Supreme Court suspends appeal decision due to defendants' default and unproven service of process in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal decision because the Spanish State and its Embassy failed to appear or prove service of process. The plaintiff argued the defendants were properly notified, but the court found no evidence of delivery to the Embassy or Spanish authorities. Consequently, the court ordered a suspension until the validity of service is established.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3(2) of the Code of Civil Procedure; Article 19 of the Brussels I Regulation: When defendants in a labor dispute default and fail to prove service of process, the court must suspend the decision until the validity and timeliness of service are verified.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1074 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1074/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
R. (Ρ.) N. (Ν.) B. (Μ.) του J. (Χ.), κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σπυρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ισπανικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και
2) Οικονομικού και Εμπορικού Γραφείου της Πρεσβείας της Ισπανίας στην Αθήνα, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
τα οποία δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.02.2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2755/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4321/2011 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 1896/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 2769/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 04.10.2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Το άρθρο 3 παρ.2 του ΚΠολΔ ορίζει ότι εξαιρούνται από την δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων οι αλλοδαποί που έχουν ετεροδικία, εκτός αν πρόκειται για τις διαφορές που υπάγονται στις διατάξεις του αρθρ.29. Εξάλλου σύμφωνα με τους γενικά παραδεδειγμένους εθιμικής προελεύσεως κανόνες του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου έχουν το προνόμιο της ετεροδικίας και τα αλλοδαπά κράτη. Αυτό όμως συμβαίνει μόνο για διάφορες από πράξεις των που συνδέονται με άσκηση πολιτειακής εξουσίας (imperium) ήτοι δεν συνέχονται με σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όπου αυτά ενεργούν ως Fiscus, και το οποίο ελέγχεται από τα Ελληνικά Δικαστήρια που επιλαμβάνονται της σχετικής διαφοράς σύμφωνα με το ημεδαπό δίκαιο. Στην περίπτωση επομένως που προβάλλονται αξιώσεις κατά Αλλοδαπού Δημοσίου που απορρέουν από σύμβαση εργασίας, υπόκεινται οι σχετικές διαφορές στην δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων γιατί η σχετική αξίωση πηγάζει από σχέση ιδιωτικού δικαίου και αυτό δεν απολαύει στην συγκεκριμένη περίπτωση του προνομίου της ετεροδικίας.
Περαιτέρω οι εκδόσεις που γίνονται στις εδώ Πρεσβείες τους δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επίδοση προς το αλλοδαπό δημόσιο αφού η Πρεσβεία αυτή δεν είναι αντίκλητός τους (ΑΠ 1398/1986 Ελλ.Δ/νη 28/1029, ΑΠ 6425/1977 ΝοΒ 26.742).
[II] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Κατά δε τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευση του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.
Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Ισπανία σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ’ ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5/11/1965.
Εξάλλου οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν και των διατάξεων του ΚΠολΔ και οι του άρθρου 143 παρ.4 αυτού αφού είναι δεσμευτικές και μάλιστα άμεσα κατ’ άρθρο 26 αυτού για τα κράτη μέλη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 19 ίδιου Κανονισμού, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο η άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος Κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα Κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν η απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα Κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστό και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των (αρμόδιων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Ισπανία ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Όμως, οι διατάξεις του Κανονισμού αυτού δεν ισχύουν σε περίπτωση που η διεύθυνση του παραλήπτη της πράξης είναι άγνωστη. Διαφορετικά, δηλαδή εφόσον η διαμονή του παραλήπτη είναι άγνωστη, εφαρμόζονται οι διατάξεις του εθνικού δικαίου (lex fori) και στην περίπτωση που εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο εφαρμόζεται το άρθρο 135 ΚΠολΔ, το οποίο αναφέρεται στις επιδόσεις σε διάδικο άγνωστης διαμονής στο εσωτερικό ή το εξωτερικό.
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, και συγκεκριμένα (α) το Ισπανικό Δημόσιο και (β) Το Οικονομικό και Εμπορικό Γραφείο της Πρεσβείας της Ισπανίας στην Αθήνα που ταυτίζεται με το πρώτο και βρίσκεται στην Λεωφ. Βασιλέως Κωνσταντίνου αριθ.44, αλλά δεν είναι αντίκλητος του σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψης που έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή και δή στην Ισπανία, δεν παρέστησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του Δικαστηρίου τούτου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 8/10/2019 και μετά από αναβολή η 29/9/2020. Κατά δε την αρχική δικάσιμο, οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν παρασταθεί, ούτε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά επίσης δεν είχαν κληθεί να παραστούν κατ’αυτήν (αρχική δικάσιμο).
Ακολούθως η αναιρεσείουσα αιτήθηκε αναβολή για την άνω αναφερόμενη δικάσιμο προκειμένου να προβεί στην κλήτευσή τους. Κατά την άνω αναφερόμενη δικάσιμο και πάλι δεν παραστάθηκαν οι αναιρεσίβλητοι παρ' ότι η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από την υπ’ αριθμ. 3748/18-6-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαγιάννη που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 04.10.2018 αίτησης αναίρεσης και της υπ’αριθμ.πρωτ.66/11-5-2020 βεβαίωση αναβολής του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Από κανένα έγγραφο ή βεβαίωση του άρθρου 10 του άνω κανονισμού προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Άρειου Πάγου διαβίβασε τα προς επίδοση έγγραφα στις αρμόδιες Αρχές της Ισπανίας, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται κάτι τέτοιο.
Κατόπιν αυτών και εν όψει του ότι οι αναιρεσίβλητοι ερημοδικούν, το παρόν Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οφείλει κατ’ άρθρο 19 του ίδιου κανονισμού ν’ αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του Κράτους μέλους παραλαβής, ή β)ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στους αναιρεσίβλητους στην έδρα ή κατοικία του με άλλο τρόπο προβλεπόμενο από τον άνω Κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε οι αναιρεσίβλητοι να είναι δυνατόν ν’ αμυνθούν (βλ. ΑΠ 1978/2017).
Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται αφού η παρούσα δεν είναι οριστική.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναστέλλει την έκδοση απόφασης επί της από 04.10.2018 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ.2769/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, μέχρι να προσκομιστεί η στο σκεπτικό αναφερόμενης βεβαίωση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ