Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and factual matters not subject to review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a traffic accident. The appellants argued the lower court distorted autopsy reports and failed to apply substantive law correctly. The court ruled that the appellate court based its 50% joint liability finding on a comprehensive evaluation of multiple evidence items, not just the disputed documents, making the appeal inadmissible under Article 561 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(20), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of evidence or factual findings is inadmissible when the lower court relied on a holistic assessment of all evidence rather than isolated documents, as such factual determinations fall outside the Supreme Court's review scope.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1074 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1074/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Δ. του Μ., κατοίκου ... 2. Της εδρεύουσας στην Θεσσαλονίκη, νομίμως εκπροσωπούμενης ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία "... ." και 3. Της εδρεύουσας στην ... ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "MALAYAN INSURANCE CO INC", νομίμως εκπροσωπούμενης στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΓΕΝΚΑ ΑΕ", εδρεύουσας στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σπύρο Κρίκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Καραγκούνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 25618/19-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:40652/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2116/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-2-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 30-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη, εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2116/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 31 Ιανουαρίου του 2007 και περί ώρα 13.40' ο ενάγων οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, έβαινε στη … επί της οδού … με κατεύθυνση από την οδό … προς την οδό ..
στο …(προς δυσμάς). Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 9,8 μέτρα. Όταν ο ενάγων προσέγγιζε στο ύψος της ως άνω οδού με οικοδομική αρίθμηση 71, αντιλήφθηκε σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων προ αυτού αδέσποτο σκυλί να διασχίζει, κάθετα από τα αριστερά προς τα δεξιά εν σχέση με την πορεία του την ως άνω οδό.
Ενώ ο σκύλος είχε ήδη διανύσει το μεγαλύτερο μέρος του οδοστρώματος και είχε εγγίσει στο άκρο δεξιό της οδού (εν σχέσει πάντοτε με την πορεία του ενάγοντα), μοτοσικλέτα και αναβάτης είχαν πλησιάσει σε απόσταση πέντε περίπου μέτρων περίπου το ζώο. Αυτό (το ζώο) αίφνης πραγματοποίησε επιτόπια αναστροφή (γύρισε απότομα προς τα πίσω) και προσπάθησε να διασχίσει εκ νέου την οδό ...
ανάστροφα, δηλαδή από δεξιά προς τα αριστερά (εν σχέσει με την πορεία του ενάγοντα). Η παλινδρόμηση του κτήνους αιφνιδίασε τον ενάγοντα και προκειμένου αυτός (ο ενάγων) ν' αποφύγει την πρόσκρουση της δίκυκλης μοτοσικλέτας σ' αυτό (στο ζώο), τροχοπέδησε. Κατά την πέδηση απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του.
Το δίκυκλο ανετράπη και στη συνέχεια ολίσθησε επί του οδοστρώματος παρασέρνοντας τον αναβάτη της. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος Α. Δ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, τύπου MERCEDES, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, προστηθείς στην οδήγηση απ' αυτήν, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, έβαινε στη ίδια ως άνω οδό ...
αντίρροπα, με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ... (προς ανατολάς). Αυτός (ο πρώτος εναγόμενος) οδηγούσε το φορτηγό με κανονική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα (28 χιλ/ώρα, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο ως άνω σημείο της οδού 30 χιλ./ώρα, οριζόμενο με ειδική σήμανση επί αυτής Ρ-32) "ιππαστί" στην νοητή διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή, καθόσον δεξιά του ρεύματος πορείας του, σε όλο το μήκος της οδού υπήρχαν, εν σειρά σταθμευμένα οχήματα, που περιόριζαν το πλάτος της λωρίδας όπου έβαινε (βλ.
σχετ. έκθεση αυτοψίας της Υ.Τ.Θ./ΤΟΤΑ). Εγγίζοντας στο προαναφερθέν σημείο της οδού ο πρώτος εναγόμενος, αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα και τον ενάγοντα να ολισθαίνουν επί του οδοστρώματος. Προέβη σε άμεση τροχοπέδηση του φορτηγού (βλ. ό.π. έκθεση αυτοψίας, όπου εικονίζονται ίχνη πέδησης μήκους 7,8 μέτρων στο αντίθετο ρεύμα πορείας όπου συρόταν η μοτοσικλέτα) και ταυτόχρονα επεχείρησε ελαφρύ αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ο οποίος όμως απέβη ατελέσφορος εξ αιτίας της ύπαρξης των προαναφερομένων παρακειμένων σταθμευμένων οχημάτων στη δεξιά πλευρά της οδού (βλ.
σχετ. και την προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α. Κ. ). Ενώ το φορτηγό έτεινε να ακινητοποιηθεί (πάντως τελούσε εισέτι σε κίνηση), ο ενάγων συνεχίζοντας την ολίσθηση με τη μοτοσικλέτα του επί του οδοστρώματος με κατεύθυνση ελαφρώς προς τα αριστερά, προσέκρουσε τελικώς στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού και το δεξί πόδι του βρέθηκε στην τροχιά κύλισης του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του φορτηγού.
Επί των αποδειχθέντων αυτών περιστατικών σημειώνονται τα ακόλουθα: α) Ο αναβάτης της μοτοσικλέτας αντιλήφθηκε την παρουσία του σκύλου επί του οδοστρώματος από απόσταση πενήντα μέτρων και είχε χρονικό περιθώριο να ρυθμίσει προσηκόντως την ταχύτητα του δικύκλου. β) Η παλινδρόμηση του σκύλου αιφνιδίασε τον ενάγοντα και η πέδηση που επιχείρησε είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή της μοτοσικλέτας.
γ) Το φορτηγό έβαινε μεν με προσήκουσα ταχύτητα, πλην όμως είχε εισέλθει και κινούνταν επί αρκετό χρόνο και σε αρκετή απόσταση στο αντίθετο ρεύμα πορείας κατά 1,50 μ (βλ. την άνω έκθεση αυτοψίας της Υ.Τ.Θ./ΤΟΤΑ). δ) Η ύπαρξη των σταθμευμένων στα δεξιά οχημάτων που μείωνε το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος κατά τρία μέτρα (περί το 1,50 μέτρα είναι το σύνηθες πλάτος ενός συμβατικού αυτοκινήτου) κατέστησε ατελέσφορο τον αποφευκτικό ελιγμό του οδηγού του φορτηγού, ήτοι την προσπάθειά του να επαναφέρει το όχημά του στο κανονικό ρεύμα πορείας.
ε) Αδιαμφισβήτητα η πρόσκρουση έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας της μοτοσικλέτας. Υπό τις περιστάσεις αυτές το τροχαίο ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων κατά ποσοστό 50%. Τούτο επειδή ο πρώτος εναγόμενος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 17 παρ.6, 19 παρ.1 και 3 ΚΟΚ δεν οδηγούσε το φορτηγό αυτοκίνητο με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.
Ειδικότερα, μολονότι έβαινε σε κατοικημένη περιοχή και η ύπαρξη των σταθμευμένων στα δεξιά οχημάτων μείωνε το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος κατά τρία μέτρα, εντούτοις δεν οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του, με συνέπεια και εξαιτίας της παράλειψης αυτής, αν και είδε την επερχόμενη μοτοσικλέτα δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση μ' αυτήν.
Τουναντίον εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και συνέχισε την πορεία του εντός αυτού και έτσι βρέθηκε στην πορεία κίνησης και περαιτέρω ολίσθησης της μοτοσικλέτας, με συνέπεια η τελευταία να προσκρούσει στο δυσκίνητο όχημά του. Εξάλλου, και ο ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του.
Τούτο επειδή αυτός (ο ενάγων), κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1 και 19 παρ.1 και 3 του ΚΟΚ δεν οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Ειδικότερα, μολονότι αντιλήφθηκε την παρουσία του σκύλου στο οδόστρωμα από απόσταση πενήντα περίπου μέτρων, οδηγώντας χωρίς προσοχή, και εξαιτίας της παράλειψης αυτής, έβαινε με ταχύτητα υπερβαίνουσα την προσήκουσα εν σχέσει με τις επικρατούσες τοπικές και χρονικές περιστάσεις.
Έτσι, αιφνιδιασθείς, από την απροειδοποίητη παλινδρόμηση του ζώου δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει τη μοτοσικλέτα του με ασφάλεια ή να πραγματοποιήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, που ευχερώς μπορούσε καθόσον στο ρεύμα πορείας του δεν κινούνταν άλλα οχήματα. Τουναντίον απώλεσε τον έλεγχο του δικύκλου του.
Τούτο αφού κατέπεσε και ολίσθησε επί του οδοστρώματος παρασέρνοντάς τον (τον αναβάτη της), προσέκρουσε στο φορτηγό τραυματίζοντάς τον.
Συνεπώς, τόσο ο πρώτος εναγόμενος, όσο και ο ενάγων δεν έδειξαν κατά το χρόνο του ατυχήματος τη συμπεριφορά, την οποία θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος αν βρισκόταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκαν (στον τόπο και κατά το χρόνο του ατυχήματος), παρά αντίθετα αμφότεροι παραβίασαν τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΟΚ. Η συγκλίνουσα συμπεριφορά τους τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επίμαχο ατύχημα και τα αποτελέσματά του. Επομένως, συντρέχει νόμιμος λόγος ευθύνης των εναγομένων προς αποζημίωση του ενάγοντος, ενώ πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η προβληθείσα, εκ μέρους αυτών (των εναγόμενων), ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Εφόσον, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό της μοτοσικλέτας εσφαλμένα εκτίμηση τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της έφεσης, είναι βάσιμος κατ' ουσία. Κατ' ακολουθία αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και κρατηθεί η υπόθεση, θα ερευνηθεί κατ' ουσία η αγωγή".
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 40652/2009 πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ο αναιρεσίβλητος αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του και απορρίφθηκε η αγωγή του, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η διαγνωσθείσα συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου και του πρώτου αναιρεσείοντος στον ένδικο τραυματισμό του πρώτου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και κατά τα δύο μέρη του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχο λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του.
Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά της σ' αυτόν κατά τα άλλα μέρη του περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης δηλαδή συνυπαιτιότητας και του πρώτου αναιρεσείοντος που κατ' αιτιώδη συνάφεια συνετέλεσε στην επέλευση του ένδικου τραυματισμού του αναιρεσίβλητου και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:
α) με το ότι: 1) δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη αν στο σημείο συγκρούσεως που τοποθετείται εντός του ρεύματος πορείας της μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος, διεγράφησαν ή ανευρέθησαν ίχνη από χαραγιές ή γυαλιά κλπ, ούτε εκτίθεται το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο σημείο που επισυνέβη το ατύχημα, ούτε η ταχύτητα με την οποία εκινείτο η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητο, 2) δεν προσδιορίζεται από πόση απόσταση αντιλήφθηκε ο πρώτος των αναιρεσειόντων τη μοτοσυκλέτα του αναιρεσίβλητου, αν μπορούσε να την αποφύγει και με ποιο ενδεδειγμένο ελιγμό, 3) βρίσκεται σε αντίφαση η παραδοχή ότι το φορτηγό εκινείτο ιππαστί στη νοητή διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή και είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας κατά 1,50 μ.
με την παραδοχή ότι στα δεξιά του ρεύματος πορείας του φορτηγού υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα που περιόριζαν το πλάτος της λωρίδας κινήσεως του φορτηγού, 4) βρίσκεται σε αντίφαση η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο προς τα δεξιά ελιγμός του φορτηγού ήταν ατελέσφορος λόγω των σταθμευμένων σε σειρά αυτοκινήτων στη δεξιά πλευρά της οδού, 5) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση η απόσταση του σημείου συγκρούσεως από το νοητό άξονα της οδού και από ποιους τροχούς προέρχονταν τα ίχνη τροχοπεδήσεως του φορτηγού, 6) δεν προσδιορίζεται στην απόφαση ποια ήταν η επιμέλεια που έπρεπε να επιδείξει ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός και ποιοι οι χειρισμοί στους οποίους έπρεπε να προβεί και δεν προέβη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία επαρκώς αντικρούονται όλα τα προαναφερθέντα επιχειρήματα, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφα, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση ότι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου και ο αναιρεσίβλητος οδηγός δίκυκλης μοτοσυκλέτας είναι συνυπαίτιοι κατά ποσοστό 50% ο καθένας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και του τραυματισμού του αναιρεσίβλητου και να απορρίψει τον σχετικό αντίθετο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για αποκλειστική υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στην ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα του αναιρεσίβλητου ενάγοντος και στην χωρίς όρκο κατάθεση του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους.
Προβάλλουν ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα οι αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 31-1-2007 έκθεσης αυτοψίας του ΤΟΤΑ Θεσσαλονίκης και το από 31-1-2007 πρόχειρο σχεδιάγραμμα της ίδιας υπηρεσίας. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορούν στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτήν την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι δεν εκινείτο ο πρώτος απ' αυτούς για αρκετό χρόνο στο αντίθετο ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση το Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-2-2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 2116/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ