Legislator Case Law & Legislation
1074/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against seizure extension due to vague grounds and lack of legal interest.

Case Number 1074/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision extending a seizure to additional premises. The appellant argued the extension violated legal limits and affected his brother's property, but the court found the grounds vague and lacking legal interest. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 992 and 993 of the Code of Civil Procedure; The seizure of an independent property must be described with sufficient precision to avoid identity doubts, and extensions must be specific and legally grounded, otherwise the appeal is dismissed for vagueness and inadmissibility.

Keywords

AI generated
seizure extension independent property vague grounds legal interest Code of Civil Procedure appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 992 of the Code of Civil Procedure
Article 993 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 951 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 32/1996
Supreme Court of Greece, Case 43/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1074 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1074/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Διαμαντόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1) .... και 2) ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νάτσινα, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 277/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2003 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-5-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 7-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στα ακόλουθα άρθρα του ΚΠολΔ, ήτοι α) 992 παρ. 2 εδ. α' και β) 993 παρ. 2 εδ. α' (όπου πρόβλεψη για εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του άρθρου 954, όπως εκείνης της παρ. 2 περ. α) και εδ. β, ορίζονται, αντιστοίχως, τα εξής: αα) Η κατάσχεση ακινήτου εκτείνεται και στα συστατικά του, καθώς και στα παραρτήματά του μόνο αν περιληφθούν σ' αυτή.

ββ) Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητή, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε περίπτωση κατάσχεσης αυθύπαρκτου ακινήτου, η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει περιγραφή του κατασχεμένου ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την, κατά προσέγγιση, έκτασή του, χωρίς ωστόσο ανάγκη οποιασδήποτε περιγραφής και, άρα, ακόμη και τέτοιας απαλλαγμένης ατελειών ή ανακριβειών, των συστατικών του ακινήτου, θεωρούμενων ωστόσο αυτοδικαίως ως συγκατασχεμένων (μαζί με το ακίνητο), η εν λόγω δε περιγραφή του αυθύπαρκτου ακινήτου, δυνάμενη να επηρεάζεται και από την τυχόν υφιστάμενη ατελή ή ανακριβή περιγραφή των συστατικών αυτού, πρέπει να είναι ακριβής, γεγονός που συντρέχει μόνο αν από αυτήν την περιγραφή δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτού του αυθύπαρκτου ακινήτου, ενώ, αν γεννιέται τέτοια αμφιβολία, η κατάσχεση είναι άκυρη και γι' αυτό δεν είναι πρόσφορη προσπορισμού της επί του αυθύπαρκτου ακινήτου με τα συστατικά του κυριότητας στον οικείο υπερθεματιστή.

Περαιτέρω, άλλες είναι οι διατάξεις που καθορίζουν ποια είναι τα αυθύπαρκτα ακίνητα και ποια τα συστατικά τους. Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 948, 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 54 Εισ. Ν.ΑΚ και 1, 2, 3, 13 και 14 του ν. 3741/1929 συνάγεται ότι ιδιοκτησία κατ' όροφον είναι δύο ή περισσότερες οροφοκτησίες, κάθε μία των οποίων έχει κυρίως τα ακόλουθα στοιχεία:

α) κυριότητα αποκλειστική επί ορόφου οικοδομής ή επί διαμερίσματος ορόφου οικοδομής και β) μερίδα αναγκαίας συγκυριότητας επί του εδάφους και των λοιπών μερών του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν στην από τους οροφοκτήτες κοινή χρήση. Κάθε οροφοκτησία αποκτά την ταυτότητά της με τη μεταγραφόμενη συμβολαιογραφική πράξη σύσταση οροφοκτησιών (αρχική ή τροποποιητική της αρχικής), αποτελεί δε αυθύπαρκτο ακίνητο.

Είναι δε ενδεχόμενο στην ως άνω πράξη σύστασης οροφοκτησιών να ορίζεται ότι οι επιμέρους κτισμένοι (πλήρως ή μη) ή μέλλοντες να κτιστούν χώροι ορισμένης οροφοκτησίας βρίσκονται ή θα βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα (π.χ. στο ισόγειο ή στο υπόγειο ή σε υπέργειο επίπεδο). Καθένας δε από τους ως άνω χώρους αποτελεί συστατικό της ως ανωτέρω οροφοκτησίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ήταν κύριος ενός οικοπέδου, εμβαδού 221,28 τ.μ., που βρίσκεται στην οδό .....και στο .... Ο.Τ. της ...., με την εντός αυτού τριόροφη οικοδομή.

Προέβη δε σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας κατ' όροφον με το νόμιμα μεταγραμμένο .... συμβολαιογραφικό συμβόλαιο, αφού με αυτό πούλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον αδελφό του .... οροφοκτησία, αποτελούμενη από ένα ημιτελές (ως κτίσμα) διαμέρισμα, που βρίσκεται στο δεύτερο άνωθεν του ισογείου όροφο της ως άνω οικοδομής, με ιδανικό ποσοστό 200%ο επί του όλου οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής.

Όλοι οι υπόλοιποι κτισμένοι χώροι, δηλαδή ένα υπόγειο, ένα ισόγειο κατάστημα, ένα ισόγειο κατάστημα με πατάρι και ένα διαμέρισμα, που βρίσκεται στον πρώτο άνωθεν του ισογείου όροφο, αποτελούσαν τη δεύτερη και τελευταία οροφοκτησία, με ιδανικό ποσοστό επί του όλου οικοπέδου και λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων, 800%ο, που παρέμεινε κατά κυριότητα στον εναγόμενο.

Αυτή η τελευταία οροφοκτησία του εναγομένου ως οφειλέτη τρίτων (μη διαδίκων), που επέσπευσαν σχετική αναγκαστική εκτέλεση, υπήρξε το αντικείμενο της οικείας κατάσχεσης, δυνάμει της ..... εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως και κατονομαζόμενης της δικαστικής επιμελήτριας. Δυνάμει της ..... επαναληπτικής περιλήψεως κατασχετήριας εκθέσεως ακινήτου της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας και της .....

συμβολαιογραφικής εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού εκπλειστηριάστηκε το κατασχεμένο ακίνητο, το οποίο και κατακυρώθηκε στους δύο ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους ως υπερθεματιστές, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου στον καθέναν από αυτούς. Μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος από τους ενάγοντες συντάχθηκε η νόμιμα μεταγραμμένη ....

συμβολαιογραφική περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου. Η προαναφερόμενη, όμως, δικαστική επιμελήτρια εσφαλμένα, από παραδρομή της, περιέγραψε στην προμνημονευόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ότι κατάσχεσε το υπόγειο, το ισόγειο με το πατάρι και το δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο, αφήνοντας έτσι εκτός περιγραφής τον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο και συμπεριλαμβάνοντας στην περιγραφή αυτή το δεύτερο όροφο.

Παρά την εκ παραδρομής όμως ως άνω περιγραφή, στις προαναφερθείσες εκθέσεις, του δεύτερου αντί του πρώτου ορόφου, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της ταυτότητας των κατασχεθέντων, ότι δηλαδή μεταξύ των επιμέρους κτισμένων (πλήρως ή μη) χώρων της κατασχεμένης μοναδικής οριζόντιας οροφοκτησίας του εναγομένου και, άρα, τυγχανόντων εκείνων (των χώρων) συστατικών αυτής, ήταν το μοναδικό αποπερατωμένο διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου και όχι το εκ παραδρομής αναφερόμενο μοναδικό ημιτελές διαμέρισμα του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου.

Άλλωστε στις προαναφερόμενες Α' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου, αναφέρεται ότι η κατασχεθείσα οριζόντια οροφοκτησία, η και κατακυρωθείσα στους υπερθεματιστές – ενάγοντες, ανήκε μόνο στον εναγόμενο και σε όλους τους χώρους της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας, αντιστοιχεί ποσοστό 800%ο εξ αδιαιρέτου επί ολοκλήρου του οικοπέδου και λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής, χωρίς να αναφέρεται το όνομα του αδελφού του εναγομένου (ήτοι του ....) και το ποσοστό 200%ο επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοκτήτων και κοινοχρήστων που αντιστοιχεί στην οροφοκτησία του τελευταίου.

Κατόπιν των ανωτέρω, οι ενάγοντες με τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, απέκτησαν την κυριότητα, καθενός κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου, επί ολοκλήρου της οριζόντιας οροφοκτησίας του εναγομένου, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο μοναδικό κτίσμα (διαμέρισμα) του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου.

Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η ένδικη διεκδικητική αγωγή, με την οποία επιδιωκόταν να αναγνωριστούν οι ενάγοντες ως αποκλειστικοί και κατ' ισομοιρία συγκύριοι της προαναφερόμενης ως κατακυρωμένης σε εκείνους εξαιτίας αναγκαστικού πλειστηριασμού οριζόντιας ιδιοκτησίας, που περιλάμβανε και το αποπερατωμένο κτίσμα (διαμέρισμα) του πρώτου, υπέρ τον ισόγειο όροφο, ορόφου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει στους ενάγοντες, σε καθέναν τους κατά το ½ εξ αδιαιρέτου, το κατεχόμενο από αυτόν ως άνω κτίσμα.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προεκτιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και γι' αυτό οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολδ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αμφιβολίας ή μη για την ταυτότητα εκείνου που κατασχέθηκε και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου τέταρτος, μέρος πρώτο, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα ότι η εσφαλμένη ως προς τα συστατικά περιγραφή εκείνου που κατασχέθηκε, έστω και αν δεν προκάλεσε αμφιβολία για την ταυτότητα εκείνου που κατασχέθηκε, προκάλεσε ωστόσο περιουσιακή βλάβη στον εναγόμενο, αφού επέφερε επέκταση της κατάσχεσης στο υπόγειο και στο ισόγειο κατάστημα με πατάρι και κίνδυνο διακοπής της λειτουργίας των εκεί στεγαζόμενων επιχειρήσεων, αντίστοιχα, ξυλουργικού εργαστηρίου, εφοδιασμένου με μεταλλικά μηχανήματα (παραρτήματα), και καταστήματος πώλησης ξυλίνων καρεκλών, πολυθρονών και τραπεζιών του εναγομένου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν, όπως έπρεπε για να ήταν ορισμένος (άρθρο 118 αριθ. 4, 559 αριθ. 19 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, Ολ. ΑΠ 32/1996), οι σχετικές παραδοχές του Εφετείου ως προς τα αποδεικνυόμενα ή μη πραγματικά περιστατικά. Με τον τρίτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ.

β (και όχι και 1, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα, που ο εναγόμενος – εκκαλών του προέτεινε και που συνίστατο στον πραγματικό ισχυρισμό ότι η επέκταση της κατάσχεσης στο δεύτερο όροφο και, άρα, σε βάρος της ιδιοκτησίας του αδελφού αυτού του διαδίκου .....

που δεν όφειλε τίποτε στους επισπεύδοντες την αναγκαστική εκτέλεση, ήταν μη νόμιμη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν περιέχει, όπως έπρεπε για να ήταν παραδεκτός (άρθρο 68 ΚΠολΔ), το έννομο συμφέρον του εναγομένου στην πρόταση τέτοιου ισχυρισμού. Με τον τρίτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 8 περ.

β (και όχι και 1, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα που ο εναγόμενος – εκκαλών του προέτεινε, ήτοι δεν έλαβε υπόψη τη στηριζόμενη στο άρθρο 951 παρ. 2 ΚΠολΔ αλλά και στο άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, ότι η ένδικη κατάσχεση, ανεπιτρέπτως κατά νόμο και κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, επεκτάθηκε σε περισσότερα από όσα χρειάζονταν για να ικανοποιηθούν οι κατά του εναγομένου απαιτήσεις των επισπευδόντων την αναγκαστική εκτέλεση και να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης, αφού κατέλαβε, πέραν του υπογείου, ένθα ξυλουργικό εργαστήριο, και του ισογείου καταστήματος με πατάρι, ένθα κατάστημα πώλησης ξύλινων καρεκλών, πολυθρόνων και τραπεζιών, και τον πρώτο όροφο, ένθα η κατοικία του εναγομένου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν, όπως έπρεπε για να ήταν ορισμένος (άρθρα 118 αριθ. 4, 269, 520 παρ. 1, 527 και 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, Ολ. ΑΠ 43/1990), ότι την ως ανωτέρω ένσταση ο εναγόμενος προέτεινε νόμιμα, ήτοι την προέτεινε με τις προτάσεις του στην πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της υπόθεσης και την επανέφερε στο Εφετείο με την έφεση και μάλιστα προς στήριξη λόγου έφεσης ή συντρέχει νόμιμη περίπτωση απαλλαγής του από την υποχρέωση τέτοιας πρότασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.5.2004 αίτηση του ....., για αναίρεση της 16/2003 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ