1074/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 5619/2003 και 5620/2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7150/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Απριλίου 2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1074/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως, που έγκειται στο να προσδιορίζεται κατά τις κοινές διατάξεις η ευθύνη για το επελθόν αποτέλεσμα μεταξύ των οδηγών των περισσοτέρων αυτοκινήτων, που συγκρούστηκαν, επιβάλλει ώστε και η αμέσως πιο πάνω περίπτωση να περιληφθεί στην έννοια της συγκρούσεως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 10 του Ν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1074 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1074/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. .... συζ. Χ1, 3. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κοναξή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 4. ....., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ", που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 5619/2003 και 5620/2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7150/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Απριλίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. ΓπΝ/1911 "εν περιπτώσει συγκρούσεως μεταξύ δύο ή πλειόνων αυτοκινήτων υπεύθυνος εις αποζημίωσιν είναι ο υπαίτιος του ατυχήματος, της υπαιτιότητος κρινομένης κατά το κοινόν δίκαιον". Βασική προϋπόθεση εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η σύγκρουση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων.
Ως σύγκρουση νοείται, κατ΄ αρχήν, η βίαιη συνάντηση δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων. Η έννοια, όμως, της συγκρούσεως περιλαμβάνει και την περίπτωση, κατά την οποία ο οδηγός του ενός αυτοκινήτου, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουσή του στο άλλο αυτοκίνητο, ενεργεί απότομη πέδηση, εξαιτίας της οποίας το αυτοκίνητο εκτρέπεται από την πορεία του, εξέρχεται από το οδόστρωμα και καταλήγει στον παρακείμενο αυτού χάνδακα.
Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως, που έγκειται στο να προσδιορίζεται κατά τις κοινές διατάξεις η ευθύνη για το επελθόν αποτέλεσμα μεταξύ των οδηγών των περισσοτέρων αυτοκινήτων, που συγκρούστηκαν, επιβάλλει ώστε και η αμέσως πιο πάνω περίπτωση να περιληφθεί στην έννοια της συγκρούσεως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 10 του Ν.
ΓπΝ/1911 προς εκείνες των άρθρων 297 έως 300, 330 εδ. β΄ και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν σύμφωνα με τη διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 περ. α΄ του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών κατά μήκος διαγράμμιση, ως και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής. Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 12 περ. 6 εδ. β΄ του ίδιου Κώδικα, οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 αυτού, ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς, καθώς και να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες ιδιαίτερα με τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού κ.λ.π., κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα., σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κι΄ έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
΄Ετσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν τα ανελέγκτως διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και μπορούν να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 9-11-2001 και περί ώραν 16.00΄ ο πρώτος εναγόμενος και ήδη μη διάδικος στην παρούσα δίκη, Φ1 οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", εκινείτο επί της Εθνικής Οδού .....
με κατεύθυνση προς ...... Η εν λόγω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα κυκλοφορίας, πλάτους 4 μέτρων, ανά κατεύθυνση και με διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή στο μέσον αυτής. Όταν αυτός έφθασε στην 58/600 χιλιομετρική θέση της ως άνω οδού, προτιθέμενος να ενεργήσει αριστερή, σε σχέση με την πορεία του, στροφή, ακινητοποίησε το όχημά του στο ύψος της διπλής διαχωριστικής γραμμής και παράλληλα προς αυτήν, καθιστώντας έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή με τον αριστερό δείκτη κατευθύνσεως (φλας) και αναμένοντας να ελευθερωθεί το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς ......
Την ίδια χρονική στιγμή και ενώ ο πρώτος εναγόμενος είχε ήδη διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού και είχε ήδη φθάσει στο παρακείμενο κατάστημά του (βουλκανιζατέρ), ο ενάγων της πρώτης αγωγής και ήδη εκκαλών Χ1, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που ανήκει στη συνιδιοκτησία αυτού και της δεύτερης ενάγουσας της ίδιας αγωγής και ήδη εκκαλούσας συζύγου του, η οποία συνεπέβαινε στο αυτοκίνητο αυτό μαζί με τους ενάγοντες της άλλης αγωγής και ήδη εκκαλούντες, εκινείτο επί της ίδιας ως άνω Εθνικής οδού με ταχύτητα 85 χιλ/ώρα, έχοντας την ίδια κατεύθυνση, προς ..., με το προπορευόμενο όχημα του εναγομένου.
Πλην όμως, ο οδηγός του δεύτερου οχήματος Χ1, χωρίς να αντιληφθεί έγκαιρα την πρόθεση του εναγόμενου οδηγού να ενεργήσει αριστερή, σε σχέση με την πορεία του, στροφή, μολονότι η ορατότητα της οδού δεν περιοριζόταν σε μήκος χιλίων (1000) μέτρων, επιχείρησε να ακινητοποιήσει το όχημά του φρενάροντας αυτό, με αποτέλεσμα, όταν έφθασε στο σημείο, όπου είχε ακινητοποιηθεί το πρώτο όχημα, να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά, να εξέλθει του οδοστρώματος και του ερείσματος, πλάτους 1 μέτρου και να καταλήξει σε χαντάκι, όπου ακινητοποιήθηκε σε τσιμέντινο γεφύρι.
Συνέπεια του ατυχήματος αυτού ήταν να τραυματισθούν οι επιβαίνοντες στο δεύτερο όχημα, το τελευταίο δε να υποστεί υλικές ζημίες. Από τα παραπάνω περιστατικά...., γίνεται φανερόν, ότι το παραπάνω ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εκκαλούντος οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. .... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Χ1, και ειδικότερα σε αμέλειά του, η οποία συνίσταται στο ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής που αρμόζει σε κάθε συνετό οδηγό που όφειλε και εύκολα μπορούσε με τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του, έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να ενεργεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος και δεν ρύθμισε την ταχύτητα αυτού, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει ασφαλώς την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται σε ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού σε σχέση με την πορεία του.
Συνεπεία των παραλείψεών του αυτών δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα το προπορευόμενο αυτού υπ' αριθμ. κυκλ. .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Φ1 και φθάνοντας στο σημείο, όπου το τελευταίο όχημα είχε προηγουμένως ακινητοποιηθεί, για να ενεργήσει αριστερή, σε σχέση με την πορεία του στροφή, τροχοπέδησε απότομα, με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του προς τα δεξιά, να εξέλθει του οδοστρώματος και του ερείσματος της οδού και να καταλήξει σε χαντάκι, όπου ακινητοποιήθηκε σε τσιμέντινο γεφύρι, προκαλώντας έτσι το ατύχημα (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 Κ.Ο.Κ.).
Το γεγονός ότι ο εναγόμενος οδηγός Φ1 παραβίασε διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή στο μέσον της Εθνικής οδού, προκειμένου να ενεργήσει αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, στροφή, αν και αποτελεί παράβαση του ΚΟΚ (άρθρο 5 παρ. 8α), δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς το ατύχημα, καθόσον η παράβαση αυτή δεν συντέλεσε στο βλαπτικό αποτέλεσμα και συνεπώς δεν θεμελιώνει ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας (άρθρο 5 Ν.
ΓΠΝ/1991) του εναγομένου οδηγού....". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει κατ' ουσίαν τις αγωγές των ίδιων κατά της αναιρεσίβλητης και του οδηγού του ασφαλισμένου σε αυτή αυτοκινήτου. Αλλά με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαπιστωθείσης παραβάσεως εκ μέρους του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη εταιρία αυτοκινήτου της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 8 περ.
α΄ ΚΟΚ και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, έτσι ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της αποκλειστικής υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου.
Και τούτο διότι: α) Δεν προσδιορίζεται σε πόση απόσταση πριν από το σημείο ακινητοποιήσεως στο ύψος και παραλλήλως της διπλής διαχωριστικής των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού γραμμής του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου ο οδηγός του ενεργοποίησε τον αριστερό δείκτη κατευθύνσεως ("φλας") και σε ποια απόσταση από το αυτοκίνητο αυτό ακολουθούσε το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου τη στιγμή της ενεργοποιήσεως αυτής του δείκτη κατευθύνσεως και της ενάρξεως της πεδήσεως του πρώτου οχήματος για την ακινητοποίησή του.
β) Δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια, αν κατά την έναρξη της διαπιστωθείσης απότομης τροχοπεδήσεως του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος, το προπορευόμενο όχημα ήταν ακόμη ακινητοποιημένο, παραπλεύρως της διπλής διαχωριστικής γραμμής της οδού ή είχε επιχείρηση την προς τα αριστερά στροφή, είχε διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και είχε φθάσει στο παρακείμενο κατάστημα.
γ) Ενώ στην αρχή δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων έκανε χρήση του συστήματος πεδήσεως του αυτοκινήτου προτού να φθάσει στο σημείο, όπου ήταν ακινητοποιημένο το άλλο αυτοκίνητο και ότι όταν έφθασε στο σημείο αυτό εκτράπηκε από την πορεία του προς τα δεξιά και κατέληξε σε χαντάκι, στη συνέχεια αντιφατικώς βεβαιώνει ότι τροχοπέδησε απότομα φθάνοντας στο σημείο, όπου το αυτοκίνητο εκείνο είχε προηγουμένως ακινητοποιηθεί, παραλείπει δε να αναφέρει το μήκος των διαπιστωθέντων ιχνών τροχοπεδήσεως έως την εκτροπή του οχήματος και ειδικότερα του τμήματος των ιχνών αυτών πριν από το σημείο, όπου είχε ακινητοποιηθεί το άλλο αυτοκίνητο προτού να ενεργήσει την προς τα αριστερά στροφή.
δ) Εξάλλου, ενώ καταλογίζει στον πρώτο αναιρεσείοντα και υπαιτιότητα διότι δεν ρύθμισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, την οποία προσδιορίζει κατά τον προ του ατυχήματος χρόνο σε 85 χιλιόμετρα την ώρα "έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει ασφαλώς την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται σε ορατό από αυτόν εμπρόσθιο τμήμα της οδού σε σχέση με την πορεία του", δεν αναφέρει την ενδεδειγμένη για το σκοπό αυτό ταχύτητα, με την οποία όφειλε να κινείται, ούτε το ανώτατο επιτρεπόμενο στο μέρος εκείνο της οδού όριο ταχύτητας.
Επίσης, ενώ του καταλογίζει ότι "δεν ασκούσε τον έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του, έτσι ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να ενεργεί τους απαιτούμενους χειρισμούς για την αποφυγή ατυχήματος" και ότι η συμπεριφορά του αυτή συνετέλεσε, ώστε να μην αντιληφθεί έγκαιρα το προπορευόμενο αυτοκίνητο, παραλείπει να εκθέσει περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ή μη άσκηση του ελέγχου και της εποπτείας του οχήματός του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως αυτής και της μη έγκαιρης αντιλήψεως του προπορευομένου αυτοκινήτου.
Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. ΄Ετσι, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετέιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 380 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7150/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ