Legislator Case Law & Legislation
1074/2017 AI generated

1074/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1074/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Legislator headnote

AI generated

1074/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
inducement to breach of contract suspension of benefit entitlement issuance of compensation title satisfaction of claim fraudulent obtaining of a benefit withdrawal of driving license
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1074 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1074/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Κιαουλιά και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Π., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5861/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 583/2015 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/3/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, ο απ’ αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι’ αυτό ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008), χωρίς, όμως, να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθή τον προβληθέντα από τον αναιρεσίβλητο προς θεμελίωση της προταθείσας από τον ίδιο (αναιρεσίβλητο) ενστάσεως παραγραφής (937 ΑΚ) ισχυρισμό περί του αφετηρίου χρονικού σημείου (ενάρξεως) αυτής, συμπίπτοντος (κατά τον ισχυρισμό) με τον χρόνο υποβολής (8-10-2004) της εναντίον του (υπ’ αριθμ.

πρωτ. ...) μηνύσεως του τελευταίου (αναιρεσίβλητου) χωρίς να προσκομιστεί σχετική περί αυτού απόδειξη εκ μέρους του βαρυνόμενου αναιρεσίβλητου εναγομένου - ενισταμένου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και, ειδικότερα, κατά τη διαλαμβανομένη σ’ αυτή ρητή αποδοχή. "...από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρας που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως και από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν και την εξώδικη μαρτυρία της μάρτυρα του εναγομένου - εκκαλούντος Π.

Σ., για την οποία συνετάγη η υπ’ .../2010 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Νικαίας, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του εναγομένου". Κατά τη διάταξη του άρθρον 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει, ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί, για πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ. ΑΠ 15/2000 ΑΠ 780/2004, ΑΠ 139/2001). Κατ’ ακολουθίαν αυτών, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση, παράλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη την από τον αναιρεσίβλητο, προς αντίκρουση της κατ’ αυτού από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) ασκηθείσας αγωγής, προταθείσα από το άρθρο 937 ΑΚ ένταση παραγραφής λόγω αοριστίας απορρέουσας από τη μη εξειδίκευση του θεμελιωτικού αυτής (ενστάσεως) πραγματικού περιστατικού του χρόνου ενάρξεώς της (παραγραφής), κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, και τούτο ενόψει, αφενός της μη επικαλουμένης, αλλά ούτε και αποδεικνυόμενης προβολής του εν λόγω ισχυρισμού αοριστίας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (βλ. από 8.10.14 προτάσεις αυτού) και αφετέρου της μη συνδρομής κάποιας από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προϋποθέσεως, η οποία να καθιστά, και χωρίς την εν λόγω επίκληση, παραδεκτή την προβολή αυτού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, και Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το, κατά νόμο, αναγκαίο περιχεόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον, εκάστοτε εφαρμοστέο, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1455/2014, ΑΠ 632/15, ΑΠ 2119/14). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται, ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του, δικαιούται να αξιώσει:

α) την άρση της προσβολής, β) την παράλειψη της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος.

Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται, τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής.

Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης.

Αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και οι υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ο από δόλο, άμεσο για την περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης (ΑΠ 257/2001) και (έστω) ενδεχόμενο γι’ αυτήν της απλής δυσφημίσεως και εξυβρίσεως (ΑΠ 1573/2001) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.

Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση εκ τρίτου προσώπου, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμη ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δεν και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται, συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.

Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Με τους τρίτο, και τέταρτο, λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση, ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως των άρθρων 361, 362, 363, ΠΚ αρ. 57 και 59 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε (κατ’ αποδοχή της κατά της αντιθέτως αποφανθείσας πρωτοδίκου αποφάσεως ασκηθείσας εφέσεως του αναιρεσιβλήτου) ως και ουσιαστικά αβάσιμη την κατά του τελευταίου (αναιρεσιβλήτου) από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) εγερθείσα και επί των προαναφερθεισών διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που φέρεται ότι υπέστη από την σε βάρος του διαπραχθείσα (από τον αναιρεσίβλητο) αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση), δεχθείσα με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, την μη συνδρομή των (από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα) επικληθεισών για την κατάφαση της αποδιδομένης στον αναιρεσίβλητο εναγόμενο αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, προϋποθέσεων παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλλοντα την παραδοχή της αγωγής ως και ουσιαστικά βασίμου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι, αυτή μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι αδελφοί και κατά το παρελθόν είχαν αναπτύξει κοινή επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο των οικοδομών, μέχρι το 2000, οπότε ενεπλάκησαν σε σφοδρή αντιδικία, στα πλαίσια της οποίας, ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητο) υπέβαλε κατά του ενάγοντος (αναιρεσείοντος):

α) στις 13.11.2000, την υπ’ ΑΒΜ ... μήνυση για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και κατ’ εξακολούθηση και της αυτοδικίας από κοινού, β) στις 20.2.2001, την υπ’ ΑΒΜ ... μήνυση, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, δ) στις 7.2.2002, την υπ’ ΑΒΜ ... μήνυση για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και ε) στις 31.3.2003, την υπ’ ΑΒΜ ...

μήνυση για ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση και της υπεξαγωγής εγγράφων. Κατά τη συνεκδίκαση των ανωτέρω 5 μηνύσεων ενώπιον του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, στις 22.3.2004, α) ο (αναιρεσίβλητος) εναγόμενος ανακάλεσε τις μηνύσεις του για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ’ εξακολούθηση και της αυτοδικίας από κοινού και αντίστοιχα ο ενάγων (αναιρεσείων) αποδέχθηκε την ανάκληση, οπότε έπαυσε οριστικά η κατ’ αυτού ποινική δίωξη λόγω ανάκλησης και αποδοχής και β) για δε τις λοιπές πράξεις κατέθεσε ότι ο ενάγων δεν είχε ενεργήσει εις βάρος του με δόλο και δεν επιθυμούσε την καταδίκη του.

Ο ενάγων αναιρεσείων αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του εναγομένου και επιβεβαίωσε ότι οι διαφορές τους ήταν αποτέλεσμα παρεξηγήσεων. Κατόπιν αυτών εξεδόθησαν οι υπ’ αριθμ. 1993, 1994, 1996, 1997, και 1998/2004 οριστικές αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου, δυνάμει των οποίων, έπαυσε η ποινική δίωξη για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της αυτοδικίας από κοινού και ο ενάγων κηρύχτηκε αθώος των λοιπών πράξεων.

Στη συνέχεια στις 21.4.2004, κατά την εκδίκαση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νικαίας, δύο αγωγών του εναγομένου κατά του ενάγοντος, ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι ο αντίδικός του ήταν αυτός που του είχε ζητήσει συγνώμη για τις αβάσιμες μηνύσεις του, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητου) που θεωρούσε ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν ψευδής και προσέβαλε την τιμή και την υπόληψή του, να υποβάλει εναντίον του ήδη ενάγοντος στις 8.7.2004, την υπ’ ΑΒΜ ...

έγκλησή του για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και να ασκήσει στις 2.2.2006 την από 14.1.2006, (υπ’ αριθμ. .../2006) αγωγή του κατά του ενάγοντος για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Τα ανωτέρω δικόγραφα αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας δίκης. Ωστόσο, από την υποβολή της ανωτέρω μήνυσης, (8.7.2004) μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, (16.12.2009, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ...

ταυτόχρονη έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Πειραιά Γ. Σ.), η σχετική αξίωση του ενάγοντος, (ως προς την προσβολή που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την υπ’ ΑΒΜ ... μήνυση), έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, καθώς, η αξίωση από αδικοπραξία γεννάται από τότε που η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες και η διαδρομή του χρόνου παραγραφής που ορίζεται σε 5 έτη αρχίζει αμέσως.

Η παραγραφή αυτή δεν έχει διακοπεί ή ανασταλεί για κάποιο νόμιμο λόγο, ούτε άλλωστε ο ενάγων προτείνει κατ’ αντένσταση κάτι τέτοιο. Η επανάληψη του ισχυρισμού της μήνυσης σε μετέπειτα δικόγραφα του εναγομένου, δεν επιφέρει, όπως αόριστα ισχυρίζεται ο ενάγων στην προσθήκη των προτάσεών του της πρωτόδικης δίκης, επανέναρξη του χρόνου παραγραφής της σχετικής αξίωσής του.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο που απέρριψε τη σχετική ένσταση του εναγομένου, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί το 2ο λόγο της κρινόμενης έφεσης, έσφαλε. Πρέπει συνεπώς η σχετική ένσταση να γίνει δεκτή ως νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1, 251 και 247 ΑΚ και ουσιαστικά βάσιμη και η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος που αφορά στην προσβολή του ενάγοντος από την υπ’ ΑΒΜ ...

μήνυση, λόγω παραγραφής. Ως προς το μέρος που αφορά στην προσβολή του ενάγοντος από την υπ’ αριθμ. .../2006 αγωγή, δεν τίθεται θέμα παραγραφής, ως ανωτέρω. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, κατά την ανωτέρω ημερομηνία και σε γενόμενη διακοπή της δίκης, οι διάδικοι, οι οποίοι είναι εξοικειωμένοι με τη δικαστική εκτόνωση των διαφορών τους, συναποφάσισαν να μη δώσουν συνέχεια στις αντιδικίες τους, εκλαμβάνοντας βάσιμα αμοιβαίως ότι ο αντίδικός τους ζήτησε συγγνώμη και ότι με τις καταγεγραμμένες στα πρακτικά ως άνω δηλώσεις, που εξυπηρετούν τη λήξη της διαφοράς, αποτυπώνεται η συγγνώμη του αντιδίκου τους, κατά περίπτωση, είτε ως προς τη βασιμότητα των κατηγοριών των δικαζομένων μηνύσεων, (ο ενάγων), είτε ως προς τη διάπραξη των ως άνω αξιόποινων πράξεων, (ο εναγόμενος).

Αντίθετο λογικό συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί, ότι δηλαδή επί πολλαπλών αντιδικιών μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο δεκάδες εκατομμύρια ευρώ και κατηγορίες για σοβαρότατα αδικήματα (απάτες, εκβιασμούς, πλαστογραφίες, συκοφαντικές δυσφημήσεις κ.λ.π.), ο εναγόμενος ως μηνυτής, παρέχει συγνώμη επειδή ο ενάγων, ως κατηγορούμενος, δάκρυσε.

Εν όψει των ανωτέρω, δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) προσέβαλε υπαιτίως, από δόλο, την τιμή του ενάγοντα με την άσκηση της ως άνω αγωγής, αλλά ότι δικαιολογημένα, εν όψει των προπεριγραφέντων γεγονότων, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι ο αντίδικός του, (ήδη ενάγων), προκειμένου να συμβάλει στην εκτόνωση της διαφοράς κατά το μέρος που τον αφορά, ζήτησε συγγνώμη και αποδέχθηκε την ανάκληση των μηνύσεων. Άλλωστε, εν όψει των συνθηκών της μεταξύ τους σχέσης και της μακροχρόνιας αντιδικίας και ο ενάγων, με τον ίδιο σκοπό, εξέλαβε ευλόγως το ίδιο από την πλευρά του αντιδίκου του. Έτσι, κρίνοντας το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος με τον ισχυρισμό του που περιέχεται στην ως άνω υπ’ αριθ. .../2006 αγωγή του ότι "οι κατηγορούμενοι ζήτησαν συγγνώμη", προσέβαλε υπαιτίως την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή του να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 5.000€ και δη νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός 3ος λόγος της κρινόμενης έφεσης, και ο συνεχόμενος με αυτόν 4ος λόγος με τον οποίο ο εκκαλών παραπονιέται ότι με το δικόγραφο της υπ’ .../2006 αγωγής του επιθυμεί να καταδείξει ότι αυτός δεν ζήτησε συγγνώμη από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσιαστικά βάσιμοι".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις (των άρθρων 57, 59 ΑΚ 361, 362 και 363 ΠΚ) αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, της καταφάσεως ή όχι δηλαδή της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου για τη φερόμενη ως προκληθείσα στον αναιρεσείουσα ηθική βλάβη από την (με την ένδικη αγωγή) αποδιδομένη σε βάρος του τελευταίου αδικοπρακτική συμπεριφορά δεχθείσα με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, τη μη συνδρομή της προς θεμελίωση αυτής επικληθείσας προϋπόθεσης, της υπάρξεως δηλαδή υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου υπό τη μορφή του δόλου (είτε αμέσου είτε ενδεχομένου) προς εκδήλωση της παραπάνω συμπεριφοράς συνισταμένης (υπαιτιότητας) στην πρόθεση του τελευταίου προς προσβολή της τιμής του αναιρεσείοντος δια της διαδόσεως ή του ισχυρισμού ενώπιον τρίτου γεγονότος ( εν γνώσει της αναληθείας αυτού για την περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως) βλαπτικού της τιμής ή της υπολήψεως αυτού (ΑΠ 146/2001 ΑΠ 1362/2000) με την υποστηρίζουσα την εν λόγω παραδοχή ορθή αιτιολογία ότι "δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) προσέβαλε αναιτίως την τιμή του ενάγοντα αλλά ότι δικαιολογημένα, ενόψει των προεπιγραφθέντων γεγονότων, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι ο αντίδικός του (ήδη αναιρεσείων), προκειμένου να συμβάλλει στην εκτόνωση της διαφοράς, ζήτησε συγγνώμη και αποδέχθηκε την ανάκληση των μηνύσεων".

Έκρινε, δηλαδή, στην ένδικη περίπτωση ότι η δικαιολογημένη πεποίθηση του αναιρεσίβλητου αναφορικά με τη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ως προς το ζήτημα της, εν λόγω συγγνώμης αποδοχής της ανακλήσεως των μηνύσεων" απέκλειαν την υπαιτιότητα του τελευταίου (αναιρεσιβλήτου).

Υπό της πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες. Εδώ σημειώνεται ότι, οι επικαλούμενες περαιτέρω ελλείψεις αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και γενικότερα την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν μπορούν, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται σαφώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να θεμελιώσουν τις προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις (ΑΠ 1455/2014, ΑΠ 632/2015.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί ολικά ή μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη ως επί της συγγενικής σχέσεως αυτών (αδελφοί - ΑΠ 1703/2008).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 11.3.2016 και με αριθμ. καταθ. …2016, αίτηση του Α. Σ. προς αναίρεση της 583/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ ολικά τα μεταξύ των διαδίκων, δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ