1074/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1074/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει είτε καθ' υποφοράν με την αγωγή, είτε κατά τα ως άνω, τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από ένα από τους δικαιοπαρόχους του (άμεσο ή απωτέρους του) καθιστά την αγωγή αόριστη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1074 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1074/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λιαγουρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 20-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, β) με την από 21-4-1999 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως του Π. Μ. και γ) με την από 29-11-1999 πρόσθετη παρέμβαση της άνω εταιρείας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2000 μη οριστική, 39/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-9-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2114/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία διατάσσει επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επαναφέρει ο αναιρεσείων-καλών με την από 5-2-2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 27-4-2009 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Κατά τις συνδυασμένες επίσης διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ., η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμη μοίρα), είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας επί ακινήτου του άμεσου δικαιοπαρόχου στερείται εννόμων συνεπειών, εκτός εάν ο εναγόμενος επί διεκδικητικής αγωγής, ερειδομένης επί παραγώγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας του διεκδικούμενου ακινήτου, με τις προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως, ήθελε αμφισβητήσει την επί του επιδίκου κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται με τις ίδιες προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., συμπλήρωση της αγωγής, να καθορίσει τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του αν υπάρξει ανάγκη και των απωτέρων μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσεως κυριότητας.
Η παράλειψη του ενάγοντος να καθορίσει είτε καθ' υποφοράν με την αγωγή, είτε κατά τα ως άνω, τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από ένα από τους δικαιοπαρόχους του (άμεσο ή απωτέρους του) καθιστά την αγωγή αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8 και 14 άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. διότι, δεν κήρυξε την ακυρότητα της αγωγής λόγω αοριστίας. Οι παραβάσεις αυτές συντελέστηκαν κατά τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα, επειδή κρίθηκε ορισμένη η ένδικη αγωγή, που στηριζόταν μόνο σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου και παρότι ο ίδιος με τις προτάσεις του, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της αγωγής, αμφισβήτησε την κτήση της κυριότητας από τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους του, ο τελευταίος δεν συμπλήρωσε, όπως όφειλε την αγωγή, με την επίκληση πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας στα πρόσωπα των δικαιοπαρόχων του.
Από την επισκόπηση των προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου προκύπτει, ότι, εν όψει της αμφισβήτησης από τον εναγόμενο της κτήσης κυριότητας από αυτόν και τους δικαιοπαρόχους του, ο ενάγων, με την προσθήκη των εν λόγων προτάσεών του, παραδεκτά συμπλήρωσε την αγωγή, επικαλούμενος πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας δηλ.
έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου της Α. Κ., αφού αυτή νεμήθηκε τα επίδικα ακίνητα επί εικοσαετία. Επομένως, η ένδικη αγωγή, μετά την ως άνω παραδεκτή συμπλήρωσή της με τις προτάσεις του ενάγοντος ήταν ορισμένη και το Εφετείο, απορρίπτοντας τον σχετικό της αοριστίας λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες από τους αριθ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η περιεχομένη στον ίδιο λόγο αναίρεσης, στο δεύτερο μέρος του, αιτίαση από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για αοριστία της αγωγής, λόγω μη επαρκούς περιγραφής του επιδίκου ακινήτου των 2.136 τμ, είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο λόγος αυτός της αοριστίας προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
Κατά με τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1044 και 1192 επ. του ΑΚ, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, που αρχίζει από την μεταγραφή του τίτλου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στην νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος τούτου χωρίς να απαιτείται καλή πίστη ή τίτλος, νόμιμος ή νομιζόμενος.
Στην έκτατη χρησικτησία για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων, αρκεί ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται ακόμη και αν πρόκειται για ακίνητο με άτυπη και αφηρημένη ή αναιτιώδη σύμβαση, επί καθολικής δε διαδοχής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 983 και 1051 Α.Κ., η νομή του κληρονομουμένου μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς την αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου και έτσι ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος δικαιούται να συνυπολογίσει και το χρόνο νομής του προκτήτορά του στο δικό του χρόνο νομής, εφόσον τόσο αυτός όσο και οι διάδοχοι έχουν νομή χρησικτησίας και δεν χώρησε διακοπή στη διαδοχή της νομής ανάμεσά τους.
Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 593, 2032 και 2063 του Ιονίου Αστικού Κώδικα για την κτήση ακινήτου με τριακονταετή παραγραφή απαιτείται διακατοχή συνεχής, αδιάκοπη, ειρηνική, δημόσια και αναμφίβολος. Τέλος κατά μεν το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορε αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Κατά δε την έννοια του αριθ.19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1989 συμβολαίου διανομής της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ζωής Βισβάρδη που μεταγράφηκε νόμιμα ο ενάγων έγινε κύριος δύο (2) ακινήτων που βρίσκονται στη θέση "Κρυονέρι" Ζακύνθου και ειδικότερα ενός οικοπέδου εκτάσεως 297 τ.μ., που συνορεύει ολόγυρα με τον επαρχιακό δρόμο Ζακύνθου - Κρυονερίου, με ακίνητο της ιδιοκτησίας του εναγομένου και με ακίνητο της ιδιοκτησίας του και ενός οικοπέδου εκτάσεως 2.136 τ.μ., που συνορεύει ολόγυρα με τον επαρχιακό δρόμο Ζακύνθου - Κρυονερίου, με το παραπάνω οικόπεδο της ιδιοκτησίας του, με ακίνητο της ιδιοκτησίας του εναγομένου (πρώην ΕΤΕΛ), με βράχο και με ακίνητο της ιδιοκτησίας Ν. (πρώην Β.
Σ.). Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1983 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Σπυρίδωνος Τυρογαλά που μεταγράφηκε νόμιμα τα δύο παραπάνω οικόπεδα είχαν περιέλθει στη συγκυριότητα του ενάγοντος και του Β. Σ. κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου από αγορά από την Α. συζ. Δ. Κ., το γένος Σ. Μ.. Εξάλλου, η τελευταία είχε αποκτήσει το πρώτο ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1967 συμβολαίου συστάσεως προίκας του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Σπυρίδωνος Τυρογαλά που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ το δεύτερο ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1967 συμβολαίου διανομής του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../1967 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ιωάννη Ζαμπάτη που μεταγράφηκε νόμιμα.
Τα παραπάνω δύο επίδικα ακίνητα σε μεγαλύτερη έκταση 7.716 τ.μ. περιήλθαν στους κληρονόμους του Σ. Μ. που πέθανε το 1963 χωρίς να αφήσει διαθήκη και ειδικότερα στη σύζυγό του Ε. Μ. κατά τα 7/28 εξ αδιαιρέτου και στα εφτά τέκνα του κατά τα 3/28 εξ αδιαιρέτου στο καθένα και την κληρονομιά του αυτοί αποδέχτηκαν δυνάμει της παραπάνω υπ' αριθμ. .../1967 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς.
Τα παραπάνω δύο ακίνητα ανήκαν αρχικά στο Σ. Μ. οποία απέκτησε δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας σ' αυτά επί σαράντα και πλέον χρόνια μέχρι τις 23-2-1946, τέλος ισχύος του Ιόνιου Κώδικα δημόσια, ειρηνικά, αναμφίβολα, ανεπίληπτα, ανενόχλητα και επί λόγω κυριότητας όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση τους και στον προορισμό τους, στη συνέχεια δε και μέχρι τον κατά το έτος 1963 θάνατο του τις αυτές διακατοχικές πράξεις διάνοια κυρίου.
Ειδικότερα ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Σ. Μ. μέχρι το 1963 που πέθανε καλλιεργούσε το ακίνητο των 297 τ.μ. με κηπευτικά. Επίσης αυτός στο ακίνητο των 2.136 τ.μ., όπου φύονταν πέντε ελαιόδενδρα, δύο συκιές και τρεις αχλαδιές, προέβαινε σε καλλιέργεια αυτών και σε συλλογή των καρπών τους. Στη συνέχεια οι κληρονόμοι του Σ.
Μ., μεταξύ των οποίων η θυγατέρα του Α. σύζ. Δ. Κ., προκτήτορας του ενάγοντος, συνέχισαν να καλλιεργούν το πρώτο ακίνητο με ντομάτες και άλλα κηπευτικά για οικιακή χρήση μέχρι το έτος 1966 που δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα ως προς τα όρια του ακινήτου αυτού και του όμορου ακινήτου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.".
Επίσης οι κληρονόμοι του Σ. Μ. συνέχισαν να καλλιεργούν τα ελαιόδενδρα και τα άλλα οπωροφόρα δένδρα στο άλλο ακίνητο και να συλλέγουν τους καρπούς μέχρι το 1967 που έγινε η διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας δυνάμει του παραπάνω υπ' αριθμ. .../1967 συμβολαίου διανομής. Έκτοτε η Α. σύζ. Δ. Κ. ως προικολήπτρια του πρώτου ακινήτου των 297 τ.μ.
δυνάμει του παραπάνω υπ' αριθμ. .../1967 συμβολαίου συστάσεως προίκας και ως αποκλειστική κυρία του άλλου ακινήτου των 2.136 τ.μ. συνέχισε την άσκηση διακατοχικών πράξεων στα ακίνητα αυτά, όπως επίβλεψη και καθαρισμό αυτών από την αυτοφυή βλάστηση. Στο μεταξύ διευθετήθηκε το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί με τη συνέχιση της κατασκευής ενός τοίχου προς τη βόρεια πλευρά του πρώτου ακινήτου των 297 τ.μ., που δόθηκε ως προίκα στην Α.
σύζ. Δ. Κ.. Έτσι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." σταμάτησε την κατασκευή του τοίχου και πλέον δεν αμφισβητούσε την κυριότητα της παραπάνω προικολήπτριας στο ακίνητο αυτό. Μάλιστα ο σύζυγος της τελευταίας ως επικαρπωτής του παραπάνω ακινήτου των 297 τ.μ. και ενεργώντας για λογαριασμό της για το άλλο ακίνητο των 2.136 τ.μ.
εκμίσθωσε στην παραπάνω ανώνυμη εταιρεία δυνάμει από 1-10-1973 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεις που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας αυτής Κ. Χ. μία έκταση 1000 τ.μ. περίπου, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει η εταιρεία αυτή για την εναπόθεση ελαιοπυρήνα. Το μίσθιο ακίνητο περιλάμβανε το ακίνητο των 297 τ.μ., και 700 τ.μ.
περίπου από το άλλο ακίνητο των 2.136 τ.μ. Εξάλλου, η διάρκεια της μισθώσεως αυτής συμφωνήθηκε για ένα χρόνο από την 1-10-1973 έως τις 30-9-1974 με τον όρο παρατάσεως της μισθώσεως με κοινή συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών, του οποίου δεν έγινε χρήση. Επίσης ο ενάγων από το έτος 1983 έως το έτος 1989 νεμόταν με διάνοια συγκυρίου τα παραπάνω ακίνητα μαζί με το Β.
Σ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Ενώ από το 1989 έως τον Ιανουάριο του έτους 1997 νεμόταν τα ακίνητα αυτά με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ' αυτά όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση τους, όπως επίβλεψη και καθαρισμό από την αυτοφυή βλάστηση. Περαιτέρω σύμφωνα με την από 28-6-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Α. που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθμ. 110/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου τα δύο παραπάνω ακίνητα ταυτίζονται με τα ακίνητα που αναφέρονται στους τίτλους κυριότητας του ενάγοντος και συγκεκριμένα στο υπ' αριθμ. .../1989 συμβόλαιο διανομής της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ζωής Βισβάρδη, στο υπ' αριθμ. .../1983 συμβόλαιο αγοράς, στο υπ' αριθμ. .../1967 συμβόλαιο συστάσεως προίκας και στο υπ' αριθμ. .../1967 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Σπυρίδωνος Τυρογαλά, καθώς στην υπ' αριθμ. .../1967 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ιωάννη Ζαμπάτη.
Αντίθετα τα δύο παραπάνω ακίνητα δεν ταυτίζονται με το ακίνητο που αναφέρεται στους τίτλους κυριότητας του εναγομένου και συγκεκριμένα στα υπ' αριθμ. .../1992, .../1992 και .../1998 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη-Αναγνωσταλάκη, καθώς επίσης στα υπ' αριθμ. .../1967, .../1964 και .../1963 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Σπυρίδωνος Τυρογαλά, δεδομένου ότι τα όρια του περιγραφόμενου στα συμβόλαια αυτά ακινήτου του εναγομένου δεν τοποθετούνται στην πραγματική τους θέση, αλλά μετατοπίζονται τα κάθετα προς την οδό Ζακύνθου - Κρυονερίου όρια αυτού προς βορρά σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος λόγω εσφαλμένης αποδόσεώς τους στα συμβόλαια αυτά και στα συνημμένα σ' αυτά τοπογραφικά διαγράμματα.
Τέλος, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατέστη κύριος των δύο παραπάνω ακινήτων κατά τρόπο παράγωγο βάσει των παραπάνω συμβολαίων διανομής και αγοράς που μεταγράφηκαν νόμιμα, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία δια της ασκήσεως της νομής στα ακίνητα αυτά με διάνοια κυρίου, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για την τακτική χρησικτησία και με διάνοια κυρίου για μία εικοσαετία με την προσμέτρηση και της νομής των προαναφερόμενων δικαιοπαρόχων του στα ακίνητα αυτά για την έκτακτη χρησικτησία.
Αντίθετα δεν αποδείχτηκε ότι η δικαιοπάροχος του εναγομένου ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." κατείχε τα παραπάνω ακίνητα με διάνοια κυρίου, με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο από το 1963 και μέχρι το 1992 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../4-12-1963 συμβολαίου σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. .../1964 τροποποιητικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Σπυρίδωνος Τυρογαλά που μεταγράφηκε νόμιμα ούτε και ο ίδιος ο εναγόμενος κατείχε τα ίδια ακίνητα με διάνοια κυρίου, με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1992 συμβολαίου σε συνδυασμό με τις υπ' αριθμ. .../1992 και .../1998 πράξεις εξοφλήσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη Αναγνωσταλάκη που μεταγράφηκαν νόμιμα από το έτος 1992 έως το έτος 1997, ασκώντας σ' αυτά τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση τους, όπως επίβλεψη και καθαρισμό αυτών.
Πλην όμως ο εναγόμενος τον Ιανουάριο του έτους 1991 εισήλθε στα ακίνητα αυτά και οριοθετώντας το δικό του ακίνητο με σιδερένιους πασσάλους ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία ... ακίνητο των 297 τ.μ. και από το ακίνητο των 2.136 τ.μ. 207.17 τ.μ. και μ' αυτόν τον τρόπο απέβαλε τον ενάγοντα από τη νομή αυτών. Επομένως, ορθά απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι ενστάσεις ιδίας κυριότητας και παραγραφής της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι τέταρτος και τρίτος λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα ...".
Επομένως, το Εφετείο, με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της αγωγής του ενάγοντος, όπως το δικόγραφο αυτής παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και με τις αιτιολογίες αυτές δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών αυτών διατάξεων που εφάρμοσε και επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 πλημμέλειες, διότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος σχετικά με την προχειρότητα και το ανεπίδεκτο εκτιμήσεως της από 28.6.2002 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Α. και έτσι εκτίμησε εσφαλμένα την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, χωρίς επαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η κρίση του Δικαστηρίου για την εκτίμηση της γνωμοδοτήσεως των πραγματογνωμόνων δεν ελέγχεται, κατά τα προεκτεθέντα, αναιρετικώς, υπό την επίκληση δε των αποδιδόμενων από το άρθρο 559 αριθ. 8 και19 του ίδιου Κώδικα πλημμελειών ο λόγος αυτός πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εξ' άλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γιατί απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, καθ' όσον το Δικαστήριο της ουσίας κρίνει κυριαρχικώς για το ζήτημα αυτό, κατ' άρθρο 388 Κ.Πολ.Δ., η δε κρίση του αυτή δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2007 αίτηση του Π. Μ. για αναίρεση της 114/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ