Supreme Court dismisses appeal where minor's guardian loses authority after ward reaches majority age.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her minor son's guardian against a second-instance court ruling. The court noted that the son had reached the age of majority, which automatically terminated the guardians' legal authority to represent him in court proceedings. Consequently, the appeal, filed by the former guardians, was rejected as procedurally invalid because the son could no longer be represented by them.
Legislator headnote
AI generatedArticles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; Upon reaching the age of majority, the legal representative's authority ceases automatically, rendering an appeal filed by the former guardian inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1074 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1074/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Τ. του Α., χήρας Α. Σ., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του τέκνου της Γ. Σ. του Α., κατοίκων ..., 2) Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Κανδαράκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο Γ. Σ. του Α., ενηλικιώθηκε, παρίσταται ατομικά και εκπροσωπείται από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6503/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3635/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/12/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τότε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ` άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ` άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.
Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ` αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του(ΑΠ 375/2021, ΑΠ 36/2021).
Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 804/2017, ΑΠ 1166/2009).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο εκ των αναιρεσειόντων Γ.
Σ. του Α., του οποίου τη γονική μέριμνα ασκούσε αποκλειστικά η πρώτη αναιρεσείουσα μητέρα του Ι. Τ. του Α., χήρα Α. Σ., δήλωσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο Αλέξανδρου Κανδαράκη, ότι ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει ατομικά τη δίκη στο όνομά του. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο των ανωτέρω αναιρεσειόντων (άρθρ. 63 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτός γεννήθηκε στις 21.11.2002 (βλ.
το υπ' αρ. .../26.02.2021 ειδικό πληρεξούσιο του συμβ/φου Αθηνών Κωνσταντίνου Αλεξάνδρου Κανδαράκη) και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκε στις 21.11.2020, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (18.07.2018) και την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία της μητέρας του και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο με το δικό του όνομα και όχι διά της ως άνω νομίμου αντιπροσώπου του.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, ο ενηλικιωθείς ως άνω αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο, ότι αυτός ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει τη δίκη ατομικά ως δικαιούχος διάδικος. Τη δήλωση αυτή επαναλαμβάνει και με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Επομένως, νομίμως η δίκη συνεχίζεται πλέον στο όνομά του.
Με την από 12.12.2019 και με ειδ. αριθ. κατάθ.1198/16.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3635/18.07.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556, 558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχωρήσεως έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 1725/2014).
Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, γι` αυτό και ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση αφέσεως(ΑΠ 1216/1995). Όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 158, 455, 458, 460,462 ΑΚ, η αναγγελία της εκχωρήσεως η οποία είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εκδοχέας να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που πηγάζουν από την εκχώρηση και να αξιώσει την καταβολή της απαιτήσεως που του εκχωρήθηκε δεν υποβάλλεται σε πανηγυρικό τύπο.
Έτσι μπορεί να γίνει εγγράφως ή προφορικώς, όπως και με επίδοση αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εν λόγω απαιτήσεως. Η επίδοση αυτή συνιστά αναγγελία της εκχωρήσεως, χωρίς να είναι αναγκαίο τούτο να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής. Εξάλλου περιεχόμενο της αναγγελίας πρέπει να είναι ό,τι εκ της συμβάσεως της εκχωρήσεως ενδιαφέρει τον οφειλέτη και συγκεκριμένα αυτή η ίδια η εκχώρηση, το πρόσωπο εκχωρητού και εκδοχέως, η εκχωρηθείσα απαίτηση και οι όροι της εκχωρήσεως όσοι ενδιαφέρουν τον οφειλέτη.
Επίδοση του εκχωρητηρίου ή αντιγράφου του περιεχομένου αυτού στο έγγραφο της αναγγελίας δεν απαιτείται. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ.,458,460, 462 και 463 ΑΚ προκύπτει ότι η απαίτηση του εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό του όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή δανειστή.
Επί εκχωρήσεως δε, ο οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών.
Επομένως, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, ο εκδοχέας γίνεται, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη και ότι ο τελευταίος μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφόσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφόσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΠ 1109/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297,298,300,330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Επίσης, κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του(ΑΠ 1406/2021).
Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές(ΑΠ 961/2020, ΑΠ 301/2021).
Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 867/2020,ΑΠ 551/2020,ΑΠ 188/2015,ΑΠ 1673/ 2013, ΑΠ 210/2013).
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 690/2011, ΑΠ 1476/2005, ΑΠ 1653/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν ή απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον, το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3635/ 2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 3/116887 συμβάσεως φυλάξεως κινητών αξιών μεταξύ της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας και του Γ.
Σ. συμφωνήθηκε να ανοιχθεί και να τηρείται επ' ονόματι του τελευταίου χαρτοφυλάκιο κινητών αξιών. Στο πλαίσιο της ως άνω συμβάσεως ο ως άνω δικαιούχος είχε το δικαίωμα να δίδει στην ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία εντολές περί αγοράς και πωλήσεως κινητών αξιών επ' ονόματι και για λογαριασμό του, με χρέωση και πίστωση, αντιστοίχως, του αντιτίμου εκάστης συναλλαγής με τον συνδεδεμένο με το χαρτοφυλάκιο υπ' αριθ. ...
τραπεζικό λογαριασμό, τηρούμενο επ' ονόματι του ιδίου και του υιού του Α. Σ.. Ο Γ. Σ. απεβίωσε την 31.7.2006, καταλείποντας ως μόνους εξ αδιαθέτου συγκληρονόμους τον υιό του Α. Σ. και τη σύζυγό του Π. Σ.... Την 3.8.2006 ο Α. Σ. προσήλθε στο Κατάστημα ... της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας και προσκόμισε:
α) το υπ' αριθ. .../ 1.7.1999 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρούλας Βάϊα, με το οποίο ο δικαιούχος του ως άνω χαρτοφυλακίου Γ. Σ. παρείχε σε αυτόν την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα αντ' αυτού και για λογαριασμό του να πωλεί και αγοράζει, υπό οποιουσδήποτε όρους, ανωνύμους ή ονομαστικούς τίτλους, μετοχές εισηγμένες ή μη στο Χρηματιστήριο, αποθετήρια ονομαστικών ή ανωνύμων μετοχών, αΰλους τίτλους ονομαστικών και ανωνύμων μετοχών, ομόλογα κλπ.
και β) την από 3.8.2006 υπεύθυνο δήλωση του (ήδη θανόντος κατά το χρόνο αυτό)Γ. Σ. ότι η κατά το ανωτέρω πληρεξουσιότητα εξακολουθεί να ισχύει. Ωστόσο, κατά το χρόνο αυτό(3.8.2006)το ως άνω συμβολαιογραφικό ειδικό πληρεξούσιο είχε πλέον παύσει να ισχύει λόγω θανάτου του αντιπροσωπευομένου και δόντος την πληρεξουσιότητα Γ.
Σ. την 31.7.2006 και από το ίδιο το ως άνω πληρεξούσιο δεν συνάγεται το αντίθετο... ,ενώ η ως άνω από 3.8.2006 υπεύθυνος δήλωση του ήδη θανόντος κατά το χρόνο αυτό Γ. Σ. (με την οποία ρητώς ορίζεται ότι η πληρεξουσιότητα δεν παύει ακόμη και εάν συντρέχει.... Περίπτωση θανάτου του δόντος την πληρεξουσιότητα) είναι προδήλως πλαστή, καθόσον εξ αντικειμένου ήταν αδύνατο να έχει συνταχθεί και υπογραφεί από αυτόν η εν λόγω υπεύθυνος δήλωση σε χρόνο μετά το θάνατό του (31.7.2006), είχε δε αυτή πράγματι καταρτισθεί και προσκομισθεί από τον Α.
Σ. ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας, με σκοπό να αναλάβει τον πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο του χαρτοφυλακίου του θανόντος πατρός του, αποκρύπτοντας τον θάνατο του τελευταίου την 31.7.2006. Πράγματι, την 21.9.2006 και την 11.10.2006 ο Α. Σ. προέβη σε πωλήσεις από το ως άνω χαρτοφυλάκιο έξι χιλιάδων (6.000) μετοχών της Εμπορικής Τράπεζας, τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων έξι (4.806) μετοχών της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας και χιλίων επτακοσίων ενενήντα τριών(1.793)μετοχών της "Δ.Ε.Η.
Α.Ε.", από τις οποίες εισέπραξε κατά τις ως άνω ημερομηνίες τα ποσά των διακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων ΕΥΡΩ (264.000 €) και των είκοσι μίας χιλιάδων οκτακοσίων ΕΥΡΩ (21.800 €), αντιστοίχως, τα δε ποσά αυτά πιστώθηκαν στον υπ' αριθ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχους τον θανόντα Γ. Σ. και τον ίδιο.
Εν συνεχεία ο Α. Σ. ανέλαβε από τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν των εκατόν σαράντα χιλιάδων ΕΥΡΩ (140.000 €) και ζήτησε από την ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία να μεταφέρει το υπόλοιπο ποσόν των εκατόν σαράντα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα ΕΥΡΩ (145.830 €) στον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον ίδιο, κατόπιν δε αιτήσεώς του δημιουργήθηκε με το ως άνω ποσόν προθεσμιακή κατάθεση, το προϊόν της οποίας, όπως και το λοιπό ποσόν των είκοσι μίας χιλιάδων επτακοσίων εξήντα έξι ΕΥΡΩ (21.766), μεταφέρθηκε από τον υπ' αριθ. ...
τραπεζικό λογαριασμό στον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τον ίδιο και τη σύζυγό του πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητο(και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), ενώ τέλος την 27.11.2006 ο Α. Σ. ανέλαβε από τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό το ποσόν των εκατόν δέκα χιλιάδων ΕΥΡΩ(110.000 €). Ωστόσο, την 29.11.2006 κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία η από 23.11.2006 εξώδικος δήλωση της συζύγου του θανόντος Γ.
Σ. Π. Σ., στην οποία αυτή ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: α) την 8.9.2006 προσήλθε στο επί της οδού ... κατάστημα της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας και κατέθεσε ληξιαρχική πράξη θανάτου του θανόντος την 31.7.2006 συζύγου της Γ. Σ., προκειμένου να ενημερωθεί η Τράπεζα και να προχωρήσει στις κατά νόμο προβλεπόμενες διαδικασίες, μέχρις ότου εκδοθούν και προσκομισθούν τα αναγκαία πιστοποιητικά και έγγραφα, εκ των οποίων προσδιορίζονται οι νόμιμοι κληρονόμοι του Γ.
Σ. και οι διαδικασίες μεταβιβάσεως των μετοχών σε αυτούς, β) την ως άνω ληξιαρχική πράξη θανάτου παρέλαβε ο υπάλληλος της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας Μ. Π., ο οποίος βεβαίωσε την παραλαβή του εγγράφου επί αντιγράφου της κατατεθείσας ληξιαρχικής πράξεως θανάτου και ενημέρωσε αυτήν ότι το εν λόγω έγγραφο επρόκειτο να διαβιβασθεί αρμοδίως στο κατάστημα, όπου ετηρείτο ο λογαριασμός του Γ.
Σ., ήτοι στο Κατάστημα ..., και από αυτό στα κατά περίπτωση αρμόδια τμήματα της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας, γ) την 18.10.2006 παρέλαβε ταχυδρομικώς επιστολή..., απευθυνομένη προς τον θανόντα σύζυγό της Γ. Σ., με την οποία αυτή ενημερώθηκε το πρώτον ότι την 21.9.2006 πωλήθηκαν μετρητοίς μετοχές του χαρτοφυλακίου του θανόντος συζύγου της, συνολικής αξίας διακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων εξήντα τριών ΕΥΡΩ και εξήντα οκτώ λεπτών(264.063,68 €), δ) την 15.11.2006 παρέλαβε ταχυδρομικώς νέο ενημερωτικό σημείωμα...
απευθυνόμενο προς τον θανόντα σύζυγό της Γ. Σ., με το οποίο αυτή ενημερώθηκε ότι την 11.10.2006 πωλήθηκαν μετρητοίς μετοχές του χαρτοφυλακίου του θανόντος συζύγου της, συνολικής αξίας είκοσι μίας χιλιάδων επτακοσίων εξήντα έξι ΕΥΡΩ και εννέα λεπτών (21.766,09 €), ε)σε αμφότερες τις ως άνω περιπτώσεις επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το αρμόδιο κατάστημα της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας, από τους αρμοδίους υπαλλήλους του οποίου δεν εδόθησαν επαρκείς εξηγήσεις, αλλά απλώς διατυπώθηκαν εικασίες τους περί εκτελέσεως των εντολών αυτών δυνάμει κάποιου πληρεξουσίου, στ) η Τράπεζα ήδη από 8.9.2006 γνώριζε το γεγονός του θανάτου του συζύγου της Γ.
Σ. και ως εκ τούτου προκαλείται σε αυτήν κατάπληξη από το γεγονός της εκτελέσεως των εντολών αυτών, οι οποίες δόθηκαν από τρίτο πρόσωπο δυνάμει ανισχύρου πληρεξουσίου και ζ) η ιδία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Γ. Σ. κατά ποσοστό ενός τετάρτου(1/4) εξ αδιαιρέτου επί του συνόλου της περιουσίας αυτού, έχει ζημιωθεί κατά το μέρος εκείνο των μετοχών, το οποίο θα περιήρχετο στην κυριότητά της μετά την έκδοση του κληρονομητηρίου, ζήτησε δε να γνωστοποιηθεί σε αυτήν εντός δεκαπέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της εν λόγω εξωδίκου δηλώσεως η ταυτότητα των προσώπων, με εντολή των οποίων έλαβαν χώρα οι ως άνω πωλήσεις και βάσει ποιών εγγράφων.
Σε απάντηση της ως άνω εξωδίκου δηλώσεως η ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμος τραπεζική εταιρία με την από 11.1.2007 υπ' αριθ. πρωτ. 07.01.01.194.7363 επιστολή της προς την Π. Σ. γνωστοποίησε στην τελευταία ότι η υπόθεση ερευνάται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της και κάλεσε αυτήν να προσκομίσει τα αποδεικνύοντα την κληρονομική της ιδιότητα έγγραφα...
Εν τέλει, κατόπιν διεξαγωγής ελέγχου η ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμος τραπεζική εταιρία την 2.8.2007 κατέβαλε στην Π. Σ. το ποσόν των εβδομήντα μίας χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα επτά ΕΥΡΩ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (71.457,44 €), το οποίο αντιστοιχεί στο προϊόν της εκποιήσεως του συνόλου των μετοχών του θανόντος την 31.7.2006 Γ.
Σ. (ήτοι 6.000 μετοχών της Εμπορικής Τράπεζας, 4.806 μετοχών της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας και 1.793 μετοχών της "Δ.Ε.Η. Α.Ε.")και αναλογεί στο ποσοστό της κληρονομικής μερίδας αυτής(1/4 εξ αδιαιρέτου) επί των ως άνω μετοχών, κατόπιν δε της καταβολής του ως άνω ποσού η Π. Σ. δήλωσε ότι ουδεμία απαίτηση έχει κατά της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας για τη συγκεκριμένη αιτία και εκχωρεί προς την τελευταία κάθε απαίτησή της, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ποσού συμβιβαστικώς προσφερθεί ή δικαστικώς κριθεί ότι οφείλεται σε αυτήν από τους καθολικούς διαδόχους του Α.
Σ. επί του προϊόντος της εκποιήσεως των εν λόγω μετοχών του Γ. Σ.. Μετά την ως άνω καταβολή και την εκχώρηση της απαιτήσεως κατά των κληρονόμων του Α. Σ., ήτοι των εναγομένων-εφεσιβλήτων(και ήδη αναιρεσειόντων), η ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμος τραπεζική εταιρία την 23.12.2011 κοινοποίησε σε αυτούς την από 19.10.2011 εξώδικο δήλωση..., με την οποία, αφού ανήγγειλε σε αυτούς την προς αυτήν εκχώρηση της ως άνω απαιτήσεως ποσού εβδομήντα μίας χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα επτά ΕΥΡΩ και σαράντα τεσσάρων λεπτών(71.457,44 €) της Π.
Σ. κατ' αυτών ως καθολικών διαδόχων του Α. Σ., προέβη σε μονομερή συμψηφισμό προς την απαίτησή της αυτή ανταπαιτήσεως των εναγομένων-εφεσιβλήτων ποσού είκοσι δύο χιλιάδων διακοσίων ενενήντα δύο ΕΥΡΩ (22.292 €), το οποίο αποτελούσε το κατά το χρόνο αυτό υπόλοιπο του τηρουμένου σε αυτήν υπ' αριθ. ... κοινού τραπεζικού λογαριασμού με δικαιούχους την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητο και τον θανόντα σύζυγό της Α.
Σ...., της απαιτήσεως της ενάγουσας... ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας περιοριζομένης κατόπιν του ως άνω συμψηφισμού στο ποσόν των σαράντα εννέα χιλιάδων εκατόν εξήντα πέντε ΕΥΡΩ και σαράντα τεσσάρων λεπτών (49.165,44 €), το οποίο παριστά το τελικό ύψος της εκχωρηθείσας σε αυτήν απαιτήσεως εξ αδικοπραξίας εις βάρος της εκχωρήτριας Π.
Σ..... η κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω... ζημία της Π. Σ. οφείλεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα: α) του θανόντος δικαιοπαρόχου των εναγομένων-εφεσιβλήτων Α. Σ., ο οποίος: αα) την 3.8.2006, ήτοι μετά το θάνατο του πατρός του Γ. Σ. την 31.7.2006, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας ότι διαθέτει έγκυρο και ισχυρό ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του ως άνω θανόντος πατρός του, με το οποίο εξουσιοδοτείται να εκτελεί ελευθέρως πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών του τελευταίου, αποκρύπτοντας το γεγονός του προηγηθέντος θανάτου του μοναδικού πραγματικού δικαιούχου των μετοχών αυτών αβ) κατήρτισε την εξαρχής πλαστή από 3.8.2006 υπεύθυνο δήλωση του ήδη θανόντος κατά το χρόνο αυτό πατρός του Γ.
Σ. περί ισχύος του ως άνω ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου... ,έκαμε δε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, προσκομίζοντας αυτό στους αρμοδίους υπαλλήλους της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας, προκειμένου να τους πείσει ότι το ως άνω ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο παραμένει έγκυρο και ισχυρό και αγ) βάσει των ως άνω ψευδών παραστάσεων έπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας να προβούν την 21.9.2006 και την 11.10.2006 σε εκτέλεση εντολών του προς ρευστοποίηση του συνόλου των μετοχών του χαρτοφυλακίου του θανόντος πατρός του Γ.
Σ., με συνέπεια την πρόκληση της ανωτέρω περιγραφομένης ζημίας της εκχωρήτριας Π. Σ. και β)των προστηθέντων της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας αρμοδίων υπαλλήλων, οι οποίοι, καίτοι είχαν λάβει στην κατοχή τους ήδη από 8.9.2006 τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του μοναδικού δικαιούχου του χαρτοφυλακίου των εν λόγω μετοχών Γ.
Σ., από αμέλειά τους, δηλαδή από μη καταβολή της απαιτουμένης στις συναλλαγές επιμελείας... παρέλειψαν τον προσήκοντα έλεγχο της ισχύος του προσκομισθέντος ως άνω ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και της γνησιότητας της ως άνω υπευθύνου δηλώσεως, δεν μερίμνησαν για τη διακρίβωση της ταυτότητος των κληρονόμων του Γ.
Σ. και των ποσοστών της κληρονομικής μερίδος εκάστου, ζητώντας την προσκομιδή των σχετικών νομιμοποιητικών εγγράφων, και εκτέλεσαν τις ως άνω εντολές πωλήσεως μετοχών αυτού βάσει ανισχύρου ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου σε χρόνο μετά το θάνατο του ως άνω μοναδικού δικαιούχου του χαρτοφυλακίου....
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμος και κατ' ουσίαν η... αγωγή κατά την κυρία αυτής βάση εκ της συμβάσεως εκχωρήσεως, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι να καταβάλουν στην ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία το ποσόν των σαράντα εννέα χιλιάδων εκατόν εξήντα πέντε ΕΥΡΩ και σαράντα τεσσάρων λεπτών(49.165,44 €) κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδος εκάστου, ήτοι κατά ποσοστό δύο ογδόων(2/8) η πρώτη, τριών ογδόων(3/8) ο δεύτερος και τριών ογδόων (3/8) η τρίτη, ήτοι τα επιμέρους ποσά:
α)των δώδεκα χιλιάδων διακοσίων ενενήντα ενός ΕΥΡΩ και τριάντα έξι λεπτών(12.291,36 €) η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητος..., β)των δεκαοκτώ χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα επτά ΕΥΡΩ και τεσσάρων λεπτών(18.437,04 €) ο δεύτερος εναγόμενος-εφεσίβλητος... και γ) των δεκαοκτώ χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα επτά ΕΥΡΩ και τεσσάρων λεπτών(18.437,04 €) η τρίτη εναγομένη-εφεσίβλητος..., τα δε ποσά αυτά εντόκως νομίμως...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή, στο σύνολό της, ως μη νόμιμη, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 6503/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά την κύρια αυτής βάση εκ της συμβάσεως εκχωρήσεως από απαίτηση αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας, και υποχρέωσε τους εναγομένους-εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην ενάγουσα- εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 49.165,44 ευρώ, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου, ήτοι κατά ποσοστό δύο ογδόων(2/8) η πρώτη, τριών ογδόων(3/8) ο δεύτερος και τριών ογδόων (3/8) η τρίτη, και δη τα επιμέρους ποσά:
α)των 12.291,36 ευρώ η πρώτη αναιρεσείουσα, β)των 18.437,04 ευρώ ο δεύτερος αναιρεσείων και γ) 18.437,04 ευρώ η τρίτη αναιρεσείουσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 455 επ., 297,298,300, 330 και 914 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εκχώρησης προς την αναιρεσίβλητη Τράπεζα της απαίτησης της ζημιωθείσας συγκληρονόμου Π., χήρας Γ.
Σ., προς αποζημίωση από τις τελεσθείσες αδικοπραξίες του αποβιώσαντος συγκληρονόμου της και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών Α. Σ., χωρίς η επελθούσα ζημία της παθούσας να οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, δικαιολογούν την αποδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της τελευταίας, κατά την κύρια αυτής βάση, ενώ τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο δεν δικαιολογούν την υπαγωγή τους στους κανόνες δικαίου των διατάξεων των άρθρων 150, 179 και 180 του ΑΚ, για ακυρότητα της σύμβασης εκχώρησης, λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας της ίδιας της εκδοχέως Τράπεζας στην επέλευση της ζημίας της εκχωρήτριας, δηλαδή διατάξεων που δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε εν προκειμένω το Εφετείο.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό του πόρισμα για καταβολή στη δικαιούχο αναιρεσίβλητη Τράπεζα της νόμιμης και έγκυρα εκχωρηθείσης προς αυτήν απαίτησης της ζημιωθείσας κατά των αναιρεσειόντων, ως νόμιμων κληρονόμων του αδικοπραγήσαντος σε βάρος της συγκληρονόμου του, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 455 επ., 297,298,300, 330 και 914 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως, τα όσα αντίθετα, επίσης, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά την περιλαμβανόμενη σ' αυτόν αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας της σύμβασης εκχώρησης της επίδικης απαίτησης και της έλλειψης αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στην επελθούσα ζημία της παθούσας, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, ως και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, που έχουν σχέση με το προαναφερόμενο τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της και με αυτόν πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 ΑΚ προκύπτει ότι επί αγωγής, με βάση την αξίωση αποζημίωσης, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου, ο ισχυρισμός του τελευταίου, ότι αποκλειστικός υπαίτιος της ζημίας του τυγχάνει ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ιδίου ότι στην πρόκληση της ζημίας συνετέλεσε και ίδιο πταίσμα του ενάγοντος, συνιστά αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και θεμελιώνει ένσταση, από το άρθρο 300 ΑΚ, καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι περιέχεται στον πρώτο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και πρέπει για το λόγο αυτό να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά και το σχετικό αίτημα, όπως αυτό επιβάλλεται από το άρθρο 262 ΚΠολΔ, μη δυνάμενος να ληφθεί υπόψη, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 423/1985, ΑΠ 961/2020, ΑΠ 758/2018).
Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα η συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ' ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αποδίδοντας στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους, τον οποίο και προέβαλαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προς αντίκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ότι αποκλειστική υπαίτια, για τη ζημία που υπέστη η παθούσα εκχωρήτρια, είναι η ίδια η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, διότι, αν και της προσκομίσθηκε η ληξιαρχική πράξη θανάτου του Γ.
Σ. την 8.9.2006, από τη σύζυγό του και παθούσα Π. Σ., επέτρεψε την εκποίηση του χαρτοφυλακίου την 21.9.2006 και 11.10.2006 από το μη δικαιούχο Α. Σ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, και, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σχετική σκέψη, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης και το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να τον λάβει υπόψη του και να τον εκτιμήσει ως ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων από τη διάταξη του άρθρου 300ΑΚ.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 18/2021,ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη της την προσκομισθείσα με επίκληση, ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ληξιαρχική πράξη θανάτου του Γ.
Σ., και το οποίο έγγραφο, αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, επειδή από αυτό προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού τους, ότι εφόσον το ελάμβανε υπόψη και η αναιρεσίβλητη Τράπεζα, θα απέτρεπε την εκποίηση του χαρτοφυλακίου από το μη δικαιούχο Α. Σ. και την εντεύθεν ζημία της συζύγου του θανόντος Π.
Σ. και των λοιπών νομίμων κληρονόμων του. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου, ρητά, στο προοίμιο της ελάσσονος σκέψης(τέλος 25ης με αρχή 26ης σελίδας) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και "όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", και σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, στην 29η σελίδα της, όπου ρητά αναφέρονται ειδικά και τα εξής, ότι "την 29.11.2006 κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία η από 23.11.2006 εξώδικος δήλωση της συζύγου του θανόντος Γ.
Σ. Π. Σ., στην οποία αυτή ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: α) την 8.9.2006 προσήλθε στο επί της οδού ... κατάστημα της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας και κατέθεσε ληξιαρχική πράξη θανάτου του θανόντος την 31.7.2006 συζύγου της Γ. Σ., προκειμένου να ενημερωθεί η Τράπεζα και να προχωρήσει στις κατά νόμο προβλεπόμενες διαδικασίες, μέχρις ότου εκδοθούν και προσκομισθούν τα αναγκαία πιστοποιητικά και έγγραφα, εκ των οποίων προσδιορίζονται οι νόμιμοι κληρονόμοι του Γ.
Σ. και οι διαδικασίες μεταβιβάσεως των μετοχών σε αυτούς, β) την ως άνω ληξιαρχική πράξη θανάτου παρέλαβε ο υπάλληλος της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας Μ. Π., ο οποίος βεβαίωσε την παραλαβή του εγγράφου επί αντιγράφου της κατατεθείσας ληξιαρχικής πράξεως θανάτου και ενημέρωσε αυτήν ότι το εν λόγω έγγραφο επρόκειτο να διαβιβασθεί αρμοδίως στο κατάστημα, όπου ετηρείτο ο λογαριασμός του Γ.
Σ., ήτοι στο Κατάστημα ..., και από αυτό στα κατά περίπτωση αρμόδια τμήματα της ενάγουσας-εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας...", καθώς και στο τέλος της 31ης σελίδας και στην 32η σελίδα αυτής, όπου ρητά αναφέρονται, επίσης, ειδικά και τα εξής, ότι "Πράγματι, η Π. Σ. με την από 25.4.2007 επιστολή της προς την ενάγουσα-εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία προσκόμισε το πρώτον μεταξύ άλλων:
α)...,β)..., γ)..., δ)..., ε)επικυρωμένο αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του συζύγου της Γ. Σ., το οποίο είχε κατατεθεί στο κατάστημα ... την 8.9.2006 και παραληφθεί με σφραγίδα και υπογραφή του υπαλλήλου Μ. Π....", προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και το ως άνω έγγραφο για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των περί του αντιθέτου περιεχομένων στις προτάσεις των εφεσιβλήτων-αναιρεσειόντων ισχυρισμών τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβαίνει και σε χωριστή αξιολόγηση του συγκεκριμένου εγγράφου.
Η άποψη δε των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση του επίμαχου αυτού αποδεικτικού εγγράφου θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ενιαίως, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.12.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3635/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ