ στην πραγματικότητα αναφέρεται στην εγκυρότητα πράξεων της εκτέλεσης και συγκεκριμένα της εκθέσεως κατασχέσεως και της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί η τιμή πρώτης προσφοράς, η οποία κατ' αντιγραφή καταχωρήθηκε στην συνταχθείσα έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και έπρεπε να προσβληθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ.β ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι 29-4-2015.

Ασκηθείσης εφέσεως από την ηττηθείσα ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα), εκδόθηκε η προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώσασα την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον απορριφθέντα πρωτοδίκως πρώτο λόγο της ανακοπής, με την ακόλουθη αιτιολογία: "...Η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω πλειστηριασμός του ευρισκόμενου στη Γλυφάδα Αττικής ακινήτου της, για τον οποίο συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 57…./29-4-2015 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.

Δ., διενεργήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 2 του ν. 3714/2008 με τιμή πρώτης προσφοράς του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, που καθορίστηκε στο ποσό των 460.000 ευρώ, αντί της αληθούς αντικειμενικής του αξίας, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 1.274.838,54 ευρώ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, εμμέσως μόνο βάλλει κατά της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ενώ στην πραγματικότητα αναφέρεται στην εγκυρότητα πράξεων της εκτέλεσης και, συγκεκριμένα, της ως άνω έκθεσης κατασχέσεως και της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί η τιμή πρώτης προσφοράς, η οποία κατ' αντιγραφή καταχωρήθηκε στην συνταχθείσα από την άνω συμβολαιογράφο έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως και, επομένως, έπρεπε να προβληθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ.

β' ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (29.4.2015), ενώ η ανακοπή ασκήθηκε στις 3.8.2015 (βλ. τις υπ' αριθμ. 2.731Δ/3.8.2015 και 2.732Δ/3.8.2015 εκθέσεις επιδόσεως προς τις καθών του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ν. Κ.). Άλλωστε, το γεγονός ότι η ανακόπτουσα επέλεξε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου - η οποία, σημειωτέον, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 3480/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με το σκεπτικό ότι η τρέχουσα εμπορική αξία του κατασχεθέντος ακινήτου συμπίπτει με την αξία, στην οποία εκτιμήθηκε και ότι η αντικειμενική του αξία δεν υπερβαίνει το ποσό των 460.000 ευρώ, στο οποίο ορίσθηκε και η τιμή πρώτης προσφοράς - αντί εκείνης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία, επικαλούμενη τη συνδρομή του στοιχείου της πρόκλησης βλάβης, θα προέβαλε την ακυρότητα της υπ' αριθμ. 40…/6-3-2015 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.- Ε.

Β. και της υπ' αριθμ. 40…/13-3-2015 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, για το λόγο ότι δεν αναγράφεται σ' αυτές, ως τιμή πρώτης προσφοράς, τουλάχιστον αυτή που ορίζεται στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να δικαιολογήσει την προσβολή των εν λόγω πράξεων της εκτέλεσης μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 934 παρ. 1 β' ΚΠολΔ προθεσμίας, ήτοι μετά τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.

Πολλώ δε μάλλον που με την ως άνω, εκδοθείσα μεταξύ των ιδίων διαδίκων, υπ' αριθμ. 3480/2015 απόφαση κρίθηκε δεσμευτικά ότι η τιμή πρώτης προσφοράς δεν υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν υπερβαίνει το ποσό των 460.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται ο επανακαθορισμός της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς του ως άνω ακινήτου.

Συνεπώς, αφού ορθά και χωρίς αντιφατικές παραδοχές έκρινε το ίδιο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, ο σχετικός (πρώτος) λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει τον ως άνω λόγο της ανακοπής της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "υπέπεσε σε σφάλμα αντιφατικών αιτιολογιών και λανθασμένων παραδοχών, καθώς έκρινε ότι η εταιρεία θα έπρεπε να έχει ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ζητώντας ακύρωση της έκθεσης κατάσχεσης ..., παρά το γεγονός ότι :

α) δεν απαιτούνταν κατά νόμο η ακύρωση της έκθεσης κατάσχεσης, δεδομένου ότι δεν διακρινόταν από ελλείψεις αλλά λανθασμένη εκτίμηση της τιμής πρώτης προσφοράς, επιδεχόμενη ίαση με απλή διόρθωση κατ' άρθρο 954 παρ.4 ΚΠολΔ. β) η εταιρία... προέβη στην κατά νόμο ορθή ενέργεια της διόρθωσης κατ' άρθρο 954 παρ.4 ΚΠολΔ...", γ) η εταιρία...

δεν επιτρεπόταν να ασκήσει παράλληλα με την ιδιώνυμη ανακοπή του άρθρου 954 παρ.4 ΚΠολΔ, την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εφόσον κοινός λόγος ήταν η διόρθωση της τιμής πρώτης προσφοράς(...)", υποπίπτοντας έτσι σε σφάλμα που ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους 14 (κατ' εκτίμηση) και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, ο πρώτος λόγος της ένδικης ανακοπής, εμμέσως μόνο βάλλει κατά του πλειστηριασμού, ενώ στην πραγματικότητα αναφέρεται στην εγκυρότητα ενδιάμεσων πράξεων της εκτέλεσης, και συγκεκριμένα της έκθεσης κατασχέσεως και της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί η τιμή πρώτης προσφοράς, η οποία κατ' αντιγραφή καταχωρήθηκε στην συνταχθείσα από την έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, και επομένως, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε για το παραδεκτό της ανακοπής, να ασκηθεί η τελευταία, μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 934 § 1 περ.

β' ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι τη σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως στις 29.4.2015, ενώ η ανακοπή ασκήθηκε εκπρόθεσμα στις 3.8.2015 (βλ. ΑΠ 756/2011). Ανεξαρτήτως αυτών, όμως, εφόσον το αποδιδόμενο με τον πρώτο λόγο της ανακοπής σφάλμα έγκειτο, κατά την αναιρεσείουσα, αποκλειστικά στην αναγραφή ανακριβούς τιμής πρώτης προσφοράς στην έκθεση κατασχέσεως και την περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, ήτοι διαφορετικής από την οριζόμενη στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 995 ΚΠολΔ, και όχι σε άλλο ελάττωμα, δεν τίθεται, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, θέμα ακυρότητος των πράξεων αυτών και, συνακόλουθα, της εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού, αλλά παρεχόταν στην αναιρεσείουσα η δυνατότητα να ζητήσει τη διόρθωσή τους, από το αρμόδιο δικαστήριο με την άσκηση του ειδικού ενδίκου βοηθήματος του άρθρου 954 § 4 ΚΠολΔ και εντός της εκεί αναφερομένης προθεσμίας.

Συνακόλουθα, δεν τίθεται και θέμα τηρήσεως των προθεσμιών του άρθ. 934 § 1 περ. β 'ή γ' ΚΠολΔ κατά την άσκηση ανακοπής ακυρώσεως, αφού το σφάλμα δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση της έκθεσης κατασχέσεως και της περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, ούτε και συνδέεται με την πρόκληση συγκεκριμένης βλάβης για την ανακόπτουσα, που να μη μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των άνω πράξεων εκτελέσεως, αφού επιδεχόταν, κατά τα ανωτέρω, θεραπεία, με την προαναφερόμενη ανακοπή του άρθρου 954, η οποία και πράγματι ασκήθηκε, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αλλά απορρίφθηκε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της ανακοπής είναι απαράδεκτος και για τον παραπάνω λόγο και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, απορρίπτοντας αυτόν, δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 934 § 1 περ. β 'και γ' ΚΠολΔ, 954 §§1 εδ. β', 2 έως 4, 993 § 2, και 999 §§ 1, 4 του ΚΠολΔ και δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, καθό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όπως στην προκείμενη περίπτωση, που το εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής ως απαράδεκτο και όχι κατ' ουσίαν.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός πλήττει την απόφαση για σφάλματα που αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα, βάσει των οποίων καταρτίζεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή , την ανακοπή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 893/2008, ΑΠ 1409/2018).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη της τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία-έγγραφα με βάση τα οποία θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα από το ότι ορθά κρίθηκε ως αντικειμενική αξία του πλειστηριασθέντος ακινήτου στο ποσό των 460.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία αλλά απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει τους λόγους της ανακοπής ως απαράδεκτους και νόμω αβάσιμους, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.

Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων με τις προτάσεις τους (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2019 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία «Ν. Β. Κ. Ε. Π. Κ. Τ. Ε. Ε. Τ. Ε. Α." για αναίρεση της υπ' αριθ. 5915/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ