Legislator Case Law & Legislation
1073/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment based on tenant's failure to remedy premises defects.

Case Number 1073/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's eviction judgment. The appellant, a landlord, argued that the tenant failed to pay rent due to unauthorized alterations in the premises, which the court found to be a valid defense. The court ruled that the lower court correctly applied the law regarding the tenant's right to exemption from rent when the landlord knew of and ignored the defects, thereby rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591, 614, 615 of the Code of Civil Procedure; The tenant is exempt from rent payment if the landlord knowingly allows defects in the leased premises that prevent use and refuses to remedy them.

Keywords

AI generated
landlord tenant dispute rent exemption defense premises defects eviction judgment appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 591, 614, 615 of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
2636/1998 συστήθηκε εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", η οποία, με τη διάταξη του άρθρου 9 § 4 του Ν.
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1073 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1073/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τόμπρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1518/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 508/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 16-2-2022 (αρ. κατ. 1252/114/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 508/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 508/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 2.11.2017 (αρ.

κατ. 592339/2217/3.11.2017) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του από 14.07.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, εκμίσθωσε στην ήδη αναιρεσίβλητη, κατόπιν ανοικτού πλειοδοτικού διαγωνισμού, ένα χώρο για χρήση κυλικείου, εμβαδού 59,60 τμ., κειμένου εντός του κτιρίου του δικαστικού μεγάρου Χανίων, για χρονικό διάστημα πέντε ετών, από 14.07.2016 έως 13.07.2021, αντί μηνιαίου μισθώματος 3.000 €, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου, ποσοστού 3,6%, προκαταβαλλομένου το πρώτο πενθήμερο εκάστου μισθωτικού μηνός, αναπροσαρμοζόμενου κατά τα οριζόμενα στο συμφωνητικό και ότι, παρά τη χρήση του μισθίου από την εναγομένη, αυτή δεν είχε καταβάλει οκτώ μηνιαία μισθώματα, ύψους 3.108,16 € το καθένα (3.000 € Χ 3,6% χαρτόσημο) και συνολικά 24.864 (3.108,16 € Χ 8 μήνες), που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 14.11.2016 έως 13.07.2017, καθώς και μηνιαία μισθώματα τριών μηνών, ύψους 3.170 € το καθένα (3.060 Χ 3,6%) και συνολικά 9.510,48 €, για το χρονικό διάστημα από 14.07.2017 έως 14.10.2017, με το συνολικώς οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε 34.374,48 (24.864 + 9.510,48) ευρώ.

Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη, να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου, λόγω επανειλημμένης δυστροπίας ως προς την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και να της καταβάλει το ανωτέρω συνολικό ποσό των καθυστερούμενων μισθωμάτων, με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα ήταν καταβλητέο. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1518/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε στο σύνολό της δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής η ηττηθείσα εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 22-10-2018 (αρ. κατ. 98118/6787/2018) έφεση και τους, με ιδιαίτερα δικόγραφα, από 30-11-2018 (αρ. κατ. 11021/843/2018) και από 15-1-2021 (αρ. κατ. 317/69/2021), πρόσθετους σ` αυτήν λόγους, επί των οποίων, μετά από συνεκδίκαση, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, που δέχτηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 του Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να διατηρεί αυτό κατάλληλο για τη χρήση αυτή, καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως. Ο μισθωτής υποχρεούται, σε αντάλλαγμα, να καταβάλλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε.

Αν κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου στο μισθωτή αυτό έχει ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσει ελάττωμα που εμποδίζει, μερικά ή ολικά, τη συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε μια τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.

Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος ή την έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του μισθίου, εμποδίσθηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση αυτού, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να μην καταβάλει το μίσθωμα και, αν το προκατέβαλε, δικαιούται να αναζητήσει αυτό ως αχρεώστητο, κατά το άρθρο 904 του Α.Κ., εφόσον, εξαιτίας του πραγματικού ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη και ανενόχλητη, κατά τους όρους της συμβάσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς περιεχόμενο το δικαίωμά του και να αναιρείται και η γενόμενη παράδοση της χρήσης του μισθίου (Α.Π. 779/2022, Α.Π. 269/2019, Α.Π. 1469/2013).

Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα, εξ άλλου, αποτελεί και η αδυναμία χρήσεως του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγορεύσεως της χρήσεως από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορηγήσεως της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (Ολ.Α.Π. 50/2005, Α.Π. 1178/2021, Α.Π. 704/2021, Α.Π. 1291/2014). Το δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, αλλά και κατ' ένσταση, σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για την καταβολή του μισθώματος ή την απόδοση της χρήσεως του μισθίου (Α.Π. 622/2019).

Οι διατάξεις των άρθρων 576 επ. του Α.Κ., με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του εκμισθωτή για κάθε είδους ελαττώματα του μισθίου, είναι ενδοτικού δικαίου και έτσι ο εκμισθωτής και ο μισθωτής έχουν το δικαίωμα, λόγω της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, που καθιερώνεται με το άρθρο 361 του ίδιου Κώδικα, να ρυθμίσουν με άλλο τρόπο τις μεταξύ τους έννομες σχέσεις (Α.Π. 779/2022, Α.Π. 1674/2017, Α.Π. 763/2016, Α.Π. 1291/2014, Α.Π. 1473/2001).

Έτσι, επί προβολής από το μισθωτή, που ενάγεται για καταβολή του μισθώματος ή απόδοση της χρήσεως του μισθίου, της ενστάσεως μη καταβολής του μισθώματος, λόγω πραγματικού ελαττώματος, ο ενάγων εκμισθωτής μπορεί, κατ' αντένσταση, να προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο μισθωτής, κατά τη συνομολόγηση της συμβάσεως, γνώριζε το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας ή ότι παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο, γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη, γεγονός που αποκλείει την ευθύνη του για την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της ιδιότητας (άρθρα 579 και 581 του Α.Κ.) και, επομένως, δεν έχει τα δικαιώματα που απονέμονται σ' αυτόν από τα άρθρα 576 έως 578 του Α.Κ. (ΑΠ 774/2015).

Επίσης, ενόψει του, κατά τα άνω, ενδοτικού χαρακτήρα των διατάξεων των άρθρων 576 επ. του Α.Κ., μπορεί, με αντένσταση, να επικαλεσθεί ότι η ευθύνη του για πραγματικά ελαττώματα ή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, έχει αποκλειστεί με συμφωνία των μερών (άρθρο 361 του Α.Κ.).

Στην περίπτωση αυτή, ο εναγόμενος μισθωτής, μπορεί, με επαντένσταση, να ισχυριστεί ότι η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, διότι ο εκμισθωτής αποσιώπησε με δόλο ή από βαριά του αμέλεια το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, κατ' άρθρο 332 παρ. 1 του Α.Κ. (Α.Π. 325/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Α.Π. 1113/2023, Α.Π. 2007/2022, Α.Π. 811/2022).

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 1345/2023, Α.Π. 212/2022, Α.Π. 1771/2022, Α.Π. 1111/2021).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει, αμέσως ή εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή, καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (Α.Π. 1544/2022, Α.Π. 1390/2022, Α.Π. 1096/2022, Α.Π. 1111/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ως "πράγματα" θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα", οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 146/2022), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Α.Π. 312/2022, Α.Π. 630/2020, Α.Π. 1142/2019) ούτε, τέλος, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, ΑΠ 87/2013 Α.Π. 1120/2007), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους, προς απόδειξη ισχυρισμών, αποδεικτικά μέσα (άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ.), η αξιολόγηση του περιεχομένου των οποίων από το δικαστήριο, όπως και η εκτίμηση των καταθέσεων μαρτύρων, ανήκουν στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 544/2023, Α.Π. 66/2018, Α.Π. 1455/2009, Α.Π. 1449/2008).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003), γεγονός που συντρέχει και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (Α.Π 740/2023, Α.Π. 667/2023, Α.Π. 1568/2022, Α.Π. 431/2022).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, και τη διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ.Α.Π. 8/2016, Α.Π. 1284/2023, Α.Π. 386/2023, Α.Π. 38/2022). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (Α.Π. 559/2020, Α.Π. 1437/2017).

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως, αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1284/2023, Α.Π. 562/2023, Α.Π. 1185/2018), υπό την προϋπόθεση ότι, το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 386/2023, Α.Π. 38/2022, Α.Π. 671/2021).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, από τις παραδοχές της αποφάσεως, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται α) ο κανόνας ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, γ) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή ή μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (Α.Π. 1419/2023, Α.Π. 1183/2023, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 16/2023).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, είτε θετικώς, με λανθασμένη ανάγνωση αυτού, είτε αρνητικώς, με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων τμημάτων του κειμένου του, συνεπεία δε των παραδρομών αυτών προσέδωσε στο έγγραφο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως σ' αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά αναγνώστηκε, συνάγει το Δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο, αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 438/2021, Α.Π. 1953/2017, Α.Π. 794/2017).

Έγγραφα δε, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι όμως και εκείνα, στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων, κατά το μέρος τους που περιέχουν καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ούτε οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος αυτών που περιλαμβάνει τα από τους μάρτυρες ενόρκως βεβαιωθέντα (Α.Π. 1271/2021, Α.Π. 20/2021, Α.Π. 78/2020, Α.Π. 27/2020, Α.Π. 22/2018, Α.Π. 794/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2636/1998 συστήθηκε εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", η οποία, με τη διάταξη του άρθρου 9 § 4 του Ν. 2837/2000 ,μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και εν συνεχεία, κατά τη διάταξη της περ.

δ' της § 1 του άρθρου 2 του Ν. 3270/2004 (ΦΕΚ Α' 187/2004) μετονομάστηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΕΤΑ Α.Ε.", η οποία, δυνάμει του άρθρου 21 § 5 του Ν. 3878/2010, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 47 § 2 του Ν. 3943/31.03.2011 (ΦΕΚ Α' 66/31.03.2011) απορρόφησε την εταιρεία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α. Ε.", η οποία είχε συσταθεί με το άρθρο 16 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110/17.05.2002) και μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." (ΕΤΑ Α.Ε.).

Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 της Κ.Υ.Α. Δ6Α1162069ΕΞ2011 (ΦΕΚ Β' 2779/02.12.2011), όπως αυτό προστέθηκε από το άρθρο 66 § 1 του Ν. 4002/2011 (Α' 180), η εταιρεία με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΚΕΔ Α.Ε.), συγχωνεύτηκε, με απορρόφηση από την ανωτέρω εταιρεία, η οποία εφεξής μετονομάστηκε σε "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία" (ΕΤΑΔ) και με το άρθρο 3 της ανωτέρω Κ.Υ.Α., υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια, πλήρως και χωρίς άλλη διατύπωση, στα δικαιώματα, έννομες σχέσεις και υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρείας, ως καθολική διάδοχος αυτής.

Σκοπός της απορροφηθείσας εταιρείας, η οποία είχε συσταθεί με τον Ν. 973/1979, ήταν, μεταξύ άλλων, η διοίκηση και αξιοποίηση των ακινήτων αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών, κατά δε την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής ενεργούσε ως εντολοδόχος και πληρεξουσία του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 β' και 5 § 1 του Ν. 973/1979, ως διαχειρίστρια των ανωτέρω ακινήτων.

Τέλος, με το άρθρο 196 § 4 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α' 94/27.05.2016) ορίστηκε ότι η κυριότητα και νομή όλων των ακίνητων περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στο Δημόσιο και τα διαχειρίζεται η ΕΤΑΔ, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μεταβιβάζονται αυτομάτως στην ΕΤΑΔ, χωρίς αντάλλαγμα. Με το από 14.07.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήφθη στην Αθήνα, η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) ΕΤΑΔ εκμίσθωσε στην εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη), κατόπιν ανοιχτού πλειοδοτικού διαγωνισμού, ένα χώρο εμβαδού 59,60 τμ., για χρήση κυλικείου, εντός κτιρίου του δικαστικού μεγάρου Χανίων, Περιφερειακής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας Κρήτης, το οποίο έχει κηρυχθεί διατηρητέο με την Α/Φ31/25659/2753/03.06.1976 (ΦΕΚ Β'796/Β/17.06.1976) απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών και επομένως εξαιρείται από το ρυθμιστικό πεδίο του π.δ. 34/1995.

Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε πενταετής, από 14.07.2016 ως 13.07.2021, με μηνιαίο μίσθωμα 3.000 €, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου 3,6%, προκαταβαλλόμενου το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μισθωτικού μήνα, αναπροσαρμοζόμενου από το δεύτερο μισθωτικό έτος και εφεξής ετησίως, κατά ποσοστό ίσο με την αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή των αμέσως προηγούμενων δώδεκα μηνών, όπως αυτός θα υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, συν μια ποσοστιαία μονάδα, με τη συμφωνία ότι η αναπροσαρμογή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δύο εκατοστιαίες μονάδες.

Με το άρθρο 1 § 2 του μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια(ήδη αναιρεσίβλητη) ήλεγξε το μίσθιο, ότι αυτό είναι της αρεσκείας της και κατάλληλο για τη χρήση που το προόριζε και ότι έχει λάβει γνώση, δια των τεχνικών και νομικών συμβούλων της, της πραγματικής και νομικής κατάστασης αυτού, την οποία αποδέχτηκε πλήρως και ανεπιφύλακτα, δεδομένου ότι η μίσθωση έγινε με απόφαση και ευθύνη της, στην κατάσταση στην οποία το μίσθιο βρισκόταν και ότι η ΕΤΑΔ και το Δημόσιο δεν ευθύνονται απέναντι σ' αυτήν για τη νομική και πραγματική κατάσταση αυτού.

Με το άρθρο 3 αριθ. 4 του μισθωτηρίου η εκκαλούσα μισθώτρια (ήδη αναιρεσίβλητη) ανέλαβε την υποχρέωση να εκδώσει, με δαπάνες και ευθύνη της, τις τυχόν απαραίτητες άδειες λειτουργίας και να αποστείλει στην εφεσίβλητη εκμισθώτρια (ήδη αναιρεσείουσα) αντίγραφά τους, καθώς και να διατηρεί αυτές σε ισχύ καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης.

Με το ίδιο άρθρο αριθ. 8 ορίστηκε ότι η μισθώτρια έχει το δικαίωμα, με αποκλειστικά δική της επιμέλεια, ευθύνη, έξοδα και δαπάνες, να εκτελέσει εργασίες οι οποίες είναι αναγκαίες για τη συμφωνηθείσα χρήση, αφού λάβει τις κατά νόμο άδειες και εγκρίσεις, καθώς και την έγκριση της ΕΤΑΔ για τις συγκεκριμένες εργασίες, με τη συμφωνία ότι κάθε επισκευή ή προσθήκη στο μίσθιο παραμένει προς όφελος αυτού μετά τη λήξη ή λύση της μίσθωσης, χωρίς δικαίωμα της μισθώτριας για αποζημίωση ή συμψηφισμό με μισθώματα, δικαιούμενης πάντως να αφαιρέσει μόνο τον κινητό εξοπλισμό, εφόσον μπορεί να αποχωριστεί χωρίς βλάβη του μισθίου.

Με τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου (3), συμφωνήθηκε ότι: "εάν εντός του μισθίου βρίσκονται αυθαίρετες κατασκευές, η μισθώτρια αναλαμβάνει να εκκινήσει τη διαδικασία νομιμοποίησής τους, στο όνομα της ΕΤΑΔ δαπάναις της, εντός δέκα (10) ημερών από την υπογραφή της παρούσας, άλλως η ΕΤΑΔ δικαιούται να καταγγείλει, την παρούσα σύμβαση αζημίως για την ίδια".

Μετά την υπογραφή της μισθωτικής σύμβασης η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη), προτιθέμενη να προβεί σε εργασίες ανακαίνισης και εσωτερικής διαρρύθμισης του μισθίου, με κατασκευή, μεταξύ άλλων, μικρής τουαλέτας και αποθήκης, ώστε να είναι κατάλληλο και λειτουργικό για τη συμφωνηθείσα χρήση, ξεκίνησε τις σχετικές εργασίες και παράλληλα ανέθεσε σε πολιτικό μηχανικό να μεριμνήσει για την έκδοση άδειας μικρής κλίμακας (άρθρο 4 § 2 εδ.

ιθ' του ν. 4067/2012), για το νομότυπο των εργασιών αυτών. Κατά τη διαδικασία αυτή, διαπιστώθηκε ότι στον ευρύτερο χώρο του δικαστικού μεγάρου είχαν λάβει χώρα αυθαίρετες οικοδομικές εργασίες και μετά το έτος 1955, χωρίς οικοδομική άδεια ή τακτοποίηση, όπως αυθαίρετη αντικατάσταση στέγης στο σύνολο του δικαστικού κτιρίου στη δεκαετία του 1980 και νέα αντικατάσταση των φύλλων αμιάντου της στέγης με κεραμίδια, αυθαίρετη πλάκα εμβαδού 25,95 τμ., διαμόρφωση ράμπας ΑΜΕΑ στο νότιο τμήμα του κτιρίου, κατασκευή w.c στο νότιο τμήμα του οικοπέδου, επιφάνειας 28,50 τ.μ., αλλαγή χρήσης του μισθίου από χώρο δικαστικού μεγάρου σε χώρο υγειονομικού ενδιαφέροντος.

Οι αυθαιρεσίες αυτές, πλην της τελευταίας, αφορούσαν σε χώρους του υπόλοιπου μεγάρου, επιδρούσαν όμως στη νομιμότητα της λειτουργίας του μισθίου, εφόσον αποδείχτηκε ότι δεν είχε γίνει σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών και επομένως ότι αυτό αποτελούσε τμήμα του ευρύτερου δικαστικού μεγάρου, οι πολεοδομικές αυθαιρεσίες του οποίου βάρυναν και το ίδιο.

Τούτο διότι, για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, απαιτείτο, με βάση την ΚΥΑ ΔΙΑΔΠ/ΦΑ2.1/31600 (ΦΕΚ 3106/09.12.2013), βεβαίωση μηχανικού περί του ότι ο χώρος του μισθίου πληρούσε τις προϋποθέσεις χώρου κύριας χρήσης, σύμφωνα με τον οικοδομικό και κτιριοδομικό κανονισμό και τον κανονισμό πυροπροστασίας, καθώς και τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις για την αιτούμενη χρήση, επιπλέον δε (απαιτούντο) δικαιολογητικά, όπως άδεια δόμησης, δήλωση αυθαιρέτου, εξαίρεση από κατεδάφιση, ενημέρωση φακέλου άδειας δόμησης και κτίριο προϋφιστάμενο του 1955.

Την τακτοποίηση των αυθαιρεσιών αυτών του ευρύτερου μεγάρου όφειλε να ενεργήσει η εφεσίβλητη εκμισθώτρια (αναιρεσείουσα), δοθέντος ότι το άρθρο 3.9 του μισθωτηρίου, με το οποίο συμφωνήθηκε η υποχρέωση της μισθώτριας (αναιρεσίβλητης) να εκκινήσει τη σχετική διαδικασία νομιμοποίησης αυθαίρετων κατασκευών, αναφερόταν ρητώς στην περίπτωση που αυτές βρίσκονταν εντός του μισθίου και όχι εκτός αυτού όπως ήταν οι ανωτέρω.

Τις ως άνω αυθαίρετες μεταβολές στο μείζον κτιριακό συγκρότημα ασφαλώς γνώριζε η εφεσίβλητη, η οποία είχε αναλάβει τη διοίκηση και αξιοποίηση του συγκεκριμένου ακινήτου και επομένως ήταν απολύτως ενήμερη για την πραγματική και νομική κατάσταση αυτού, αντιθέτως, δε, με βεβαιότητα αγνοούσε η εκκαλούσα μισθώτρια κατά το χρόνο κατάρτισης της μίσθωσης, η οποία προηγουμένως δεν είχε κάποια σχέση ούτε με το μίσθιο ούτε με το κτιριακό συγκρότημα του οποίου αυτό αποτελούσε τμήμα.

Όπως δε χαρακτηριστικά κατέθεσε ο αδελφός της Σ. Κ. στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του "...γνώριζα προσωπικά, όπως και όλοι στα Χανιά, ότι λειτουργούσε κανονικά σαν καφενείο κυλικείο τα τελευταία 20 τουλάχιστον χρόνια. Γνωρίζαμε όλοι ότι ήταν το κυλικείο του κ. Θ., ενός ευπρεπούς και έντιμου κυρίου. Δεδομένου ότι το εν λόγω κυλικείο λειτουργούσε τόσα χρόνια έχοντας υγειονομικό χαρακτήρα, θεωρούσα αυτονόητο όπως και όλος ο κόσμος ότι κάτω από το γραφείο του Εισαγγελέα Χανίων όπου βρίσκεται ο εν λόγω χώρος κυριολεκτικά, λειτουργεί νόμιμα το κυλικείο των δικαστηρίων με τις σχετικές άδειες".

Μετά από ενημέρωση της εφεσίβλητης-εκμισθώτριας και εν αναμονή των σχετικών ενεργειών της, η εκκαλούσα-μισθώτρια, καλόπιστα, κατέβαλε κανονικά τα πρώτα τέσσερα μισθώματα των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2016, ποσού 3.170 € μηνιαίως, περιλαμβανομένου χαρτοσήμου και συνολικά 12.680 € και προχώρησε στις εργασίες ανακαίνισης του μισθίου.

Διαπιστώνοντας όμως την αδράνεια της εφεσίβλητης και επειδή δεν ήταν δυνατή η νόμιμη χρήση αυτού πριν την τακτοποίηση των αυθαιρεσιών, ασκώντας το, εκ του άρθρου 576 § 1 ΑΚ, δικαίωμά της για μη καταβολή του οφειλόμενου μισθώματος, δεν κατέβαλε στη συνέχεια τα μισθώματα από το μήνα Νοέμβριο και εφεξής, χωρίς, για το λόγο αυτό, να καταστεί υπερήμερη ως προς την καταβολή τους.

Μάλιστα, με την από 20.12.2016 επιστολή της, που υποβλήθηκε προς την εφεσίβλητη με αριθμό πρωτοκόλλου 12.068/23.12.2016, πρότεινε να χορηγηθεί στην ίδια εξουσιοδότηση, καθώς και όλα τα αναγκαία νομιμοποιητικά έγγραφα, ώστε να προχωρήσει αυτή στη νομιμοποίηση των αυθαιρεσιών του δικαστικού μεγάρου, με καταβολή της αμοιβής του μηχανικού, ποσού 1.500 € και οποιασδήποτε άλλης δαπάνης απαιτείτο για την πληρωμή των προστίμων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκδοση άδειας λειτουργίας κυλικείου, υποβάλλοντας ταυτόχρονα αίτημα συμψηφισμού της δαπάνης που θα κατέβαλε για τις νομιμοποιήσεις, με τα μελλοντικά μισθώματα, διότι, όπως ανέφερε, επρόκειτο για νομιμοποιήσεις αυθαιρεσιών που βρισκόταν εκτός του μισθίου, συγκοινοποιώντας και την από 19.12.2016 τεχνική έκθεση του μηχανικού Κ.

Χ., περί αναγκαιότητας τακτοποίησης όλου του κτιρίου. Η εφεσίβλητη δεν προχώρησε σε καμία ενέργεια άρσης του ως άνω πραγματικού ελαττώματος του μεγάρου, τμήμα του οποίου το μίσθιο, για τους επόμενους εννέα μήνες, οπότε η εκκαλούσα επανήλθε με την από 27.07.2017 εξώδική της, που επιδόθηκε σ' εκείνη την 11 Αυγούστου του 2017, με όμοιο με την προηγούμενη περιεχόμενο, με την οποία ζητούσε να της παραδοθούν εξουσιοδότηση και τα αναγκαία έγγραφα, ώστε να προβεί στην άρση του ελαττώματος του μισθίου, επιφυλασσόμενη για την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της.

Η εφεσίβλητη με την από 18.08.2017 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 05.09.2017, αρνήθηκε την ανάγκη τακτοποίησης τυχόν αυθαιρεσιών σε χώρους εκτός του μισθίου για την έκδοση άδειας λειτουργίας του και ζήτησε την καταβολή των μισθωμάτων των προηγούμενων μηνών. Στη συνέχεια, ακολούθησε και νέα εξώδικη δήλωση της εφεσίβλητης, η από 20.10.2017, που επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 24.10.2017 με την οποία ζήτησε από αυτήν να προσκομίσει εντός δέκα ημερών έγγραφο της αρμόδιας αρχής περί άρνησης έκδοσης άδειας λειτουργίας του μισθίου ως κυλικείου.

Η εκκαλούσα απάντησε με την από ....2017 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 06.11.2017, με την οποία υπενθύμισε προς αυτήν τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας και την ενημέρωσε ότι είχε ήδη υποβάλλει σχετικό ερώτημα-αίτηση τόσο προς το Τμήμα Αδειοδοτήσεων του Δήμου Χανίων, με αριθμό πρωτοκόλλου ....2017 όσο και προς τη Διεύθυνση Υπηρεσίας Δόμησης (Πολεοδομίας) του ίδιου Δήμου, με αριθμό πρωτοκόλλου ....2017.

Πράγματι, επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η ....2017 έγγραφη απάντηση της Διευθύντριας της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Χανίων, με την οποία επιβεβαιώθηκε η θέση της μισθώτριας, εφόσον αναφέρεται ότι: "σύμφωνα με τον Ν. 4178/2013 (ΦΕΚ Δ 174/08.08.2013) δεν μπορεί να δοθεί βεβαίωση νομιμότητας για τμήμα ακινήτου στο οποίο δεν έχει πραγματοποιηθεί σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας η οποία να το καθιστά ανεξάρτητο από το υπόλοιπο ακίνητο.

Σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει βάσει του παραπάνω νόμου να εξετάζεται η νομιμότητα του κτιρίου συνολικά. Σε συνέχεια των παραπάνω και σε απάντηση της σχετ. (1) αίτησής σας, δεν μπορεί να δοθεί βεβαίωση νομιμότητας, η οποία εμπεριέχεται στη βεβαίωση του μηχανικού περί χώρου κύριας χρήσης, για το τμήμα του δικαστικού μεγάρου το οποίο θα έχει χρήση κυλικείου, εάν στο δικαστικό μέγαρο υπάρχουν αυθαίρετες κατασκευές και έχουν γίνει εργασίες σε αυτό χωρίς την απαραίτητη άδεια από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Συμπερασματικά, δεν μπορεί να δοθεί βεβαίωση νομιμότητας σε οποιοδήποτε τμήμα ή στο σύνολο του κτιρίου του Δικαστικού Μεγάρου, αν δεν προηγηθεί ρύθμιση ή τακτοποίηση των ως άνω εργασιών, όπως αυτή προσδιορίζεται από τον υπ' αριθ. Ν. 4495/2017 (ΦΕΚ 167/03.11.2017)". Επίσης εκδόθηκε η ....2017 έγγραφη απάντηση του Διευθυντή του Τμήματος αδειοδοτήσεων και ρύθμισης εμπορικών δραστηριοτήτων, με την οποία επιβεβαιώθηκαν τα ανωτέρω, εφόσον αναφέρεται μεν ότι, με βάση το άρθρο 38 § 6 του Ν. 4442/2016, ο φορέας της οικονομικής δραστηριότητας απαλλάσσεται από την υποχρέωση λήψης άδειας λειτουργίας και στη θέση αυτής απαιτείται η προσκόμιση εφεξής αποδεικτικού ηλεκτρονικής υποβολής γνωστοποίησης της έναρξης δραστηριότητας, το οποίο δεν υποβάλλεται στη διοίκηση, επιπλέον, όμως ότι υποχρεούται ο φορέας της επιχείρησης να τηρεί αυτό στην έδρα της, σε φάκελο με τα υπόλοιπα δικαιολογητικά, ήτοι σχεδιάγραμμα του καταστήματος, στο οποίο θα αποτυπώνονται όλοι οι χώροι αυτού, με βεβαίωση μηχανικού ότι πληρούνται οι κτιριολογικές προϋποθέσεις και υποχρεώσεις του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, ότι το κατάστημα πληροί τις προϋποθέσεις χώρου κύριας χρήσης, ότι ο χώρος είναι κατάλληλος σύμφωνα με τον οικοδομικό και τον κτηριοδομικό κανονισμό και πυροπροστασίας και τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, όπως και νομιμοποιητικά στοιχεία του καταστήματος (π.χ.

άδεια δόμησης, τυχόν αναθεωρήσεις αυτής, δήλωση αυθαιρέτου, εξαίρεση από κατεδάφιση, ενημέρωση φακέλου άδειας δόμησης, προϋφιστάμενο κτίριο του 1955 κ.λπ.). Επίσης, ότι η κάτοψη θα πρέπει να συνοδεύεται από αντίγραφα των στοιχείων νομιμότητας του χώρου, στα οποία αναφέρεται, καταλήγοντας ότι άποψη της υπηρεσίας είναι πως η ορθή τήρηση αρχείου στην εγκατάσταση του καταστήματος και κυρίως της βεβαίωσης χώρου κύριας χρήσης και των νομιμοποιητικών στοιχείων που την τεκμηριώνουν, προϋποθέτουν τη νομιμότητα του συνόλου του κτιρίου.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης, ότι δεν ήταν δυνατή η χορήγηση άδειας λειτουργίας του μισθίου, λόγω του w.c που διαμόρφωσε η εκκαλούσα εντός αυτού, δεν ενισχύθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αντιθέτως αποδείχτηκε ότι αυτό δεν αποτέλεσε κώλυμα για καμία από τις επιληφθείσες υπηρεσίες, στις οποίες υποβλήθηκε η από Οκτωβρίου 2016 τεχνική έκθεση του ανωτέρω μηχανικού, όπου ρητώς αναφερόταν η δημιουργία w.c και μικρής αποθήκης εντός του μισθίου, εφόσον τόσο η Υπηρεσία Μνημείων και Τεχνικών Έργων όσο και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Χανίων εξέδωσαν τα από ....2016 και ....2016 αντίστοιχα έγγραφα, εγκριτικά των εν λόγω εργασιών.

Επίσης, και το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής Χανίων, με την ....2016 απόφασή του, ενέκρινε ομόφωνα την αρχιτεκτονική μελέτη και την ανωτέρω τεχνική έκθεση για την έκδοση άδειας μικρής κλίμακας, η οποία δεν εκδόθηκε ποτέ, όχι λόγω της συγκεκριμένης εσωτερικής διαρρύθμισης, για την οποία άλλωστε, μεταξύ άλλων εργασιών, ζητούνταν η έκδοσή της, αλλά λόγω της προαναφερόμενης πολεοδομικής εκκρεμότητας στο υπόλοιπο μέγαρο.

Ωστόσο η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα), με την ένδικη αγωγή της, που κοινοποιήθηκε στην εκκαλούσα στις 08.11.2017, ζήτησε την απόδοση του μισθίου λόγω επανειλημμένης δυστροπίας της μισθώτριας και την καταβολή του συμφωνηθέντος μισθώματος για το χρονικό διάστημα από 14.11.2016 και εφεξής, παρότι γνώριζε την αιτία της μη καταβολής του και επομένως το ουσία αβάσιμο του ισχυρισμού της.

Η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη), αμυνόμενη, πρότεινε παραδεκτώς, κατ' ένσταση το, νόμιμο κατ' άρθρα 574, 575 και 575 ΑΚ ... δικαίωμά της για μη καταβολή του μισθώματος λόγω ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος, που εμπόδισε ολικά τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, ισχυρισμός που αποδείχτηκε βάσιμος κατά τα ανωτέρω.

Η ενάγουσα, όμως, ήδη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα), ανταπαντώντας, πρότεινε αντένσταση, περί συμβατικού αποκλεισμού της ευθύνης της για την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος, με βάση τον προαναφερόμενο σχετικό όρο της μισθωτικής σύμβασης, η οποία είναι νόμιμη κατ' άρθρα 361 ΑΚ, όπως ορθώς δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με παρόμοια αιτιολογία και ο περί του αντιθέτου πρόσθετος επί της έφεσης λόγος, προτεινόμενος με το πρώτο ως άνω δικόγραφο πρόσθετων λόγων, είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος.

Η ίδια αντένσταση, ορθώς έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, εφόσον τέτοια απαλλαγή της εκμισθώτριας προέκυπτε από τη μισθωτική σύμβαση.

Περαιτέρω, όμως, η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη), πρότεινε επαντένσταση, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 332 § 1 ΑΚ, περί του ότι η συμφωνία αποκλεισμού της ευθύνης της εφεσίβλητης από πραγματικά ελαττώματα ήταν άκυρη, επειδή η εκμισθώτρια αποσιώπησε το ελάττωμα με δόλο ή από βαριά αμέλεια (άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ).

Ο ισχυρισμός αυτός έπρεπε να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος, εφόσον η εφεσίβλητη εκμισθώτρια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, γνώριζε, όπως αναλυτικά προαναφέρεται, την πραγματική και νομική κατάσταση του ακινήτου, του οποίου είχε τη διαχείριση και εκμετάλλευση, επομένως είχε επίγνωση των αυθαίρετων από πολεοδομική άποψη επενεργειών επ' αυτού, που είχαν ως συνέπεια την αδυναμία έκδοσης από τον μηχανικό βεβαίωσης χώρου κύριας χρήσης, η οποία, έστω φυλασσόμενη στο φάκελο με τα υπόλοιπα δικαιολογητικά για κάθε πιθανό έλεγχο, ήταν αναγκαία για την έκδοση άδειας λειτουργίας του μισθίου.

Συνεπεία των ανωτέρω, εφόσον το μίσθιο, παρότι ανακαινίστηκε από την εκκαλούσα, δεν ήταν δυνατόν να λειτουργήσει νομίμως και δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από αυτήν, χωρίς δική της υπαιτιότητα, αλλά λόγω του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος, το οποίο γνώριζε και αποσιώπησε από βαριά αμέλεια η εκμισθώτρια ενώ στη συνέχεια αρνήθηκε να άρει, η εκκαλούσα είχε δικαίωμα απαλλαγής από την καταβολή του μισθώματος, το οποίο και άσκησε, με συνέπεια να μην έχει καταστεί υπερήμερη ούτε, συνακόλουθα, δύστροπη ως προς την καταβολή του.

Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε τους ανωτέρω ισχυρισμούς της εκκαλούσας (ένσταση και επαντένσταση), δέχτηκε τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης (αντένσταση) και ακολούθως την αγωγή της ως και ουσιαστικά βάσιμη.

Συνακόλουθα, η κρινόμενη έφεση και ο επ' αυτής πρώτος πρόσθετος λόγος πρέπει να γίνουν δεκτοί και κατ' ουσίαν...". Κατόπιν τούτου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχτηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή και απέρριψε αυτήν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος εκάστου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του K.Πολ.Δ., πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ερμηνευτικών κανόνων) των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ερμήνευσε εσφαλμένα τους όρους της ένδικης μισθωτικής συμβάσεως και κατέληξε στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι η συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου ήταν αυτή του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος για καθήμενους, για την έκδοση άδειας λειτουργίας του οποίου απαιτείτο, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης συμβάσεως, η ύπαρξη αποχωρητηρίου (W.C.), και όχι κυλικείο εντός μεγάρου χωρίς τραπεζοκαθίσματα, το οποίο απαλλασσόταν από τη σχετική υποχρέωση.

Ωστόσο, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του λόγου αυτού, όπως απαιτείται, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπίστωσε κενά, ασαφή ή αμφίβολα σημεία, ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων μερών, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις, ή, παρότι δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία, παρά ταύτα προσέφυγε στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις, τις οποίες, ως εκ τούτου, παραβίασε.

Πέραν τούτου, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως αυτή αυτολεξεί προπαρατέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως προς τη συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου ακινήτου, δεν διαπίστωσε -ούτε εμμέσως- την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων.

Επομένως, ο λόγος αυτός, στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις κρίσιμες δηλώσεις βουλήσεως. Σε κάθε όμως περίπτωση, τα όσα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αυτό, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε εσφαλμένα ότι η συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου ήταν αυτή του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος για καθήμενους και όχι κυλικείο εντός μεγάρου χωρίς τραπεζοκαθίσματα, συνιστούν αιτιάσεις αυτής, οι οποίες, υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν απαραδέκτως την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, ως προς τα ανωτέρω πρώτα σκέλη τους, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.

Περαιτέρω, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως, κατά τα δεύτερα σκέλη αυτών, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες νομίμως πρωτοδίκως, με την προσθήκη των προτάσεών της, και επαναφερθέντες ενώπιόν του, με τις έγγραφες προτάσεις της, ισχυρισμούς 1) ότι, ενώ η συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου ήταν αυτή του κυλικείου εντός μεγάρου χωρίς τραπεζοκαθίσματα, για το οποίο δεν υπήρχε κατά το νόμο υποχρέωση να διαθέτει αποχωρητήριο (W.C.), η ήδη αναιρεσίβλητη, έχοντας σκοπό να λειτουργήσει σ' αυτό κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με τραπεζοκαθίσματα, προέβη, χωρίς την έκδοση οικοδομικής αδείας, στην κατασκευή αποχωρητηρίου, η αυθαίρετη κατασκευή του οποίου και μόνο εμπόδισε την έκδοση άδειας λειτουργίας της επιχείρησής της, και όχι η τυχόν ύπαρξη αυθαιρεσιών στο δικαστικό μέγαρο Χανίων, όπως εσφαλμένα έκρινε το δικαστήριο (1ος λόγος, δεύτερο σκέλος) και 2) ότι η ίδια μεν (αναιρεσείουσα) αγνοούσε τυχόν αυθαιρεσίες στο δικαστικό μέγαρο Χανίων, τμήμα του οποίου είναι ο μίσθιος χώρος, η αναιρεσίβλητη όμως τις γνώριζε ή, σε κάθε περίπτωση, όφειλε να της γνωρίζει, ισχυρισμός στον οποίο επιστηρίζει την προβληθείσα εκ μέρους της αντένσταση από τα άρθρα 579 και 580 Α.Κ. (2ος λόγος, δεύτερο σκέλος).

Ο με το προαναφερθέν περιεχόμενο, πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι τα επικαλούμενα προς επιστήριξή του περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα", κατά την έννοια του νόμου, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της προβληθείσας από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη - μισθώτρια, ενστάσεως, κατ' άρθρο 576 του Α.Κ., μη καταβολής μισθωμάτων λόγω πραγματικού ελαττώματος του μισθίου και επιχείρημα αυτής υπέρ της άποψής της ότι δεν υφίσταται το επικαλούμενο με την ένσταση πραγματικό ελάττωμα.

Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο εξέτασε τον ως άνω ισχυρισμό και απέρριψε αυτόν κατ' ουσίαν, δεχθέν, ανελέγκτως, α) ότι στον ευρύτερο χώρο του δικαστικού μεγάρου είχαν λάβει χώρα και μετά το έτος 1955 οι περιγραφόμενες αναλυτικά αυθαίρετες οικοδομικές εργασίες, χωρίς οικοδομική άδεια ή τακτοποίηση, και δη αυθαίρετη αντικατάσταση στέγης στο σύνολο του δικαστικού κτιρίου στη δεκαετία του 1980 και νέα αντικατάσταση των φύλλων αμιάντου της στέγης με κεραμίδια, αυθαίρετη πλάκα εμβαδού 25,95 τ.μ., διαμόρφωση ράμπας ΑΜΕΑ στο νότιο τμήμα του κτιρίου, κατασκευή w.c στο νότιο τμήμα του οικοπέδου, επιφάνειας 28,50 τ.μ., αλλαγή χρήσης του μισθίου από χώρο δικαστικού μεγάρου σε χώρο υγειονομικού ενδιαφέροντος, β) ότι οι αυθαίρετες αυτές κατασκευές, πλην της τελευταίας (της κατασκευής w.c, στο μίσθιο), αφορούσαν σε χώρους του υπόλοιπου μεγάρου, επιδρούσαν όμως στη νομιμότητα της λειτουργίας του μισθίου, εφόσον αποδείχτηκε ότι δεν είχε γίνει σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών και, επομένως, ότι αυτό αποτελούσε τμήμα του ευρύτερου δικαστικού μεγάρου, οι πολεοδομικές αυθαιρεσίες του οποίου βάρυναν και το ίδιο, διότι για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος απαιτείτο βεβαίωση μηχανικού περί του ότι ο χώρος του μισθίου πληρούσε τις προϋποθέσεις χώρου κύριας χρήσης, σύμφωνα με τον οικοδομικό και κτηριοδομικό κανονισμό και τον κανονισμό πυροπροστασίας, καθώς και τις εκάστοτε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις για την αιτούμενη χρήση, επιπλέον δε (απαιτούντο) δικαιολογητικά όπως άδεια δόμησης, δήλωση αυθαιρέτου, εξαίρεση από κατεδάφιση, ενημέρωση φακέλου άδειας δόμησης και κτήριο προϋφιστάμενο του 1955, γ) ότι την τακτοποίηση των αυθαιρεσιών αυτών του ευρύτερου μεγάρου όφειλε να ενεργήσει η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) εκμισθώτρια, δ) ότι τις ως άνω αυθαίρετες μεταβολές στο μείζον κτηριακό συγκρότημα ασφαλώς γνώριζε η αναιρεσείουσα, η οποία είχε αναλάβει τη διοίκηση και την αξιοποίηση του συγκεκριμένου ακινήτου και επομένως ήταν απολύτως ενήμερη για την πραγματική και νομική κατάσταση αυτού, αντιθέτως δε, με βεβαιότητα αγνοούσε η ήδη αναιρεσίβλητη μισθώτρια κατά το χρόνο κατάρτισης της μίσθωσης, η οποία προηγουμένως δεν είχε κάποια σχέση ούτε με το μίσθιο ούτε με το κτιριακό συγκρότημα του οποίου αυτό αποτελούσε τμήμα...

και ε) ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης (αναιρεσείουσας), ότι δεν ήταν δυνατή η χορήγηση άδειας λειτουργίας του μισθίου, λόγω του w.c. που διαμόρφωσε η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) εντός αυτού, δεν ενισχύθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αντιθέτως αποδείχτηκε ότι αυτό δεν αποτέλεσε κώλυμα για έκδοση άδειας μικρής κλίμακας, η οποία δεν εκδόθηκε ποτέ, όχι λόγω της συγκεκριμένης εσωτερικής διαρρύθμισης, αλλά λόγω της προαναφερόμενης πολεοδομικής εκκρεμότητας στο υπόλοιπο μέγαρο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ενόψει του ότι το Εφετείο εξέτασε τον με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμό της ήδη αναιρεσείουσας (της, κατά τα άρθρα 579 και 580 του Α.Κ., αντένστασης αυτής, ότι η αναιρεσίβλητη μισθώτρια γνώριζε ή, σε κάθε περίπτωση, όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα) και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχθέν, ανελέγκτως, ότι "...εφόσον το μίσθιο, παρότι ανακαινίστηκε από την εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη), δεν ήταν δυνατόν να λειτουργήσει νομίμως και δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από αυτήν, χωρίς δική της υπαιτιότητα, αλλά λόγω του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος, το οποίο γνώριζε και αποσιώπησε από βαριά αμέλεια η εκμισθώτρια (αναιρεσείουσα), ενώ στη συνέχεια αρνήθηκε να άρει, η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) είχε δικαίωμα απαλλαγής από την καταβολή του μισθώματος, το οποίο και άσκησε, με συνέπεια να μην έχει καταστεί υπερήμερη ούτε, συνακόλουθα, δύστροπη ως προς την καταβολή του...".

Στους ίδιους (πρώτο και δεύτερο) λόγους αναιρέσεως, κατά τα ίδια (δεύτερα) σκέλη αυτών, εμπεριέχονται περαιτέρω αιτιάσεις, επιχειρούμενες να θεμελιωθούν στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τις οποίες, όπως εκτιμώνται, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: 1) τις προσκομισθείσες από 27-7-2017 και 18-9-2017 εξώδικες δηλώσεις της αναιρεσίβλητης, 2) την προσκομισθείσα υπ' αριθμ. ...-2017 έγγραφη απάντηση της Διευθύντριας της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Χανίων, 3) τις από 18-8-207 και 20-10-2017 εξώδικες δηλώσεις της ιδίας (αναιρεσείουσας), 4) την περιεχόμενη στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Κ.

Χ. και 5) τα έγγραφα που η ίδια προσκόμισε, προς απόδειξη ότι η αναιρεσίβλητη είναι έμπειρη επιχειρηματίας, που συνάπτει συμβάσεις με δημόσιους φορείς και, συνεπώς, αν πριν από την υπογραφή της ένδικης συμβάσεως δεν έλεγξε, όπως όφειλε, τη δυνατότητα έκδοσης άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, ευθύνεται με βαριά αμέλεια.

Τα ως άνω, όμως, υπό τους αριθμούς 1,2, 3 και 5, επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, δεν είναι ισχυρισμοί, ήτοι "πράγματα", κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η αξιολόγηση δε του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, καθώς και η εκτίμηση της ανωτέρω, υπό τον αριθμό 4, ένορκης κατάθεσης, ανήκουν στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Συνεπώς, οι αιτιάσεις αυτές, επιχειρούμενες να θεμελιωθούν στον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Και αν όμως ήθελε εκτιμηθεί ότι με τις ως άνω αιτιάσεις πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (που δεν αναφέρεται αριθμητικά στο αναιρετήριο), οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι, από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, που διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε αυτά μνημονεύονται ειδικώς (μεταξύ των οποίων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, α) η από 27-7-2017 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης, β) η υπ' αριθμ. ...-2017 έγγραφη απάντηση της Διευθύντριας της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Χανίων, και γ) οι από 18-8-207 και 20-10-2017 εξώδικες δηλώσεις της ιδίας, που φέρονται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη), είτε όχι, καθώς και από το όλο περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης), δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, όλα τα ανωτέρω, φερόμενα ως δήθεν αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, πλην το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά από ότι η αναιρεσείουσα την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών της.

Περαιτέρω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα τρίτα σκέλη αυτών, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστοι και, συνεπώς, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, αφού δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή τους, η απαιτούμενη πληρότητα των αιτιολογιών και δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, αν, δηλαδή, σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή αν η αιτιολογία της είναι ανεπαρκής, στην τελευταία δε περίπτωση, ποια τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή, αν υφίστανται αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

Σε κάθε όμως περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχτηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, δίκασε επί της ουσίας την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες έκρινε ότι: α) ότι η αδυναμία έκδοσης άδειας λειτουργίας της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης στο μίσθιο, οφείλεται στις, εκτός του μισθίου, αυθαιρεσίες στο δικαστικό μέγαρο Χανίων και, συνεπώς, υφίσταται πραγματικό ελάττωμα, που εμποδίζει τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, β) ότι η αναιρεσείουσα, ως εκμισθώτρια, γνώριζε, ως έχουσα τη διαχείριση του εν λόγω μεγάρου, τις αυθαιρεσίες αυτές και αρνήθηκε να παράσχει οποιαδήποτε συνδρομή στην άρση του ελαττώματος και γ) ότι η αναιρεσίβλητη μισθώτρια, η οποία δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των επίδικων μισθωμάτων, καθώς, χωρίς δική της υπαιτιότητα, αλλά λόγω του ανωτέρω πραγματικού ελαττώματος, το οποίο γνώριζε και αποσιώπησε από βαριά αμέλεια η εκμισθώτρια αναιρεσείουσα και αρνήθηκε, στη συνέχεια, να άρει, είχε δικαίωμα απαλλαγής από την καταβολή του μισθώματος.

Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτει με επάρκεια και σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά τα τρίτα σκέλη αυτών, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, σε κάθε δε περίπτωση, ως αβάσιμοι. Τέλος, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο σε βάρος της αποδεικτικό πόρισμα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας ένορκης βεβαίωσης του αδελφού της αναιρεσίβλητης Σ.

Κ., αποδίδοντας στην κατάθεση αυτού διαφορετικό περιεχόμενο, σε σχέση με τα όσα εκείνος πράγματι βεβαίωσε ενόρκως σ' αυτήν. Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η ένορκη βεβαίωση, αναφορικά με τα όσα βεβαιώνει σ' αυτήν ο εξετασθείς ενόρκως μάρτυρας, δεν συνιστά έγγραφο που να επιδέχεται παραμόρφωση του περιεχομένου του.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2022 (αρ. κατ. 1252/114/2022) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 508/2022 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ