1074/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1074/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της αξιόποινης πράξης της κατηγορουμένης, όπως αυτή ορίζεται από το Π.Δ.180/79, να παύσει υφ’ όρον η ποινική δίωξη κατ’ άρθρο 4 Ν.
Full text
Απόφαση 1074 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1074/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσοκανά, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 29950/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1243/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εναντίον του αναιρεσείοντος για την πράξη της παράνομης άσκησης ιατρικής κατ’ εξακολούθηση που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 26-6-2007 έως 23-9-2007.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Η κρινόμενη από 17-11-2015 (αρ. 79/2015) αίτηση του Α. Μ. του Α. για αναίρεση της καταχωρηθείσας την 9-11-2015 στο οικείο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ 29.950/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε για το αδίκημα της διενέργειας ιατρικών πράξεων από μη ιατρό κατ’ εξακολούθηση σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών που ανεστάλη για τρία χρόνια, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20-11-2015. Επομένως, είναι παραδεκτή κατά τα άρθρα 473 παρ. 3 και 474 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των αναφερόμενων σ’ αυτήν λόγων.
ΙΙ] Στη μεν διάταξη του άρθρου 112 παρ. 1 του Α.Ν. 1565/1939 προβλέπεται ότι "1. Παν πρόσωπον, όπερ, χωρίς να κέκτηται τα εν άρθρ. 1 ή 10 του παρόντος Νόμου προσόντα προς άσκησιν της ιατρικής επιλαμβάνεται έστω και επί παρουσία ιατρού της διαγνώσεως ή θεραπείας αρρώστων είτε δια προσωπικών ενεργειών, είτε δια προφορικών ή γραπτών συμβουλών, είτε δι’ αλληλογραφίας, τοιχοκολλήσεως αγγελιών ή πάσης φύσεως δημοσιεύσεων θεωρείται ασκούν παρανόμως την ιατρικήν και τιμωρείται με τας εν άρθρ.111 του παρόντος Νόμου ποινάς.".
Στη δε διάταξη του άρθρου 111 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Με φυλάκισιν μέχρις ενός έτους και με χρηματικήν ποινήν μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμών τιμωρείται, όστις, χωρίς να έχη πτυχίον της Ιατρικής Σχολής ημεδαπού Πανεπιστημίου ή ξένης ομοταγούς σφετερίζεται τον τίτλον του ιατρού.". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου περιέχει πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Ζ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα κατ’ είδος αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, στο μεν σκεπτικό, ότι: "Στην Αθήνα, στις 14-4-2009, πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη της κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της πρόσληψης και απασχόλησης του Α.
Κ. χωρίς αυτός να είναι εφοδιασμένος με άδεια εργασίας από την αρμόδια αρχή, με την ιδιότητα της διευθύντριας του καταστήματος καφενείου, που ευρίσκεται στην οδό .... Επίσης, πρέπει να παύσει υφ’ όρον η ποινική δίωξη κατ άρθρο 4 του 4043/2012 σε βάρος της κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της υπ’ αρ. ... υγειονομικής διάταξης και ειδικότερα, του ότι με την ανωτέρω αναφερόμενη ιδιότητά της απασχολούσε στο ανωτέρω κατάστημα τον προαναφερθέντα Α.
Κ., χωρίς αυτός να είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας. Τέλος, προέκυψε ότι η κατηγορουμένη στον ως άνω τόπο και χρόνο, με την ιδιότητά της ως διευθύντρια του καταστήματος καφενείου, που ευρίσκεται στην οδό ..., είχε εγκαταστήσει και επέτρεπε τη διενέργεια μέσα σε αυτό, ηλεκτρονικά διεξαγόμενων παιγνίων και ειδικότερα είχε εγκαταστήσει δύο ηλεκτρονικά παιγνιομηχανήματα τύπου "..." με λογισμικό πρόγραμμα και δύο ηλεκτρονικά παιγνιομηχανήματα τύπου "...", με λογισμικό πρόγραμμα, μέσω των οποίων διενεργούντο τα ανωτέρω τυχερά και απαγορευμένα ηλεκτρονικά παίγνια, αν κι αυτό απαγορεύεται.
Επομένως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της αξιόποινης πράξης της κατηγορουμένης, όπως αυτή ορίζεται από το Π.Δ.180/79, να παύσει υφ’ όρον η ποινική δίωξη κατ’ άρθρο 4 Ν.
4043/2012 της αξιόποινης πράξης της υπ’ αριθμ. ... υγειονομικής διάταξης και να κηρυχθεί αυτή ένοχη της αξιόποινης πράξης του Ν. 3037/2002.", στο δε διατακτικό, ότι "ΔΙΚΑΖΕΙ παρόντος δια πληρεξουσίου τον κατηγορούμενο Μ. Α. του Α. Παύει Οριστικά την Ποινική Δίωξη λόγω παραγραφής για το χρονικό διάστημα από 15/12/2005 έως και 25/06/2007.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο για χρονικό διάστημα από 26-06-2007 έως 23-09-2007 και αθώο λοιπού διαστήματος του ότι: Κατά το χρονικό διάστημα από 15/12/2005 έως σήμερα, ως εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...", προέβη σε διενέργεια ιατρικών πράξεων και σε παροχή ιατρικών υπηρεσιών δίχως να είναι ο ίδιος ιατρός και δίχως να διαθέτει ούτε ο ίδιος ούτε η εταιρεία του σχετική άδεια, και ειδικότερα υπό την ανωτέρω ιδιότητα του πραγματοποιούσε σε εγκαταστάσεις της εταιρείας επί της οδού ...
εμφύτευση μαλλιών που ως ιατρική πράξη πρέπει να ενεργείται μόνο από ειδικούς δερματολόγους και ειδικούς χειρουργούς, το οποίο εν προκειμένω δεν συμβαίνει, διότι ούτε ο ίδιος έχει την ιδιότητα του ιατρού ούτε συνεργάζεται ή ζητά τη συνδρομή ιατρών με τις παραπάνω ειδικότητες.". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ η υπάρχουσα είναι ασαφής, αντιφατική και εμφανίζει λογικά κενά, και τούτο για τους εξής λόγους:
Η διατυπωθείσα αιτιολογία ουδεμία σχέση έχει με την ένδικη υπόθεση, αλλά αναφέρεται σε άλλα πραγματικά περιστατικά και σε άλλα πρόσωπα που ουδόλως συνδέονται με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη και συγκεκριμένα με το αδίκημα της διενέργειας ιατρικών πράξεων από μη ιατρό και συγκεκριμένα η αιτιολογία αναφέρεται σε ποινική δίωξη κατηγορουμένης, διευθύντριας καφενείου, η οποία απασχολούσε εργαζόμενο χωρίς άδεια εργασίας από την αρμόδια αρχή και χωρίς αυτός να είναι εφοδιασμένος με βιβλιάριο υγείας, δηλαδή σε αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται, ότι πρέπει να παύσει η ποινική δίωξη υφ’ όρον κατά το άρθρο 4 του Ν. 4043/2012 και το Π.Δ. 180/79, ενώ στη συνέχεια δέχεται την ενοχή της για την αξιόποινη πράξη του Ν.3037/2002 και συγκεκριμένα για το ότι η εν λόγω κατηγορουμένη είχε εγκαταστήσει δύο ηλεκτρονικά παιγνιομηχανήματα τύπου "..." με λογισμικό πρόγραμμα και δύο ηλεκτρονικά παιγνιομηχανήματα τύπου "...", με λογισμικό πρόγραμμα, μέσω των οποίων διενεργούντο τα ανωτέρω τυχερά και απαγορευμένα ηλεκτρονικά παίγνια.
Η κατηγορία που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα αφορούσε μόνο στη διενέργεια ιατρικών πράξεων και παροχή ιατρικών υπηρεσιών από μη ιατρό, με συνέπεια να υπάρχει παντελής έλλειψη αιτιολογίας, η οποία να σχετίζεται με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και την περιγραφόμενη στο κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη.
Επίσης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού δημιουργούσα ασάφεια ως προς την πράξη για την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, καθόσον δεν αποσαφηνίζεται αν πρόκειται για την περιγραφόμενη στο αιτιολογικό πράξη της παράβασης του Ν. 3037/2012 ή για την προσδιοριζόμενη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πράξη της παράβασης των άρθρων 111 και 112 παρ. 1 ΑΝ 1565/1939.
Περαιτέρω, η αποδιδόμενη σ’ αυτόν κατηγορία αφορούσε, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το χρονικό διάστημα από 15/12/2005 έως σήμερα, χωρίς να προσδιορίζεται το χρονικό σημείο στο οποίο αναφέρεται η λέξη "σήμερα". Η εν λόγω ασάφεια παρατηρείται τόσο στην πρωτόδικη απόφαση όσο και στο κατηγορητήριο.
Σε περίπτωση που ερμηνευθεί, ότι το "σήμερα" εκτείνεται μέχρι του απώτατου επιτρεπτού από την ερμηνεία χρόνου, που είναι εκείνος της σύνταξης του κατηγορητηρίου, τότε η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο φέρεται να έχει τελεσθεί εξακολουθητικά από τις 15/12/2005 έως τις 15/12/2010. Η προσβαλλόμενη απόφαση έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για το χρονικό διάστημα από 15/12/2005 έως και 25/06/2007, τον κήρυξε ένοχο για το χρονικό διάστημα από 26-06-2007 έως 23-09-2007 και τον έκρινε αθώο του λοιπού διαστήματος, δηλαδή από 24-09-2007 έως 15-12-2010.
Όμως ούτε από το αιτιολογικό άλλως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε από την αναφορά κάποιου αποδεικτικού μέσου προέκυψε ο λόγος για τον οποίο η τελευταία οδηγήθηκε για μεν το χρονικό διάστημα από 26-06-2007 έως 23-09-2007 σε καταδικαστική για δε το χρονικό διάστημα από 23-09-2007 έως τις 15/12/2010 σε αθωωτική κρίση.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας και περιέχει ασάφεια και αντίφαση στο διατακτικό της, εφόσον για την εν λόγω τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση αξιόποινη πράξη, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση και αιτιολόγηση, κήρυξε τον αναιρεσείοντα για το μεν χρονικό διάστημα από 26-06-2007 έως 23-09-2007 ένοχο για δε το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από τις 23-09-2007 έως 15/12/2010 αθώο.
Επομένως, εξαιτίας της αντιφατικότητας, ασάφειας και των λογικών κενών που εμφανίζει η προσβαλλόμενη απόφαση καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αυτής και πρέπει, αφού γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, η τελευταία να αναιρεθεί.
Όμως λόγω της πλημμεληματικής φύσης της επίδικης παράβασης [παράνομη άσκηση ιατρικής κατ’ εξακολούθηση, άρθρα 98 ΠΚ και 111, 112 παρ. 1 ΑΝ 1565/1939] και επειδή αυτή φέρεται τελεσθείσα από τις 26-06-2007 έως τις 23-09-2007, με συνέπεια να έχει παρέλθει μέχρι σήμερα (10-5-2016) χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας (5 έτη συν τρία έτη η αναστολή της παραγραφής), το οποίο προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 3 και 112 παρ. 3 του ΠΚ, ως το απώτατο όριο για την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης αυτής, πρέπει, κατά τα άρθρα 111, 112, 113, ΠΚ, 370 εδ.
β και 511 γ’ ΚΠοινΔ, να παύσει οριστικά η ασκηθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη εξαιτίας της εν λόγω επελθούσας παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 29.950/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. -
Παύει οριστικά την ασκηθείσα σε βάρος του αναιρεσείοντος Α. Μ. του Α. ποινική δίωξη για την πράξη της παράνομης άσκησης ιατρικής κατ’ εξακολούθηση (άρθρα 98 ΠΚ και 111 112 παρ. 1 ΑΝ 1565/1939), που φέρεται ως τελεσθείσα από αυτόν κατά τις μερικότερες εκφάνσεις της στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 26-06-2007 έως 23-09-2007 και συνίσταται στο ότι: ως εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..." προέβη σε διενέργεια ιατρικών πράξεων και σε παροχή ιατρικών υπηρεσιών δίχως να είναι ο ίδιος ιατρός και δίχως να διαθέτει ούτε ο ίδιος ούτε η εταιρεία του σχετική άδεια και ειδικότερα υπό την ανωτέρω ιδιότητά του πραγματοποιούσε σε εγκαταστάσεις της εταιρείας επί της οδού ... εμφύτευση μαλλιών που ως ιατρική πράξη πρέπει να ενεργείται μόνο από ειδικούς δερματολόγους και ειδικούς χειρουργούς, κάτι που εν προκειμένω δεν συμβαίνει, διότι ούτε ο ίδιος έχει την ιδιότητα του ιατρού ούτε συνεργάζεται ή ζητεί τη συνδρομή ιατρών με τις παραπάνω ειδικότητες.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαΐου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ