1074/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24/7/2000, 24/9/2001 και 24/10/2003 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, την επί του ακροατηρίου προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσιβλήτου και την από 8/11/2002 προσεπίκληση των ως άνω αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 408/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/10/2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1074/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1074 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1074/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1 , 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μίγγο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ........, 2) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Ζήση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24/7/2000, 24/9/2001 και 24/10/2003 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, την επί του ακροατηρίου προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσιβλήτου και την από 8/11/2002 προσεπίκληση των ως άνω αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 408/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/10/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 2/5/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Παναγιώτη Παρτσιλίβα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν με σαφήνεια από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα σχετικά με το αίτημα του δεύτερου ενάγοντος για επιδίκαση αποζημίωσης από απώλεια εισοδήματος που θα είχε από την απασχόλησή του σε εκτός έδρας εργασία, από υπερωρίες και εργασία κατά τα Σαββατοκύριακα: "Δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος ενάγων θα πραγματοποιούσε εκτός έδρας εργασία, καθώς και υπερωρίες και εργασία κατά τα Σαββατοκύριακα.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της έφεσής του με τον οποίο αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση σφάλμα, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων εν σχέσει με την απόρριψη των σχετικών του κονδυλίων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί". Με τον υπό στοιχείο 1α λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν έχει επαρκή αιτιολογία και στερείται νόμιμης βάσης επειδή δεν αναφέρει με βάση ποιο αποδεικτικό μέσο οδηγήθηκε στο παραπάνω συμπέρασμα.
Ο λόγος είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, επειδή το Εφετείο αναφέρει στην απόφασή του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό σαφές πόρισμα μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται, περιέχει δε στην απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, χωρίς αντίφαση.
ΙΙ.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Η υποχρέωση, εξάλλου, του δικαστηρίου της ουσίας που πηγάζει από τα ανωτέρω άρθρα να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι δεν σημαίνει ότι καθιερώνεται και υποχρέωσή του να αναφέρει και καθένα απ' αυτά, εξειδικεύοντάς το στην απόφασή του, ιδιαιτέρως και διεξοδικώς (ΑΠ 438/1993).
Με τον υπό στοιχείο 1β' λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ότι δεν γίνεται ειδική αναφορά στα υπ' αριθμ 67/2000 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, ούτε στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρος, που περιέχεται σ' αυτά, ούτε κατονομάζεται η τελευταία, αλλά ούτε και στις ένορκες καταθέσεις, που εμπεριέχονται και στα υπ' αριθμ 206/2004, 161/2003 και 93/2001 πρακτικά του πρωτόδικου δικαστηρίου και ως εκ τούτου υπάρχει αμφιβολία αν έχουν ληφθεί υπόψη.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά των προηγούμενων δικών, που ανεστάλησαν ή επαναλαμβάνονται με την παρούσα δίκη και τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αναφέρονται.
Από τη διαβεβαίωση αυτή του δικαστηρίου σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν δημιουργείται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του δικανικού πορίσματος και τα ανωτέρω μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και δεν ήταν υποχρεωμένο να τα αναφέρει ειδικά. Ο λόγος αναίρεσης επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ πρέπει, εκτός από άλλα, να περιέχει τόσο τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε (ορισμένα άρθρα ορισμένου νόμου), όσο και τις κρίσιμες παραδοχές (πραγματικές διαπιστώσεις) του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και να προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα αυτού, καθώς επίσης και το υπαγωγικό σφάλμα (Ολ ΑΠ 18/2005, 28/1998 και 1/1995).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ με το να μη επιδικάσει ως αποζημίωση τα κονδύλια που αφορούσαν τις ασφαλιστικές εισφορές, παρότι δέχθηκε στη μείζονα πρόταση της απόφασης ότι οι εισφορές αυτές δεν καταβάλλονται γιατί δεν παρέχεται εργασία προς την οποία αναγκαίως συνδέονται και ότι αυτές αποτελούν στην ουσία όφελος του ίδιου εργαζόμενου, ο οποίος δεν θα μπορούσε να απολαύσει τα εξ αυτών ωφελήματα αφού δεν μπορεί να εργαστεί συνεπεία της ανικανότητάς του από τον τραυματισμό.
Ο λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν περιέχονται σ' αυτόν όλα τα πιο πάνω αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως οι σχετικές κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που εδώ ενδιαφέρουν (σχ ΑΠ 349/1995), ούτε αναφέρεται στο αναιρετήριο (δεν εξειδικεύεται) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των άνω ή άλλων συγκεκριμένων διατάξεων που ρυθμίζουν το ύψος των ασφαλιστικών αυτών εισφορών και τους δικαιούχους αυτών, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, καθόσον δέχτηκε ότι "η αποζημίωση του παθόντος για τη στέρηση των εισοδημάτων του εξαιτίας της ανικανότητάς του για παροχή της εργασίας περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθαρίστων (μικτών) αποδοχών του, τις οποίες.
Θα λάμβανε αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι νόμιμες κρατήσεις που ο εργοδότης πρέπε9ι να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού (ΑΠ 1332/2003) δηλαδή οι εργατικές και εργοδοτικές εισοφορές". Με βάση τις παραδοχές αυτές υπολόγισε στην αποζημίωση που επιδίκασε και τις εργοδοτικές εισφορές των αναιρεσειόντων.
Επίσης με τις ίδιες παραδοχές έχει απορρίψει ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό και τρίτο λόγο της από 25-5-2005 έφ3εσης των αναιρεσιβλήτων, κατά τον οποίο εσφαλμένα τάχα η πρωτόδικη απόφαση έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνται να αποζημιωθούν και τις οφειλόμενες για την εργασία ασφαλιστικές εισφορές, τις οποίες προφανώς συμπεριέλαβε στην επιδικασθείσα ημερήσια αποζημίωση, ενώ δικαιούχος αυτών είναι το Ι.Κ.Α.
και έπρεπε η εκκληθείσα απόφαση κατά συνέπεια να αφαιρέσει από την επιδικασθείσα αποζημίωση υπέρ των αναιρεσειόντων κάθε ποσό που αναλογεί στις ασφαλιστικές τους εισφορές. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (βλ. σελ 22 περί το τέλος), ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων (εναγόντων) και τέταρτος λόγος από 18-1-2005 έφεσής τους, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχτηκε, παρέλειψε τάχα τελικά να τους επιδικάσει και τις εργοδοτικές εισφορές, απορρίφθηκε ως αβάσιμος.
IV.- Από το συνδυασμό των άρθρων 10 παρ. 5 του ΝΔ 4104/1960, 18 Ν 4476/1965 και 18 Ν 1654/1986 προκύπτει ότι, εφόσον ο ασφαλισμένος, δικαιούται να αξιώσει από άλλον αποζημίωση για τη ζημία που του έγινε συνεπεία ασθενείας ή αναπηρίας, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ από τότε που γεννήθηκε σε ποσό αντίστοιχο των ασφαλιστικών εισφορών, τις οποίες το ΙΚΑ οφείλει στον ασφαλισμένο του (παθόντα από το ατύχημα).
Το ΙΚΑ για τις παροχές στον ασφαλισμένο του παθόντα, έχει απευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υποχρέου σε αποζημίωση, υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσό των οφειλομένων στο ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωσή του κατά του υποχρέου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σ' αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος.
Έτσι, αν ο ασφαλισμένος στο ΙΚΑ παθών ασκήσει κατά του ασφαλιστή αγωγή αποζημίωσης στην οποία αντιστοιχεί κάποια παροχή του ΙΚΑ, η αγωγή αυτή είναι ενεργητικά ανομιμοποίητη (ΑΠ 70/2005, ΑΠ 550/2004, ΑΠ 1656/2002). Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο σχετικά με την αξίωση των αναιρεσειόντων-εναγόντων για επιδίκαση παροχών που καταβλήθηκαν σ' αυτούς από το ΙΚΑ δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) με τον πέμπτο λόγο της έφεσης αποδίδουν στην εκκαλούμενη απόφαση σφάλμα, ως προς την ορθή ερμηνεία του νόμου, όσον αφορά Α) την αποδοχή του ισχυρισμού των εναγομένων περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησής των ως προς τη διεκδίκηση των ποσών των ασφαλιστικών παροχών που τους κατέβαλε το ΙΚΑ και τελικά τα αφαίρεσε από τα επιδικασθέντα κονδύλια των διαφυγόντων κερδών και Β) την απόρριψη της ένστασής τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγομένων αναφορικά με τον ισχυρισμό τους περί υποκαταστάσεως του ΙΚΑ στις αξιώσεις τους για μέρος της αποθετικής τους ζημίας που αφορά τις ασφαλιστικές τους παροχές, ισχυριζόμενοι ότι αφενός μεν τόσο η αποζημίωσή τους από το ατύχημα, όσο και οι ασφαλιστικές παροχές αποτελούν ξεχωριστά περιουσιακά δικαιώματα, τα οποία προστατεύονται από το άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αφετέρου δε τα ποσά αυτά, λόγω μη ασκήσεως εκ μέρους του ΙΚΑ αγωγής και της συμπλήρωσης έναντι αυτού του χρόνου της παραγραφής δεν κατεβλήθηκαν στο ΙΚΑ, ούτε πρόκειται να καταβληθούν με αποτέλεσμα να ωφελούνται οι αντίδικοι εις βάρος της ιδικής τους περιουσίας, πράγμα που σαφώς εκφεύγει από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό της άνω διατάξεως.
Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός ως προς μεν το πρώτο σκέλος αυτού (έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης) είναι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, ως προς δε το δεύτερο σκέλος (κατάχρηση δικαιώματος) είναι απαράδεκτος κατ' άρθρο 262 παρ 2 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί καθόσον πρόκειται για γνήσια ένσταση που στηρίζεται σε δικαίωμα τρίτου (ΙΚΑ), που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη, είναι φορέας του σχετικού δικαιώματος σε βάρος των εναγομένων και μόνο αυτός νομιμοποιείται να την προβάλει και όχι οι ενάγοντες.
Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και ο οικείος λόγος έφεσης που στηρίζεται στον ισχυρισμό τους αυτόν". Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι με τις ανωτέρω παραδοχές της παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914, 929, 297, 298 ΑΚ, του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 281 ΑΚ.
Ο λόγος με τέτοια διατύπωση είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται όλα τα αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως δεν εξειδικεύεται εδώ το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, σε κάθε όμως περίπτωση πρέπει να απορριφθεί. ως αβάσιμος διότι το Εφετείο ορθά ερμηνεύοντας τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου δέχθηκε ότι οι ασφαλιστικές παροχές του ΙΚΑ προς τους ενάγοντες δεν αποτελούν ζημία που πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτούς.
V.- Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης ο πρώτος ενάγων-αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση α) την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, β) την πλημμέλεια του αρ. 11 του ίδιου άρθρου, διότι δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων σχετικά με το θέμα πόσα ημερομίσθια μπορούσε να πραγματοποιήσει και γ) την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου διότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας.
Το Εφετείο σχετικά με το θέμα της ένστασης συνυπαιτιότητας του πρώτου ενάγοντος (αναιρεσείοντος) δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του δεν μπορεί να εκτελέσει μόνο βαριές εργασίες ως και ο πραγματογνώμονας ιατρός ..... βεβαιώνει στη σχετική του έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Ήδη όμως αυτός ως και η μάρτυρας σύζυγός του καταθέτει, εργάζεται περιστασιακά σε οικοδομές εκτελώντας πιο ελαφριές εργασίες. Και ναι μεν αυτός, συνεπεία του ατυχήματος να έχει καταστεί ανίκανος για εργασία (βαριά μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα), πλην όμως η ανικανότητά του αυτή είναι σχετική, αφορά την εκτέλεση μόνο βαριών εργασιών.
Συνακόλουθα θα πρέπει να του καταλογισθεί ποσοστό συνυπαιτιότητας 30%, που συνίσταται στο γεγονός της αποφυγής από μέρους του εξεύρεσης κατάλληλης για τη σωματική του κατάσταση εργασίας, την οποία θα μπορούσε να βρει και να εκτελέσει, γενομένης δεκτής εν μέρει και ως ουσιαστικά βασίμου της σχετικής ένστασης των εναγομένων, νόμιμης άλλωστε (άρθρο 300 ΑΚ).
Επομένως ο έκτος λόγος έφεσης του πρώτου ενάγοντος με τον οποίο αυτός αποδίδει στην εκκαλούμενη απόφαση σφάλμα, ως προς την ορθή ερμηνεία του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την αποδοθείσα σ' αυτόν συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 30%, εκ του λόγου ότι απέφυγε να βρει κατάλληλη για τη σωματική του κατάσταση εργασία, τούτου ισχυριζόμενου, ειδικότερα ότι μπορούσε να κάνει μόνο 177 ημερομίσθια και μόνο το χρηματικό ποσό αυτών θα έπρεπε να αφαιρεθεί και όχι το 30%, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί".
Με τον κρινόμενο ως άνω λόγο της αναίρεσης ο πρώτος αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι "η κρίση αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εντελώς αυθαίρετη και αναιτιολόγητη καθόσον δεν αναφέρει όπως όφειλε, ούτε από ποια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι απέφυγε να εργαστεί στις ελαφρότερες εργασίες όσο του επέτρεπαν οι σωματικές του δυνατότητες, ούτε με βάση ποια αποδεικτικά στοιχεία προσδιόρισε το παραπάνω ποσοστό συνυπαιτιότητάς του, ούτε γιατί δεν έλαβε υπόψη τον ακριβή αριθμό των 177 ημερομισθίων που μπόρεσε να πραγματοποιήσει και από ποια αποδεικτικά στοιχεία διαψεύστηκε ο αριθμός αυτός και τέλος ούτε με βάση ποια στοιχεία προσδιόρισε ενιαίο ποσοστό ανικανότητας για όλα τα επίδικα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ο ίδιος βαθμός ανικανότητας".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών πλήττει στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και μάλιστα την κρίση, για τον καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας, σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η απόφαση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται παραπάνω, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε κατά το νόμο όλα τα προσαχθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.) και περιέχει σαφείς και επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 18-10-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 408/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ