Supreme Court dismisses appeal against hospital contract dispute ruling due to lack of new grounds and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by a doctor and a hospital company against a lower court ruling regarding a medical services contract. The court found that the appellant's arguments relied on facts already established in previous proceedings and did not present new grounds for review. Consequently, the appeals were rejected in their entirety, and both parties were ordered to pay the opposing side's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 573 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on new grounds or facts not previously considered, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1073 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1073/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Π. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Δημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΧΟΣΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ" (πρώην ΙΑΣΩ GENERAL ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΧΟΛΑΡΓΟΥ Α.Ε"), που εδρεύει στο Χολαργό και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Μούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Και
Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΧΟΣΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΤΖΕΝΕΡΑΛ Α.Ε." (πρώην ΙΑΣΩ GENERAL ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΧΟΛΑΡΓΟΥ Α.Ε"), που εδρεύει στο Χολαργό και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Μούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Νινόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2013 αγωγή του Π. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2819/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων (A) με την από 10/1/2019 αίτησή του και τους από 3/12/2019 προσθέτους λόγους και η αναιρεσείουσα εταιρεία (B) με την από 18/01/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι ως άνω πληρεξούσιοι ζήτησαν να γίνει δεκτή η δική τους αίτηση και να απορριφθεί η αίτηση του αντιδίκου μέρους, καθώς και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο σε κάθε στάση δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (29-9-2020) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: 1) Η από 18-1-2019 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΧΟΣΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ" κατά του Π., Α. και 2) Η από 10/1/2019 αίτηση του τελευταίου κατά της πρώτης.
Οι άνω αιτήσεις, που φέρονται προς συζήτηση με τις από 15/1/2020, δύο, αντίστοιχα κλήσεις του Π. Α. (αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντα) στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα, κατά τη 2819/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση, είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 505/2018, 132/2004).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το ότι αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα, όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαια ης παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασης (βλ.
σχετ. ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1287/2019, 1473/2019, ΑΠ 505/2018, ΑΠ 684/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση παραδεκτά επαναφέρονται προς συζήτηση με την από 15-1-2020 κλήση του Π. Α. και οι πρόσθετοι λόγοι (από 3-12-2019) της αναίρεσής του, αφού αυτοί ενσωματώνονται στην αναίρεση, μετά την παραδεκτή άσκησή τους, με την προ τριάντα ημερών, από την αρχική συζήτηση (14-1-2020), κατάθεσή τους στην γραμματεία του δικαστηρίου, δι' ιδίου δικογράφου (στις 3/12/2019) και την επίσης προ τριάντα ημερών επίδοσή τους στην καθής οι πρόσθετοι λόγοι (αναιρεσίβλητη εν προκειμένω) (βλ. σχετ. υπ' αριθμ. 9773/6-12-2019 έκθεση επιδόσεως του δικ. Επιμελητή Πειραιά Λ. Φ.).
'Ετσι, δεν είναι αναγκαίο ν' αναφέρεται χωριστά στην κλήση, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η αίτηση αναίρεσης, την οποία αφορούν, ότι και αυτοί επίσης επαναφέρονται προς συζήτηση (βλ. σχετ. ΑΠ 478/1981 ΝοΒ 1982.48).
Επομένως πρέπει να συνεκδικαστούν με την άνω αναίρεση, κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού αφορούν στα ίδια, αλλά και συνέχονται με τα κεφάλαιά της αναγκαίως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 9/4/2013 αγωγή του ο ενάγων (αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης - εναγομένης, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 523.626 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της ημέρας που περιήλθαν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά στην εταιρία της, άλλως από την επίδοση της από 29/4/2011 εξώδικης δήλωσής του, άλλως από την επίδοση της αγωγής του, για διαφορά μεταξύ της δικαιούμενης συμφωνηθείσης αμοιβής για την παροχή σ' αυτήν εκ μέρους του ανεξαρτήτων υπηρεσιών και αυτής που του κατέβαλε πράγματι η εναγομένη για την πραγματοποίηση των αναφερομένων καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων στην κλινική της, που βρίσκεται στο Χολαργό Αττικής, με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΧΟΣΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 267/2014 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή (αγωγή) ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 500.503,30 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής ως την εξόφλησή τους.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικά η υπ' αριθμ. 2372/2017 μη οριστική απόφαση, και κατόπιν της από 6/7/2017 κλήσης του ενάγοντα, για επανάληψη της συζήτησης, η υπ' αριθμ. 2819/2018 τελεσίδικη απόφαση του άνω Δικαστηρίου. Με την πρώτη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή η έφεση αναβλήθηκε δε η έκδοση οριστικής απόφασης για να εξετασθούν ανωμοτί οι διάδικοι και με την δεύτερη εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή. Ειδικότερα υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 115.524 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής 1) η εναγομένη εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 18/1/2019 αίτηση αναίρεσης νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 53, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και 2) ο ενάγων - εφεσίβλητος, ήδη αναιρεσείων την από 10/1/2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 3/12/2019 πρόσθετους λόγους αυτής, επίσης νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 56 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ), όπως αναφέρθηκε ανωτέρω.
Α) Επί της από 18-1-2019 (αριθ. κατ. 627/2019 αίτησης αναίρεσης της εκκαλούσας εναγομένης:
Με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι γιο τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, ως - έκφραση της κατοχυρωμένης και από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος οικονομικής ελευθερίας.
Σύμφωνα με την ως άνω αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι έχουν i πλήρη ελευθερία για την κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιαδήποτε περιεχόμενο επιθυμούν, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 1519/2013, ΑΠ 1936/2008, ΑΠ 228/2007).
Επομένως, στο πλαίσιο αυτό οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καθορίσουν ως περιεχόμενο της μεταξύ αυτών σύμβασης, ρυθμίσεις από κανονιστικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, οι οποίες δεν θα είχαν άλλως εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση (σχετ. ΑΠ 392/1993), οπότε οι ρυθμίσεις αυτές καθίστανται συμβατικοί όροι της μεταξύ των μερών καταρτισθείσας σύμβασης.
Τέτοιες ρυθμίσεις είναι και εκείνες που περιέχονται στην κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 1579/1985 (ΦΕΚ Α 217) εκδοθείσα υπ' αριθ. Υ4ε/6424/2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β 1184/11.9.2001), που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, με την οποία καθορίσθηκαν με το άρθρο 1 αυτής τα νοσήλια του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου και των ιδιωτικών κλινικών για επεμβάσεις ανοικτής καρδίας με ή χωρίς εξωσωματική κυκλοφορία, σε ασφαλισμένους του Δημοσίου, ΙΚΑ, ΟΓΑ και λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών στο ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών (8.804 ευρώ).
Με το άρθρο 3 εδ. β της ιδίας ΚΥΑ ορίσθηκε ότι σε περίπτωση θανάτου του ασθενούς εντός του χειρουργείου καταβάλλονται τ' αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη έξοδα, μεταξύ των οποίων και η αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας που ορίσθηκε στο ποσό των εννιακοσίων χιλιάδων (900.000) δραχμών (2.641 ευρώ). Επομένως ναι μεν με την ως άνω ΚΥΑ καθορίζεται το ύψος των νοσηλίων που υποχρεούται να καταβάλει το Δημόσιο και οι λοιποί ασφαλιστικοί φορείς στις ιδιωτικές κλινικές ή το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο για τη νοσηλεία και παροχή πάσης φύσεως ιατρικών υπηρεσιών για επεμβάσεις ανοικτής καρδίας που πραγματοποιήθηκαν σε νοσηλευομένους εκεί ασθενείς και δεν αφορά το ύψος της αμοιβής που οφείλουν να καταβάλουν οι ιδιωτικές κλινικές κλπ στους ιατρούς που συνδέονται με αυτές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή με άλλης μορφής σύμβαση, με συνέπεια να μην είναι υποχρεωμένες αυτές, δυνάμει της ρύθμισης αυτής, να καταβάλουν στους ιατρούς το οριζόμενο στην εν λόγω ΚΥΑ τιμολόγιο αμοιβής των (ΑΠ 118/2009, ΑΠ 1006/2004), πλην όμως ο ιατρός και η κλινική, στο πλαίσιο της συνδέουσας αυτούς συμβατικής σχέσης, είναι καθόλα ελεύθεροι να συμφωνήσουν (άρθ. 361 του ΑΚ) ότι ο ιατρός θα λαμβάνει (επί πλέον) ως αμοιβή από την κλινική το αντίστοιχο ποσό που ορίζεται στην εν λόγω ΚΥΑ στο σύνολο ή κατά ένα μέρος του.
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 371 του Α.Κ. ορίζεται ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση και ότι αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο.
Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει επίσης από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτο, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση.
Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και να υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπλήρωσής της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, ένα ή περισσότερους (ΑΠ 143/19, ΑΠ 1769/17, ΑΠ 162/17, ΑΠ 650/16). Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 485, 191 και 193 ΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής.
Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Αντίστοιχα η αποδοχή της πρότασης για σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε.
Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013, ΑΠ 1110/2013).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά το νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται ν' απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 14/2004) ούτε δε και οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 45/2006, ΑΠ 1436/2002, ΑΠ 1574/1981).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν προς θεμελίωση της αγωγής του ενάγοντα - αναιρεσίβλητου και δη ότι αυτή έλαβε ως δεδομένο ότι η αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας του ενάγοντα είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 2.641 ευρώ ανά επέμβαση και αφού αφαίρεσε ανά περίπτωση τις αμοιβές των αναισθησιολόγων και του βοηθού καρδιοχειρουργού επιδίκασε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 115.124 ευρώ (δεχόμενη με βάση τον Β1 πίνακα της αγωγής, όσον αφορά τον ενάγοντα αμοιβή 1816 ευρώ ανά επέμβαση για 12 περιπτώσεις, 1741 ευρώ ανά επέμβαση για 36 περιπτώσεις και 1941 ευρώ ανά επέμβαση για 6 περιπτώσεις, δεχόμενη έτσι ότι η εν λόγω αμοιβή ως μέρος της αμοιβής της χειρουργικής του ομάδας ήταν αποτέλεσμα ειδικής συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας της εναγομένης και του ενάγοντα, που δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής.
Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης και του παραδεκτού και βασίμου των αναιρετικών λόγων που προβάλλονται. Ειδικότερα με την υπ' αριθμ. 53066/2013 αγωγή ο ενάγων ιστορούσε ότι τυγχάνει ιατρός με την ειδικότητα του καρδιοχειρουργού, στον τομέα της Χειρουργικής Καρδιάς, Αγγείων και Θώρακος, έχοντας την αναλυτικά αναγραφόμενη στην αγωγή προϋπηρεσία και προσόντα. 'Ότι τον Δεκέμβριο του 2004, με την άνω ειδικότητα του απεδέχθη την πρόταση της εναγομένης Ανώνυμης Εταιρίας που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής, με την επωνυμία "ΙΑΣΩ GENERAL - Γενική Κλινική Χολαργού ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΙΑΣΩ GENERAL ΑΕ" ήδη δε "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΧΟΣΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ", να προσφέρει τις ιατρικές υπηρεσίες ειδικότητάς του, σε ασθενείς, νοσηλευόμενους σ' αυτή ως εξωτερικός συνεργάτης, με συμφωνημένη αμοιβή την καθοριζόμενη με την υπ' αριθμ.
ΥΑΕ/6424/2001 Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Εργασίας -Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β 1184/11-9-2001). Ότι με την άνω Υπουργική απόφαση καθορίζονται μεταξύ άλλων τα νοσήλια καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων με πακέτο νοσηλείας για το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο. Ότι οι διατάξεις αυτές της άνω Υπουργικής Αποφάσεως εφαρμόζονται αυστηρώς από τις Ιδιωτικές Κλινικές γιατί αφορούν δαπάνες του Κρατικού προϋπολογισμού, προοριζόμενες αποκλειστικά για την κάλυψη του νοσηλίου, ήτοι έξοδα ιδιωτικών κλινικών και αμοιβή θεραπόντων ιατρών - των ασφαλισμένων ασθενών μέσω των Ασφαλιστικών Ταμείων - Οργανισμών.
Περαιτέρω αναφέρει ότι τα άνω νοσήλια για επεμβάσεις ανοικτής καρδιάς ορίζονται με την άνω απόφαση σε 8.804 ευρώ. Ότι η αμοιβή της Καρδιοχειρουργικής ομάδας Γιατρών καταβάλλεται μέσω των κλινικών και ανερχόταν σε 2641 ευρώ. Ότι έτσι οι οικονομικοί όροι της συνεργασίας τους καθορίζονταν, με την ειδική ως άνω συμφωνία τους, από την Υπουργική Απόφαση που προαναφέρθηκε, στην οποία ορίζεται μεταξύ άλλων το ποσό αμοιβής της Καρδιοχειρουργικής Ομάδας για κάθε καρδιοχειρουργική επέμβαση και ανερχόταν, σύμφωνα μ' αυτήν, η τιμή "πακέτου νοσηλείας" σε 8.804 ευρώ εκ των οποίων, στα 2641 ευρώ, καθοριζόταν η συνολική αμοιβή της Καρδιοχειρουργικής Ομάδας, από την οποία τιμή εξέπιπτε η αμοιβή ενός αναισθησιολόγου και ενός βοηθού που θα κοινοποιούσε στην κλινική κάθε φορά ο ενάγων.
Ότι η εναγομένη καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας τους παρά την συμφωνία τους, ουδέποτε κατέβαλε πλήρως την οριζόμενη από την άνω Υπουργική Απόφαση αμοιβή του αιτιώμενη ότι τα ασφαλιστικά ταμεία δεν αποπληρώνουν αμέσως ολοσχερώς τις οριζόμενες ως ανωτέρω αμοιβές. Ότι για τον λόγο αυτό της επέδωσε την από 29-4-2011 Εξώδικη Δήλωση.
Ότι τελικώς η συνεργασία τους διήρκεσε μέχρι την 31-8-2011, οπότε η εναγομένη με την από 4-8-2011 επιστολή της διέκοψε την συνεργασίας τους, γιατί αρνήθηκε να δεχθεί την υπογραφή νεώτερου Ιδιωτικού Συμφωνητικού μη εφαρμογής πλέον μεταξύ τους της άνω Υπουργικής Απόφασης και καθορισμού πλέον της αμοιβή του στο εξής:
στα ποσά των 1733,40 ευρώ για την περίοδο ως 30/9/2010 και των 866,70 ευρώ για την περίοδο από 1/10/2010 και μετά και να επιβαρυνθεί τη δαπάνη πληρωμής προμήθειας υλικών και φαρμάκων της κλινικής για τους ασθενείς που είχε ήδη χειρουργήσει, που προσδιόρισε αυτή στο ποσό των 153.006,53 ευρώ. Ότι αρνήθηκε να συναινέσει στους άνω τροποποιητικούς όρους και γι' αυτό επέδωσε στην εναγομένη την από 30-8-2011 εξώδικη δήλωσή του.
Ότι η εναγομένη από τον μήνα Δεκέμβριο του 2004 έως την 31η Αυγούστου 2011 δεν του κατέβαλε το σύνολο του οφειλομένου ποσού για τις χειρουργικές επεμβάσεις που αναφέρει αναλυτικά στην αγωγή και ανέρχεται συνολικά σε πεντακόσιες είκοσι τρείς χιλιάδες, εξακόσια είκοσι έξι ευρώ (€ 523.626,00) για 577 χειρουργικές επεμβάσεις συνολικά, παρά τις αντίθετες περί τούτου διαβεβαιώσεις της, για την αποπληρωμή εκ μέρους της των απολειπόμενων ποσών αμοιβών.
Τέλος διευκρινίζει ότι η αμοιβή της χειρουργικής του ομάδας είχε συμφωνηθεί ν' ανέρχεται στο ίδιο ποσό των 2.641 ευρώ, και στις περιπτώσεις ασθενών που το ασφαλιστικό τους ταμείο δεν είχε συνάψει σύμβαση συνεργασίας με την εναγομένη, αλλά και όταν ο ασθενής ήταν ασφαλισμένος σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία, όπως και στην περίπτωση που η εναγομένη είχε σύμβαση συνεργασίας με το ασφαλιστικό ταμείο του ασθενή, καθώς και όταν αυτός ήταν ανασφάλιστος.
Ότι η εναγομένη από τις 577 χειρουργικές επεμβάσεις, στις αναφερόμενες 478, που ανάγονται στον χρόνο από το Δεκέμβριο του 2004 έως τον Ιούλιο του 2011, όπως ειδικότερα αναφέρονται, δεν του κατέβαλε το συνολικά οφειλόμενο ποσό των 857.073 ευρώ (μετά την αφαίρεση των ποσών που αποτελούσαν τις αμοιβές του βοηθού ιατρού και του αναισθησιολόγου), αλλά του κατέβαλε μόνο 500.734,89 ευρώ, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι τα ασφαλιστικά ταμεία δεν της είχαν καταβάλει το 100% του νοσηλίου, όπως οριζόταν στην άνω Υ.Α.
και ότι έτσι αυτή του οφείλει το υπόλοιπο των356.338 ευρώ. Ότι για τις εκτιθέμενες 72 χειρουργικές επεμβάσεις που αφορούσαν ασθενείς που δεν ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικό ταμείο, που η εναγομένη δεν είχε συνάψει σύμβαση συνεργασίας, και αφετέρου ασθενείς που στερούνταν ασφάλισης, δεν του είχε καταβάλει με βάση την αμοιβή της καρδιοχειρουργικής του ομάδας, το ποσό των 130.027 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή.
Ότι για τις 21 χειρουργικές επεμβάσεις σε ασθενείς που ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικά ταμεία, με τα οποία η εναγομένη είχε υπογράψει σύμβαση συνεργασίας, του οφείλει το συνολικό ποσό των 37.261 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 523.626 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της ημέρας, που περιήλθαν τα από το νόμο οριζόμενα ποσά στην κατοχή της εναγομένης, άλλως από την ημέρα επίδοσης στις 29-4-2011 της με την αυτή ημερομηνία εξώδικης δήλωσης - υπόμνησης στην εναγομένη, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επιδίκασε στον ενάγοντα: 1) διαφορές αμοιβών για 478 χειρουργικές επεμβάσεις για ασθενείς που ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικά ταμεία το ποσό των 356.338 ευρώ, 2) αμοιβή για 63 επεμβάσεις σε ασθενείς που ήταν ασφαλισμένοι, αλλά η εναγομένη δεν είχε συνάψει σύμβαση συνεργασίας με τα ασφαλιστικά τους ταμεία, το ποσό των 115.524 ευρώ, ενώ απέρριψε αμοιβές του ύψους των 14.503 ευρώ, για ασθενείς που δεν ήταν ασφαλισμένοι γιατί δέχθηκε ότι τα ποσά γι' αυτές τις χειρουργικές επεμβάσεις ο ενάγων λάμβανε απ' ευθείας από καθένα των ασθενών αυτών. Ως προς την αιτούμενη αμοιβή για 21 επεμβάσεις σε ασθενείς που ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικά ταμεία, με τα οποία η εναγομένη είχε συνάψει σύμβαση συνεργασίας ήτοι 37.261 ευρώ, έκρινε ότι αυτός είχε εξοφληθεί μερικώς, για ποσό 8.619,70 ευρώ, γιατί το ποσό αυτό κατέβαλε η εναγομένη στη Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, ενόψει της αναγκαστικής κατασχέσεως εις χείρας τρίτου που της επιβλήθηκε για τα χρέη του ενάγοντα προς την άνω Δ.Ο.Υ. ύψους 85.548,88 ευρώ, αφαιρούμενο το άνω ποσό (8.619,70€), τόσο από την αμοιβή του για τις 21 επεμβάσεις, καθώς και από την αμοιβή για την επέμβαση στον ασθενή Α. Τ. (υπ' αριθμ. …/…-4-2013 διπλ. εισπρ. Δ.Ο.Υ. Ψυχικού σε συνδ. με το από 15-4-2013 έγγραφο της ίδιας). Συνολικά για όλες τις άνω αιτίες του επιδίκασε το ποσό των 500.503,30 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής ως την εξόφλησή τους.
Η εναγομένη (αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη) στη συνέχεια άσκησε την έφεση που προαναφέρθηκε κατά της άνω απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, η οποία δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της. Ότι από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ...
τις ένορκες βεβαιώσεις των Ν. Ρ. και Γ. Π. ... και των εγγράφων των διαδίκων αποδείχθηκαν τα εξής: Ότι ο ενάγων ως ιατρός με την ειδικότητα του Χειρουργού Καρδίας-Αγγείων και Θώρακος συμφώνησε με την εναγομένη, τον Δεκέμβριο του έτους 2004, η οποία διατηρεί ιδιωτική κλινική να παρέχει τις ιατρικές υπηρεσίες της ειδικότητάς του σε ασθενείς της, νοσηλευόμενους ως εξωτερικός συνεργάτης με αμοιβή στα πλαίσια της υπ' αριθμ.
Υαε/6424/3-9-2001 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών-Εργασίας-Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Υγείας και Πρόνοιας η οποία καθορίζει τα νοσήλια καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων στο Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο και σε Ιδιωτικές Κλινικές με πακέτο νοσηλείας. Η ως άνω Υπουργική Απόφαση καθορίζει απλά το κρατικό νοσήλιο για την διενέργεια καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων για το οποίο ορίζει ότι ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 8.804 ευρώ (τιμή πακέτου).
Το ανωτέρω ποσό αποτελεί, με βάση το άρθρο 5 της απόφασης, τη μέγιστη τιμή που δικαιολογείται για καρδιοχειρουργική επέμβαση, ενώ από αυτό, ως αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας για τη διενέργεια της επέμβασης, δικαιολογείται, ως μέγιστο, το ποσό των 2641 ΕΥΡΩ. Ακολούθως δέχθηκε: Ότι κατά την έναρξη της συνεργασίας της κλινικής με τον ενάγοντα, συμφωνήθηκε αρχικά η μικτή συνολική αμοιβή της καρδιοχειρουργικής του ομάδας στις περιπτώσεις ασθενών ασφαλισμένων σε συμβεβλημένα ασφαλιστικά ταμεία να ανέρχεται στο ποσό των 2.641 ευρώ [συνέπιπτε, δηλαδή, το συμφωνηθέν ποσό με το μέγιστο δυνητικό ποσό της Υπουργικής Απόφασης υπ'αρ. 6424/2001 (ΦΕΚ Β 1184/2001)].
Το ποσό δε αυτό, όπως και από τις μαρτυρικές καταθέσεις προκύπτει, συμφωνήθηκε ότι περιλαμβάνει οποιοδήποτε ποσό αφορούσε τις παρασχεθείσες από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και την ομάδα του υπηρεσίες (αμοιβές όλων των γιατρών της ομάδας, παρακρατηθέντες φόρους, εισφορές κλπ). Η καθαρή δε πληρωτέα προσωπική αμοιβή του ενάγοντα ανά επέμβαση προέκυπτε μετά την αφαίρεση των αμοιβών των λοιπών ιατρών της ομάδας του, όπως κάθε φορά αυτές γνωστοποιούνταν από τον ενάγοντα στην εναγομένη (και των οφειλόμενων εισφορών) και καταβαλλόταν σε μετρητά μόλις η κλινική εισέπραττε το προβλεπόμενο από τα ασφαλιστικά ταμεία ποσό.
Ότι για το διάστημα, από την έναρξη της συνεργασίας των διαδίκων το 2004 έως και τον Ιούλιο του 2005, το καθαρό ποσό προσωπικής αμοιβής του ενάγοντα ανερχόταν σε 1.573,06 ευρώ (εξαιρουμένων μόνο των 2 περιπτώσεων - Π. και Π. οπότε το ποσό ανήλθε σε 1.313,05 ευρώ και 1.768,07 ευρώ, αντίστοιχα, κατόπιν εντολής του ενάγοντα) ...
Ότι περαιτέρω ο ενάγων προέβη και στις εξής χειρουργικές επεμβάσεις των κατωτέρω ασθενών, κατά τα κατωτέρω χρονικά διαστήματα, οι οποίοι ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικά ταμεία, με τα οποία, καίτοι η εναγομένη δεν είχε συνάψει, σύμβαση συνεργασίας, ο ενάγων, κατά τα συμφωνηθέντα πληρωνόταν μέσω της εναγομένης, όταν ο ασθενής της κατέβαλε τα σχετικά ποσά που εισέπραττε ο ίδιος από το ασφαλιστικό του ταμείο, όπως προεκτέθηκε και για τις οποίες δικαιούται τα εξής επιμέρους ποσά:
Ότι συνεπώς για τις άνω χειρουργικές επεμβάσεις δικαιούται το συνολικό ποσό των 115.524 ΕΥΡΩ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι ως καρδιοχειρουργός συνήψε σύμβαση με την εναγομένη εταιρία, μετά από αποδοχή προτάσεις της, με ομάδα ιατρών συνεργατών του, της ειδικότητάς του, τις υπηρεσίες του σε ασθενείς της, νοσηλευόμενους σ' αυτήν, ως εξωτερικός συνεργάτης, με συμβατική παραπομπή, ως προς την αμοιβή του, όπως καθορίζονταν από την υπουργική απόφαση ΥΑΕ/624/2001, για τα νοσήλια καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων, με πακέτο νοσηλείας για το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο καθώς και για τις ιδιωτικές Κλινικές όπως η εναγομένη η οποία έτσι αποτέλεσε όρο της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ότι εφαρμόζεται η άνω ΚΥΑ, όχι ως συνέπεια της νομοθετικής ρυθμίσεως αλλά λόγω της συμβατικής τους δέσμευσης και μάλιστα σε συγκεκριμένο ύψος, όπως καθορίστηκε μεταξύ τους κατά την έναρξη της σύμβασής τους. Τα περιστατικά αυτά δέχθηκε η προσβαλλόμενη όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παραδοχών της, όπως εκτέθηκαν ανωτέρω κατά το κρίσιμο αυτό σημείο, τα οποία επικαλέστηκε ο ενάγων με την αγωγή του και έτσι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και επομένως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ολΑΠ 9/2011, 3/1997, ΑΠ 9/2019, 76/2019, 538/2018).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 1184/2015). Η σαφής και πλήρης αναφορά των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής είναι αναγκαία, διότι ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (ΚΠολΔ 578), τούτο δε συνάπτεται, σε σχέση λογικής ακολουθίας, προς τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο να είναι απαραίτητη, προκειμένου να ελεγχθεί αν η πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ολΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, στοιχείο του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1354/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο (επικουρικό) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, ήτοι των άρθρων 361 ΑΚ, 648 επ. ΑΚ και της άνω ΚΥΑ κρίνοντας ότι μεταξύ τους είχε συμφωνηθεί συμβατική υπαγωγή στην τελευταία γιατί:
α) αποφαινόμενη επί της αγωγής του ενάγοντα, δέχθηκε ότι μεταξύ τους είχε καταρτισθεί σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας είχε συμφωνηθεί ως συμβατική ρήτρα ότι, για το ύψος της αμοιβής του δεύτερου για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε ως καρδιοχειρουργός σε ασθενείς νοσηλευόμενους στην κλινική της, θα εφαρμοζόταν η υπ' αριθμ. 6424/2002 πιο πάνω αναφερθείσα κοινή υπουργική απόφαση.
Περαιτέρω δέχθηκε ότι στη συνέχεια η εν λόγω συμφωνία τροποποιήθηκε, συμφωνηθείσης μείωσης της αμοιβής του ενάγοντα. β) αποφαινόμενη επί της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της αγωγής εκ μέρους του, που είχε παραδεκτά προβάλει η αναιρεσείουσα πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης, η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα, διότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία η ένσταση στηρίζεται και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν την επικαλούμενη κατάχρηση, δοθέντος ότι "...
ο ενάγων σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, ζητεί την αμοιβή του, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί, με βάση την προαναφερόμενη απόφαση ...".
Ότι τέλος από την ανωτέρω αιτιολογία της προσβαλλομένης προκύπτει ότι δέχθηκε ότι ένδικη αγωγή στηρίζεται στην επίμαχη ΚΥΑ και ότι ο ενάγων διεκδικεί τις οφειλόμενες σε αυτόν αμοιβές από τη μεταξύ τους συνεργασία επί τη βάσει της εν λόγω ΚΥΑ (νόμιμη αμοιβή) και όχι επί τη βάσει κάποιας άλλη ειδικής συμφωνίας με την εταιρία και ότι εκ των ανωτέρω δεν προκύπτει με σαφήνεια αν η αξιούμενη αμοιβή του ενάγοντα συμφωνήθηκε συμβατικά μεταξύ της ή αν αντιθέτως αυτή καθορίστηκε με βάση την επίμαχη ΚΥΑ.
Ο άνω λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλομένη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές της που αναφέρθηκαν ανωτέρω, και κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης τέτοιες που να δυσχεραίνουν τον αναιρετικό έλεγχο και συγκεκριμένα κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή στηρίχθηκε στην ειδικά συμφωνηθείσα συμβατικά αμοιβή του ενάγοντα, με παραπομπή στην κοινή υπουργική απόφαση 6424/2001. Επομένως δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 648 επομ. ΑΚ και της επίμαχης ΚΥΑ.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς διερεύνηση πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αναίρεση ως αβάσιμη. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, ως ηττηθείσας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ).
Β) Επί της από 10/1/2019 (αριθ. καταθ. 372/2019 αναίρεσης του εφεσίβλητου-ενάγοντα και των από 3/12/2019 προσθέτων λόγων αυτής:
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε απορριπτικό πόρισμα με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά: α) με την (κατά την αναιρεσίβλητη) συμφωνία μείωσης της αμοιβής του και δη αν αποδέχθηκε αυτήν ο ενάγων, ρητά ή σιωπηρά, σε συνδυασμό με τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του, β) με το αν η μείωση της αμοιβής του έλαβε χώρα μία φορά, στις αρχές Αυγούστου 2005 ή αν τροποποιήθηκε άλλες δύο φορές, γ) με το αν οι αμοιβές του εξοφλούνταν πλήρως, γι' αυτό δε εκδίδονταν οι εξοφλητικές αποδείξεις που προσκομίστηκαν, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε περαιτέρω ότι υπήρξε πρόταση εκ μέρους της εναγομένης αναδρομικού υπολογισμού των οφειλομένων αμοιβών του, που σημαίνει, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι τα δύο μέρη δεν είχαν αποδεχθεί ότι τα καταβληθέντα ήταν οριστικά και εκκαθαρισμένα, και ότι αυτός με τις άνω αποδείξεις ελάμβανε "έναντι" των αμοιβών του μόνο και όχι προς πλήρη εξόφλησή του.
δ) με την αποδοχή από την προσβαλλόμενη ότι η αμοιβή της χειρουργικής ομάδας του, ανά εγχείριση, αρχικά συμφωνήθηκε να ανέρχεται σε 2641 ευρώ (μικτά), όπως προέβλεπε και η ΥΑ 6242/2001, μείον τις αμοιβές του αναισθησιολόγου (525 ευρώ) και του βοηθού χειρουργού (300 ευρώ), ως τον Αύγουστο του 2005, ενώ σε άλλο σημείο δέχθηκε ότι κατά τον άνω χρόνο η καθαρή αμοιβή του ίδιου ανερχόταν σε 1573,06 ευρώ (με εξαίρεση δύο περιπτώσεις επεμβάσεων-Π.
και Π.). Μετά δε από σχετική αφαίρεση των άνω ποσών, προκύπτει καθαρή αμοιβή του 1816 ευρώ και ότι έτσι προκύπτει διαφορά 242,9 ευρώ επί 51 επεμβάσεις που διενήργησε ως τον Αύγουστο 2005, επομένως υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλόμενης ως προς το ύψος της αρχικώς συμφωνηθείσης αμοιβής του και ε) με το ότι δέχθηκε ότι η καθαρή αρχική αμοιβή του για κάθε επέμβαση ήταν 1.573 ευρώ, ενώ η ίδια (προσβαλλόμενη) δέχθηκε ότι το αρχικώς συμφωνηθέν και οφειλόμενο ποσό αμοιβής ήταν 1816 ευρώ (2614-300-525), χωρίς να αιτιολογεί γιατί δεν του καταβλήθηκε το υπόλοιπο των 242,94 ευρώ για κάθε επέμβαση και ότι έτσι καταλείπεται ασάφεια ως προς ποια ήταν η αληθής συμφωνία τους σχετικά με τον τρόπο και χρόνο καταβολής της αμοιβής του (τμηματικά "έναντι" ή άμεσα με πλήρη εξόφληση του), αφού η προσβαλλόμενη συνήγαγε ότι αυτός αποδέχθηκε την συμφωνία μείωση της αμοιβής από το γεγονός ότι δεν διαμαρτυρήθηκε επί πολλά χρόνια για την καταβολή αυτής μειωμένη, κατά παράβαση εκ πλαγίου των άρθρων 167, 189, 192, 361, 681, 648, 652, 653, 655 ΑΚ, άρθρ. 16§1 του ν. 1579/1985 και την εκδοθείσα σε εκτέλεση του ΥΑ Υ4ε/642/2001.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω αυτή δέχθηκε ότι αρχικά (κατά τον χρόνο κατάρτισης της συμβάσεως του ενάγοντος το 2004 η μικτή συνολική αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας του συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στο ποσό των 2641 ευρώ η καθαρή δε αμοιβή του ανά επέμβαση, προέκυπτε μετά την αφαίρεση των αμοιβών των λοιπών ιατρών της ομάδας του, όπως κάθε φορά αυτές γνωστοποιούνταν από τον ενάγοντα στην εναγομένη και καταβαλλόταν σε μετρητά μόλις η κλινική εισέπραττε το προβλεπόμενο από τα ασφαλιστικά ταμεία ποσό.
Περαιτέρω και ειδικότερα δέχθηκε επακριβώς τα εξής: Ότι τον Αύγουστο του έτους 2005 αποφασίστηκε από την κλινική, σε συνεννόηση με τους επικεφαλής ιατρούς όλων των ιατρικών ομάδων, μείωση των συμφωνημένων αμοιβών, οπότε με βάση τη νέα συμφωνία κλινικής-ενάγοντα (ορθόν) με τροποποίηση της αρχικής σύμβασης, η συνολική καθαρή αμοιβή της ομάδας του ανερχόταν, κατά περίπτωση, σε ποσό κυμαινόμενο μεταξύ 1.741 ευρώ - 1.871 ευρώ και δεδομένου ότι, η συνολική αυτή αμοιβή περιλάμβανε την αμοιβή βοηθού και την αμοιβή αναισθησιολόγου, την οποία ο ίδιος καθόριζε και διαφοροποιούσε, η προσωπική καθαρή (πληρωτέα) αμοιβή του μειώθηκε από 01.08.2005 και εφεξής σε ποσά κυμαινόμενα περίπου από 953 ευρώ έως 1.126 ευρώ, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον αριθμό και την ειδικότητα των μελών της ομάδας του που απασχολούνταν σε κάθε επέμβαση.
Ότι αντίθετο δεν προέκυψε ούτε μετά τις διευκρινίσεις του κ. Φ., ο οποίος επί λέξει ανάμεσα σε άλλα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι: "Στο "ΙΑΣΩ GENERAL" ήμουν μέλος του ΔΣ και από το 2006 και για 3 χρόνια ήμουν Πρόεδρος του ΔΣ. Είχαμε 20 καρδιοχειρουργούς και περίπου 1000 επεμβάσεις το χρόνο. Τώρα έχουμε 4-5 ετησίως.
Έχουν ένα υψηλό κόστος που οφείλεται στην παραμονή των ασθενών στην εντατική μονάδα θεραπείας και στο χειρουργικό υλικό που χρησιμοποιείται. Καλέσαμε όλους τους καρδιοχειρουργούς π.χ. Ν. Μ., Ρ. κλπ. Ήταν αρκετοί από αυτούς παρόντες. Τους ζητήσαμε να μειωθεί η αμοιβή τους από το ποσό των 2.641 που έδιναν τα ταμεία.
Δεν αντέδρασαν και αυτό φάνηκε εκ του αποτελέσματος...". Μάλιστα στην εν λόγω συνάντηση συμμετείχαν οι καρδιοχειρουργοί-επικεφαλείς Καρδιοχειρουργικών ομάδων κ.κ. Π. Α. (αντίδικος), Ν. Μ., Κ. Κ., Χ. Ρ., Β. Λ., Γ. Τ., Δ. Κ., Δ. Κ., Χ. Κ., Δ. Β., Π. Μ., Β. Κ. και Θ. Τ., γεγονός το οποίο ισχυρίζεται η εναγομένη χωρίς να αναιρείται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε αμφισβητείται από τον ενάγοντα.
Ότι η αιτία μείωσης των αμοιβών των γιατρών, αναγόταν στο πολύ υψηλό κόστος της καρδιοχειρουργικής μονάδας, για την ομαλή, εύρυθμη και διαρκή λειτουργία της οποίας έπρεπε να χρησιμοποιείται σχεδόν όλο το "πακέτο νοσηλείας" που τα ασφαλιστικά ταμεία κατέβαλα στην κλινική.
Ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εταιρίας, ο οποίος σημειωτέο ότι κατά την επίμαχη χρονική περίοδο είχε την ιδιότητα του μέλους του Δ. Σ. της Εταιρίας, ενώ τα επόμενα έτη έως το 2009 διετέλεσε Πρόεδρος αυτής (συνεπώς έχει ιδία γνώση των γεγονότων), κατέθεσε ρητά ότι στην ανωτέρω πρόταση της Εταιρίας για μείωση των αμοιβών των καρδιοχειρουργών δεν προέβαλε αντίρρηση κανένας γιατρός, πλην του κ. Γ.Τ.. Συναισθανόμενοι, δηλαδή, την κρισιμότητα της κατάστασης και, φυσικά, επιθυμώντας τη συνέχιση λειτουργίας της καρδιοχειρουργικής μονάδας, οι καρδιοχειρουργοί κατανόησαν και αποδέχθηκαν πλήρως την προταθείσα μείωση της αμοιβής τους, με την οποία και συναίνεσαν, χωρίς αντιρρήσεις.
Ότι μεταξύ των γιατρών που δεν προέβαλε καμία διαφωνία ή αντίρρηση, συναινώντας με τη μείωση, ήταν και ο ενάγων. Άλλωστε, η έλλειψη οποιουδήποτε είδους διαφωνίας ή αντίρρησης του ενάγοντα ως προαναφέρθηκε καταγράφηκε διαρκώς επί επτά ολόκληρα έτη (2004-2011) κατά τα οποία συνεργαζόταν αδιατάρακτα με την εναγομένη, αποδεχόμενος πλήρως και χωρίς καμία επιφύλαξη τη συμφωνηθείσα μειωμένη αμοιβή του, χωρίς ποτέ, για κανένα περιστατικό και καμία πληρωμή προς αυτόν, να διαμαρτυρηθεί ή να διαφωνήσει.
Ότι εξάλλου, όπως στο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου τονίστηκε χωρίς να διαψευστεί από τον ενάγοντα τα περιστατικά ασθενών που ο τελευταίος αναλάμβανε ήταν ιδιαίτερα βαριά, ο δε χειρισμός τους από τον εφεσίβλητο απαιτούσε αρκετές ώρες χειρουργείου και εν συνεχεία αρκετές ημέρες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, με αποτέλεσμα η χρήση των μονάδων της κλινικής της εναγομένης να καθίσταται ακόμη περισσότερο κοστοβόρα, χωρίς η εν λόγω νέα συμφωνία να αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, αφού μάλιστα η πλειοψηφία των προαναφερόμενων χειρουργών την αποδέχθηκε.
Ότι κατόπιν της από κοινού συμφωνηθείσας μείωσης της αμοιβής του ενάγοντα, από 01.08.2005 και εφεξής (μέχρι και τη λύση της συνεργασίας των διαδίκων), η οφειλόμενη στον ενάγοντα προσωπική αμοιβή για τη διενέργεια καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων ανερχόταν:
α) από τον Αύγουστο του 2005 έως τέλος Ιουνίου 2006 (διάστημα κατά το οποίο η αμοιβή του αναισθησιολόγου ανερχόταν σε 525,00 ευρώ, όπως προκύπτει και από τον πίνακα Α της αγωγής) στο ποσό των 1.018,37 ευρώ, β) από τον Ιούλιο του 2006 έως αρχές Ιανουαρίου 2010 (οπότε και η αμοιβή του αναισθησιολόγου ανερχόταν, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, σε 600,00 ευρώ, όπως προκύπτει και από τον πίνακα Α της αγωγής) στο ποσό των 953,38 ευρώ και γ) από τις αρχές Ιανουαρίου 2010 μέχρι τη λύση της συνεργασίας των διαδίκων (οπότε και η αμοιβή του αναισθησιολόγου ανερχόταν, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, σε 400,00 ευρώ, όπως προκύπτει και από τον πίνακα Α της αγωγής), στο ποσό των 1.126,72 ευρώ.
Ότι τα ανωτέρω ποσά, όπως φαίνεται και από τον παρατιθέμενο πίνακα Α της υπό κρίση αγωγής έχουν στο σύνολο τους καταβληθεί στον ενάγοντα, σε μετρητά, όπως και ο ίδιος ρητά αναγνωρίζει. Πέραν δε τούτων, και με βάση της μεταξύ αυτού και της κλινικής συμφωνίας, κανένα άλλο ποσό δεν οφειλόταν στον ενάγοντα και την ομάδα του για τη διενέργεια στην εναγομένη καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων.
Συνεπώς, το αίτημά του για καταβολή των αναφερόμενων στις σελίδες 21-22 της υπό κρίση αγωγής υπ' αρ. 3) [74 επεμβάσεις], 5) [1 επέμβαση], 6) [306 επεμβάσεις] και 7) [44 επεμβάσεις] ποσών ύψους 59.024,62, 747,62, 241.011,72 και 35.828,32 ευρώ (σύνολο 336.612,28 ευρώ) για τις άνω 425 επεμβάσεις πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του ως αβάσιμο.
Ότι ο ανωτέρω τρόπος καταβολής της από 01.08.2005 προσωπικής αμοιβής του ενάγοντος ήταν, όπως προκύπτει και από τον πίνακα Α της αγωγής, αμετάβλητος για έξι ολόκληρα έτη, από τον Αύγουστο του 2005 μέχρι και τον Ιούλιο του 2011, χωρίς ποτέ ο ενάγων να εκφράσει καμία αντίρρηση, διαφωνία ούτε καν δυσαρέσκεια, αντίθετα γινόταν απόλυτα αποδεκτός, ο δε ενάγων εισέπραττε τα καταβαλλόμενα σε αυτόν ποσά στο σύνολο τους, χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη, αναγράφοντας μάλιστα την ένδειξη "εξόφληση" σε όλα τα εκδιδόμενα από αυτόν παραστατικά έγγραφα.
Ότι αναφορικά με τον χρόνο απόδοσης της αμοιβής στον ενάγοντα από την εναγομένη εταιρία, όπως αποδείχθηκε με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης και γενικότερα από το όλο αποδεικτικό υλικό, ο ενάγων δικαιούνταν, βάσει της συμφωνίας ως προαναφέρθηκε, να λάβει αμοιβή για τη διενέργεια επέμβασης μόνο εφόσον αυτή θα είχε πρώτα καταβληθεί στην εναγομένη στο σύνολο της από το οικείο συμβεβλημένο ασφαλιστικό ταμείο του ασθενούς.
Στην πράξη, ωστόσο, όπως προκύπτει από όλες τις καταβολές που έχουν γίνει σε αυτόν, η εναγομένη εταιρία, με δική της πρωτοβουλία, ενεργώντας καλόπιστα τον έχει πλήρως εξοφλήσει για τις 478 προαναφερόμενες επεμβάσεις που έχει διενεργήσει σε αυτή, παρά το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις, όπως βεβαίωσε και ο μάρτυρας, τα ασφαλιστικά ταμεία είχαν μεν καταβάλει προκαταβολή πολύ υψηλή, ύψους 80-90%, όχι όμως και το σύνολο του προβλεπόμενου νοσηλίου.
Δηλαδή, σε περιπτώσεις που η εναγομένη εισέπραττε από ένα ταμείο ποσό ανερχόμενο σε 85-90% (πιθανολογώντας ότι ενδεχομένως το υπόλοιπο να αργούσε πολύ να καταβληθεί ή να μην καταβαλλόταν ποτέ, όπως π.χ. το ΙΚΑ συνήθιζε), ενεργώντας καλόπιστα κατέβαλε στον/ενάγοντα την οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή στο σύνολο της.
Τα ανωτέρω ενισχύονται και από την ομολογία-αναγνώριση στην οποία ο ίδιος προβαίνει επί του εντύπου των εκδοθέντων από αυτόν παραστατικών εγγράφων ήτοι των υπ’ αρ. …/….04.2005,…/….04.2005, …/….07.2005, …/….10.2005, …./….02.2006, …/….07.2006, …/….10.2006, …/….02.2007, …/….05.2007, …/….08.2007, …/….10.2007, …/….02.2008, …/….07.2008, …/….07.2008, …/…..10.2008, …/….12.2008, …/….04.2009, …./….7.2009, …/….10.2009, …/….12.2009, …/….04.2010, …/….07.2011, …/….12.2011 και …/….12.2011 αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, εκδόσεως του ενάγοντος, στο σύνολο των οποίων αναγράφεται από τον ίδιο τον ενάγοντα αφενός μεν το οφειλόμενο κάθε φορά ποσό αφετέρου δε ως αιτιολογία έκδοσης του παραστατικού εγγράφου η ένδειξη "εξόφληση καρδιοχειρουργικών αμοιβών" και από τις οποίες προκύπτει ότι η συμφωνημένη μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος αμοιβή ανερχόταν ακριβώς στο ποσό που κατά περίπτωση αναφέρεται.
Ότι συνεπώς, και ο ίδιος ο ενάγων αναγνωρίζει ανεπιφύλακτα και ρητά επί των αποδείξεών του ότι τα αναγραφόμενα σε αυτές ποσά - τα οποία τονίζεται, ο ίδιος ελεύθερα ανέγραφε στις αποδείξεις του ως τη συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων αμοιβή για τις επεμβάσεις τις οποίες αφορούν οι εν λόγω αποδείξεις - αποτελούν το σύνολο των οφειλόμενων από την εναγομένη εταιρία αμοιβών για τις επεμβάσεις που αναλυτικά επισυνάπτονται σε κάθε απόδειξη (σε κατάλογο), αποδεχόμενος ότι με την καταβολή του αναγραφόμενου σε αυτές ποσού, η εναγομένη εταιρία εξοφλεί πλήρως την ως άνω αιτούμενη οφειλή της προς τον ενάγοντα.
Ότι από την υπ' αριθμ. Υαε/6242/3-9-2001 Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών Εργασίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Υγείας και Πρόνοιας, συνάγεται ότι ο νομοθετικός καθορισμός νοσηλίου για καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις των ασθενών (ασφαλισμένων σε δημόσια ασφαλιστικά ταμεία) που γίνονται σε ιδιωτικές κλινικές, αποσκοπεί αφενός μεν στον έλεγχο και περιορισμό των δημοσίων δαπανών για υγειονομική περίθαλψη των ασφαλισμένων, αφετέρου δε στην προστασία των ίδιων των ασφαλισμένων ώστε να μην χρειάζεται να προβαίνουν σε διαπραγμάτευση του κόστους περίθαλψής τους με ιδιωτικές κλινικές.
Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι στο λεγόμενο "πακέτο νοσηλείας" των 8.804 ευρώ ρητώς συμπεριλαμβάνονται όλες οι κατηγορίες δαπανών (πλην των ειδικών υλικών): η διαμονή στις κλινικές, η αμοιβή της καρδιοχειρουργικής δαπάνης και τα υλικά εξωσωματικής κυκλοφορίας.
Ότι έτσι, το ασφαλιστικό ταμείο δεν χρειάζεται να προβεί σε ειδική συμφωνία με κάθε ιδιωτική κλινική και ο ασφαλισμένος δεν χρειάζεται να διαπραγματευτεί κάποια από τις ανωτέρω κατηγορίες δαπανών. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι η απόδειξη εξόφλησης που χορηγούσε η εκκαλούσα στους ασθενείς της εξεταζόμενης κατηγορίας, δεν αναφερόταν σε αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας. Βεβαίως η εκκαλούσα είχε την ευχέρεια να αναγράφει οποιαδήποτε αιτιολογία την εξυπηρετούσε επί των αποδείξεων που χορηγούσε στους ασθενείς αυτής της κατηγορίας, οι δε τελευταίοι δεν είχαν κανέναν λόγο να ελέγξουν το περιεχόμενο της απόδειξης από την στιγμή που κατέβαλαν στην εκκαλούσα το ποσό που τους χορηγούσε το ασφαλιστικό τους ταμείο και θεωρούσαν ότι με αυτό είχαν τακτοποιήσει όλες τις υποχρεώσεις τους. Πολύ μάλλον δεν είχαν κανέναν λόγο να αναμιχθούν στις σχέσεις μεταξύ της εκκαλούσας και των ιατρών- συνεργατών της, όπως ορθά επισημαίνει ο ενάγων.
Ότι μάλιστα ενισχυτικό της άποψης του ενάγοντα, της εκκαλουμένης αλλά και του άνω Δικαστηρίου είναι η υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-2-2016 επιστολή-απάντηση που έλαβε ο ενάγων από το μη συμβεβλημένο με την εκκαλούσα Ασφαλιστικό Ταμείο με την επωνυμία "Οίκος Ναύτου" (NAT) σε σχετική ερώτηση που υπέβαλε για το ανωτέρω ζήτημα, κατόπιν της επιμονής της εκκαλούσας στους αντίθετους ισχυρισμούς της το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: "Ο Οίκος Ναύτου, σε εφαρμογή της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθμ. Υαε/6424, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1184/Τ.Α'11-9-2001, καθόρισε το ποσόν της αποζημίωσης για καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις (πακέτο νοσηλείας), σε 8.804,00 €. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση, ένα τμήμα του χορηγούμενου ποσού και συγκεκριμένα τα 2.641,00€, αντιστοιχεί για την αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας (αμοιβή χειρουργού - βοηθού χειρουργού και αναισθησιολόγου), που διενεργεί τις επεμβάσεις.
Το ποσόν της συγκεκριμένης νοσηλείας-επέμβασης, καταβαλλόταν στους δικαιούχους με την παρακάτω διαδικασία:
1.Εάν υπήρχε σύμβαση του Ταμείου με το νοσηλευτικό ίδρυμα, τα χρήματα πιστωνόταν στον λογαριασμό της κλινικής, αφού προηγουμένως είχε ελεγχθεί η συγκεντρωτική μηνιαία κατάσταση υποβολών, την οποία κατέθετε η κλινική στην αρμόδια υπηρεσία του Ο.Ν., για έλεγχο και εξόφληση.
2.Στην περίπτωση που δεν υπήρχε σύμβαση της κλινικής με το ασφαλιστικό ταμείο, όπως εν προκειμένω, το ποσόν της νοσηλείας εδίδετο απευθείας στον ασφαλισμένο, μετά την κατάθεση από μέρους του όλων των απαιτούμενων παραστατικών της νοσηλείας και φυσικά του ελέγχου των, από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Υπηρεσίας. Στη συνέχεια ο ασφαλισμένος απέδιδε ο ίδιος τα χρήματα στο νοσηλευτικό ίδρυμα.
Συνοψίζοντας στα ανωτέρω, επισημαίνουμε ότι το προβλεπόμενο από το νόμο ποσόν (το πακέτο νοσηλείας των 8.804,00€), καταβαλλόταν από το Ταμείο στον δικαιούχο, ανεξάρτητα αν υπήρχε σύμβαση ή όχι με το νοσηλευτικό ίδρυμα, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως-ισχύος του Νόμου (11-9-2001).
Τέλος από το τηρούμενο αρχείο της Υπηρεσίας μας προέκυψε ότι (σ.σ.: οι ασθενείς που αναφέρονται στην αίτηση) εξοφλήθηκαν με το προβλεπόμενο από την κοινή υπουργική απόφαση ποσόν (8.804,00€)...".
Ότι μαζί με την ανωτέρω επιστολή, το εν λόγω Ασφαλιστικό Ταμείο χορήγησε και αντίγραφα των Αποφάσεων Πληρωμής δαπανών που εξέδωσε κατά τα έτη 2009 και 2010 για ασφαλισμένους του που είχαν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση από την χειρουργική ομάδα του ενάγοντα στην κλινική της εκκαλούσας. Πράγματι, στις Αποφάσεις αυτές φαίνεται ότι το Ταμείο καταβάλει στους ασφαλισμένους του το "χειρουργικό πακέτο" ("πακέτο νοσηλείας") ύψους 8.804 ευρώ, πέραν της κάλυψης άλλων δαπανών που δεν περιέχονται στο πακέτο νοσηλείας της Υπουργικής Απόφασης. Μάλιστα, στην υπ' αριθμ. …/…/….-4-2010 Απόφαση Πληρωμής του ασφαλισμένου "Ν. Κ.", καταχωρίζεται χωριστά η "αμοιβή χειρουργού", ύψους 2.641 ευρώ.
Ότι πιο συγκεκριμένα, η διαδικασία πληρωμής της εκκαλούσας από ασφαλισμένους σε ταμεία μη συμβεβλημένα, ήταν η εξής : Μετά την εγχείρηση, ο ασφαλισμένος λαμβάνει τα δικαιολογητικά των δαπανών από την εκκαλούσα κλινική και αποδέχεται συναλλαγματική υπέρ της εκκαλούσας κλινικής για το συνολικό ποσό δαπανών που τον χρεώνει η τελευταία. Στη συνέχεια, ο ασφαλισμένος προσκομίζει τα δικαιολογητικά στο Ταμείο του και αφού πάρει την αντίστοιχη επιταγή από το Ταμείο, προβαίνει σε εξόφληση της εκκαλούσας και του παραδίδεται η συναλλαγματική. Ο ασφαλισμένος γνωρίζει ότι το ασφαλιστικό ταμείο έχει καλύψει τουλάχιστον την δαπάνη για 10ήμερη νοσηλεία, για αμοιβή καρδιοχειρουργικής ομάδας και για τα υλικά εξωσωματικής κυκλοφορίας. Κάποια ασφαλιστικά ταμεία κάλυπταν και όλες ή μέρος των υπολοίπων δαπανών.
Ότι η ανωτέρω διαδικασία αποδείχθηκε με σαφήνεια και με τις υπ' αριθμ. … και …./2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων-ασφαλισμένων του ΝΑΤ που χειρουργήθηκαν Ν. Ρ. και Γ. Π. αντιστοίχως παρατίθεται δε αναλυτικά περαιτέρω η κατάθεσή του κατά λέξη.
Το ποσό των 14.503 ευρώ, που αιτείτο για τους ασθενείς, οι οποίοι δεν ήταν ασφαλισμένοι σε κάποιο ασφαλιστικό ταμείο είχε κριθεί και απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση και δεν είχε επαναφερθεί με λόγο έφεσης.
Ότι περαιτέρω ο ενάγων για τις χειρουργικές επεμβάσεις των ασθενών, οι οποίοι ήταν ασφαλισμένοι σε ασφαλιστικά ταμεία και οι οποίοι περιλαμβάνονται στον πίνακα Β2 της ένδικης αγωγής ζητεί συνολικά το ποσό των 37.261 (ποσό 8.619,70 είχε θεωρηθεί εξοφληθέν και από την πρωτόδικη απόφαση).
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι οι άνω συνολικά οφειλόμενες σε αυτόν αμοιβές έχουν στο σύνολο τους αποδοθεί στην αρμόδια ΔΟΥ Ψυχικού, λόγω αναγκαστικής κατάσχεσης οφειλόμενων αμοιβών εις χείρας της εταιρίας ως τρίτης.
Ειδικότερα, για τις συγκεκριμένες επεμβάσεις, η εναγομένη εταιρία ουδέν οφείλει στον ενάγοντα, καθώς: Την 7.03.2012 της κοινοποιήθηκε από τη ΔΟΥ Ψυχικού (αρμόδια για τη φορολόγησή του ενάγοντος ΔΟΥ) αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της εταιρίας ως τρίτης, των οφειλομένων στον ενάγοντα αμοιβών και μέχρι ποσού 85.548,88 ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό και σε συνέχεια της υπ' αριθμ. πρωτ. …/….11.2012 επιστολής της άνω Δ.Ο.Υ. (σχετ. 5γ), η εταιρία προέβη στις εξής δύο καταβολές:
α) στις 30.11.2012 κατέβαλε ποσό 14.261,40 ευρώ, όπως προκύπτει από την 29/11/2012 επιστολή της και τα σχετικά παραστατικά έγγραφα (διπλότυπα) της ΔΟΥ Ψυχικού που τη συνοδεύουν, το οποίο (ποσό), προς αποφυγή τυχόν αντιδικιών με τη ΔΟΥ, στο κατασχετήριο της οποίας εσφαλμένα είχε επισυναφθεί η υπ' αρ. Υ4ε/6424 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 184/11.09.2001), υπολογίστηκε και καταβλήθηκε καταρχήν με βάση το προβλεπόμενο στο οικείο ΦΕΚ συνολικό ενδεικτικά αναφερόμενο ποσό αμοιβής καρδιοχειρουργικής ομάδας ύψους 2.641,00 (το οποίο, ωστόσο δεν ήταν ορθό διότι αφενός μεν η απόφαση δεν ρυθμίζει τις ιδιωτικές αμοιβές γιατρών, αλλά το μέγιστο ποσό δαπάνης του Δημοσίου, αφετέρου δε το ποσό αυτό αναφέρεται σε όλη την καρδιοχειρουργική ομάδα και όχι μόνο στο χειρουργό), με σκοπό την εκκαθάριση που θα ακολουθούσε με τις επόμενες καταβολές της εταιρίας προς τη ΔΟΥ, να ληφθούν υπόψη οι πραγματικά οφειλόμενες προς τον ενάγοντα συμφωνηθείσες αμοιβές του, με σχετικό συμψηφισμό,•-όπως και πράγματι συνέβη, με την πλήρη αποδοχή και συμφωνία της ΔΟΥ και β) στις 18.04.2013 κατέβαλε, όπως προκύπτει και από το σχετικό παραστατικό έγγραφο (διπλότυπο) που η ΔΟΥ Ψυχικού εξέδωσε, ποσό 8.619,70 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ορθά υπολογισμένο (κατόπιν εκκαθάρισης και συμψηφισμού με το ήδη καταβληθέν από 30.11.2012 ποσό) οφειλόμενο προς τον ενάγοντα ποσό από αμοιβές, με βάση τη συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων αμοιβή, όπως ίσχυε και αναλυτικά παρουσιάζεται στο σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο, ήτοι η εναγόμενη έχει συνολικά καταβάλει στη ΔΟΥ ποσό 22.881,10 ευρώ, που αναλογεί στις οφειλόμενες προς τον ενάγοντα αμοιβές για όλες τις επεμβάσεις που αναλυτικά παρατίθενται στη συνοδευτική προς τη ΔΟΥ από 15.04.2013 επιστολή της εναγόμενης που παρελήφθη με αρ.
πρωτ. Παραλαβής ΔΟΥ …/….04.2013 και τις οποίες (αμοιβές επί των οποίων υπολογίστηκε το καταβληθέν ποσό), η ΔΟΥ πλήρως αποδέχθηκε, χωρίς να προβάλλει καμία αντίρρηση ή διαφωνία. Όπως προκύπτει δε από τη σχετική από 15.04.2013 επιστολή προς τη ΔΟΥ, με πλήρη παράθεση των περιστατικών και των οφειλόμενων για κάθε ένα εξ αυτών αμοιβών, η εταιρία κατέβαλε στο Δημόσιο, ως όφειλε, στο σύνολο τους τις οφειλόμενες προς τον ενάγοντα αμοιβές και για τις 21 επεμβάσεις που περιλαμβάνονται στον πίνακα Β2 της υπό κρίση αγωγής, καθώς και για την υπ' αρ. 72 επέμβαση του πίνακα Β1 της αγωγής κατά τα ανωτέρω.
Ως αμοιβή δε ανά επέμβαση υπολογίστηκε - με πλήρη αποδοχή της ΔΟΥ - η κατά τα ανωτέρω αναφερόμενη υπό Ι.Β. αμοιβή που η εταιρία και ο ενάγων είχαν συμφωνήσει, και είχε διαμορφωθεί ως εξής:
-από τον Ιούλιο του 2006 έως τις αρχές Ιανουαρίου 2010, οπότε και η αμοιβή του αναισθησιολόγου ανερχόταν, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, σε 600,00 ευρώ (όπως κι ο ίδιος αναγνωρίζει στην αγωγή του), η οφειλόμενη στον ενάγοντα αμοιβή ανερχόταν στο ποσό των 953,38 ευρώ, οπότε στη ΔΟΥ καταβλήθηκε ποσό αμοιβής 953,38 ευρώ ανά επέμβαση (για τις 17 πρώτες από τις 21 επεμβάσεις του πίνακα Β2 που διενεργήθηκαν στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα), και -από τις αρχές Ιανουαρίου 2010 μέχρι τη λύση της συνεργασίας, οπότε και η αμοιβή του αναισθησιολόγου ανερχόταν, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, σε 400.00 ευρώ (όπως και ο ίδιος αναγνωρίζει στην αγωγή του), η οφειλόμενη στον ενάγοντα αμοιβή ανερχόταν στο ποσό των 1.126,72 ευρώ, οπότε στη ΔΟΥ αποδόθηκε το ποσό αμοιβής των 1.126,72 ευρώ ανά επέμβαση (για τις 4 τελευταίες επεμβάσεις του πίνακα Β2 και την επέμβαση υπ' αρ. 72 του πίνακα Β1).
Ότι, η εκ μέρους της εναγόμενης, καταβολή στη ΔΟΥ του ανωτέρω συνολικού ποσού των 22.881,10 ευρώ (14.261,40 + 8.619,70), από οφειλόμενες σε αυτόν αμοιβές, λόγω αναγκαστικής κατάσχεσης, του γνωστοποιήθηκε, με αποστολή, στις 18.04.2013 (ημέρα της δεύτερης πληρωμής στη ΔΟΥ), στον αριθμό φαξ που χρησιμοποιεί και αναγράφεται στη σφραγίδα του (αρ.
φαξ …), τόσο της διαβιβαστικής της επιστολής προς τη ΔΟΥ (όπου παρατίθενται αναλυτικά τα περιστατικά στα οποία το καταβαλλόμενο ποσό αφορά και του συνδυασμού του με το ήδη από το Νοέμβριο του 2012 ποσού των 14.261,40 ευρώ) όσο και του εκδοθέντος από τη ΔΟΥ σχετικού διπλοτύπου. Από την προσκομιζόμενη, συνεπώς, επιστολή της εναγομένης προς τη ΔΟΥ, στην οποία παρατίθεται αναλυτικό πίνακας των επεμβάσεων στις οποίες αντιστοιχεί το ποσό που καταβλήθηκε σε αυτή ως οφειλόμενες στον ενάγοντα αμοιβές, λόγω αναγκαστικής κατάσχεσης, και την αντιπαραβολή του με τον πίνακα Β2 και την τελευταία περίπτωση υπ' αρ. 72 του πίνακα Β1 της υπό κρίση αγωγής, προκύπτει με σαφήνεια ότι όλες οι οφειλόμενες προς τον ενάγοντα αμοιβές για το σύνολο των 21 επεμβάσεων που παρατίθενται στον πίνακα Β2 της αγωγής και της επέμβασης υπ' αρ. 72 του πίνακα Β1, έχουν πλήρως καταβληθεί στη ΔΟΥ Ψυχικού και για το λόγο αυτό εξοφληθεί.
Σημειώνεται δε ότι ουδέποτε μέχρι σήμερα η ΔΟΥ προέβαλε οποιαδήποτε διαφωνία ή αντίρρηση επί των ποσών που έχουν υπολογιστεί ως οφειλόμενες στον ενάγοντα από την εναγομένη αμοιβές, όπως παρατίθενται αναλυτικά στην από 15.04.2013 επιστολή της προς αυτή, αποδεχόμενη αυτές πλήρως.
Ότι ως εκ τούτου, το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή 37.261.00 ευρώ, βάσει των αναφερομένων στον πίνακα Β2 της αγωγής περιστατικών και των οφειλόμενων γι' αυτά αμοιβών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Μάλιστα τα ανωτέρω αναφερόμενα στο από 15.04.2013 έγγραφο της εναγομένης προς τη Δ.Ο.Υ. Ψυχικού ως οφειλόμενα στον ενάγοντα ποσά αμοιβών, ο ίδιος τα αναγνωρίζει καθώς στις προτάσεις του ομολογεί, κατ' άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ., ότι η εκ μέρους της εναγομένης απόδοση στη Δ.Ο.Υ. για λογαριασμό του, των αμοιβών που αναλυτικά παρατίθενται και περιγράφονται στην από 15.04.2013 ως άνω επιστολή προς τη Δ.Ο.Υ. Ψυχικού και στον εκτιθέμενο σε αυτή πίνακα αντιστοιχεί στις οφειλόμενες σε αυτόν αμοιβές. Ειδικότερα, ομολογεί ότι "αναγκάστηκε η εκκαλούσα να το παραδεχτεί και να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά στην Εφορία".
Περαιτέρω αναφέρεται σ' ένα σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο είχε στις αρχές του 2011 καταρτιστεί, στο πλαίσιο προσπάθειας της εναγομένης να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση ως προς τη ζημιά που αυτή είχε υποστεί λόγω περικοπών από το ΙΚΑ και τον ΟΓΑ υποβληθεισών δαπανών που αφορούσαν ασθενείς του ενάγοντος ύψους 153.006,53 ευρώ. Ότι, στο υποβαλλόμενο και ως σχετ. έγγραφο υπ' αρ. 4 του ενάγοντος σχέδιο συμφωνητικού, το οποίο, ωστόσο, ποτέ δεν υπογράφηκε από κανένα μέρος καθώς δεν υπήρξε συμφωνία επί του τελικού του περιεχομένου, και, συνεπώς, ποτέ δεν ανέπτυξε καμία ισχύ, παρατίθενται αναλυτικά όλες οι περικοπείσες από τα άνω ταμεία δαπάνες στις οποίες ο ενάγων προέβη, παρόλο που αυτός, κατά το συμφωνητικό, γνώριζε όχι δεν καλύπτονταν από τα ταμεία, με αποτέλεσμα να τις επιβαρυνθεί η ίδια. Ότι η ζημιά αυτή την οποία ο ενάγων αρνήθηκε να επιβαρυνθεί -έστω, μερικά κατ' απαίτηση της εναγομένης-ισχυρίζεται αυτή ότι ήταν που κατάστησε τη συνεργασία τους οικονομικά ασύμφορη. Ότι σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας σε καρδιοχειρουγικές επεμβάσεις, η ποιότητα των υλικών που εμφυτεύονται επηρεάζει συχνά το αποτέλεσμα (βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα) για τον ασθενή.
Μάλιστα κατά την διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, η εκκαλούσα αποδεχόταν και αναγνώριζε την ποιότητα των χειρουργικών επεμβάσεων που εκτελούσε ο ενάγων και ποτέ δεν είχε διαμαρτυρηθεί η διοίκηση της εκκαλούσας για το είδος ή το κόστος των υλικών που συνιστούσε για τους ασθενείς.
Συνεπώς και το εν λόγω σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού αλλά και το σύνολο του αποδεικτικού υλικού καθιστά απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη την ένσταση της εναγομένης εκ του 281 άρθρου του ΑΚ εφόσον το σχέδιο συμφωνητικού με ημερομηνία 1-1-2011 που παρέδωσε στον ενάγοντα η εκκαλούσα στα τέλη του 2010 προς διαπραγμάτευση των οικονομικών όρων της συνεργασίας των, περιείχε και πρόταση για την ρύθμιση/διακανονισμό του ύψους των αμοιβών του στα τέλη του 2010 με αφορμή την με έγκριση μέρους της δαπάνης της από τα ασφαλιστικά ταμεία.
Ότι με προφορική δήλωση κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την, οποία επαναλαμβάνει και με τις έγγραφες προτάσεις της η εναγομένη υπέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ισχυριζόμενη ότι καίτοι κατέβαλε στον ενάγοντα την συμφωνηθείσα αμοιβή του καθόλο το χρονικό διάστημα των επτά ετών, εκδίδοντας ο ενάγων αποδείξεις περί εξόφλησης αυτής, μόλις τον Αύγουστο του έτους 2011, αφού του είχε γνωστοποιηθεί η περικοπή από τα ασφαλιστικά ταμεία δαπανών, που αφορούσαν ασθενείς του, λόγω χρησιμοποίησης φαρμάκων και υλικών, που δεν καλύπτονταν από τα ασφαλιστικά ταμεία και του είχε ζητηθεί να επιβαρυνθεί ο ίδιος την σχετική δαπάνη, επέλεξε να επικαλεστεί ότι η αμοιβή του υπολειπόταν των συμφωνηθέντων, συμπεριφορά που έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη, δεδομένου ότι η εναγομένη δικαιολογημένα θεωρούσε ότι ο ενάγων έχει εισπράξει κανονικά τα οφειλόμενα ποσά και ότι δεν θα ήγειρε καμία αξίωση εναντίον της.
Όμως η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη πρωτίστως ως μη νόμιμη, διότι δέχθηκε ότι και αληθή υποτιθέμενα τα εν λόγω εκτιθέμενα σ' αυτήν δεν συνιστούν νομίμως περιεχόμενο της ένστασης αυτής, δεδομένου και ότι ο ενάγων σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του ζητεί την αμοιβή του όπως αυτή είχε συμφωνηθεί με βάση την προαναφερόμενη Υπουργική Απόφαση, η δε εναγομένη ουδόλως ισχυρίζεται ότι του έχει καταβάλει τέτοια αμοιβή αλλά εκείνα που δικαιούτο κατά τις συμφωνίες των διαδίκων ως προαναφέρονται.
Ότι σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική και αντίθετη στα συναλλακτικά ήθη η διεκδίκηση του υπολοίπου των αμοιβών του ενάγοντα ο οποίος δεν "ανακάλυψε" ως ισχυρίζεται η εναγομένη για πρώτη φορά ότι η εναγομένη δεν του καταβάλλει το σύνολο της οφειλομένης αμοιβής του μόλις τον Αύγουστο του έτους 2011, αφού, δηλαδή, πρώτα του είχε γνωστοποιηθεί η περικοπή από τα ασφαλιστικά ταμεία δαπανών που αφορούσαν ασθενείς του, λόγω της χρησιμοποίησης από αυτόν φαρμάκων και υλικών μη καλυπτόμενων από τα ταμεία και του είχε ζητηθεί να επιβαρυνθεί το κόστος ο ίδιος. Άλλωστε στοιχείο της άσκησης δικαιώματος από το δικαιούχο - δανειστή, προκειμένου η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος να μην είναι καταχρηστική, αποτελεί, όχι μόνο η έγκαιρη άσκησή του, αλλά, κυρίως η αποφυγή δημιουργίας στον Οφειλέτη της πεποίθησης ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί στο μέλλον γεγονός που δεν αποδείχθηκε όπως και η συνδρομή και άλλων περιστατικών ή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων που να προέρχονται από τη συμπεριφορά του ίδιου (του δανειστή-δικαιούχου της οφειλόμενης παροχής δηλαδή του ενάγοντα) από τα οποία, ενόψει της αδράνειας του τελευταίου, να δημιουργήθηκε ευλόγως η πεποίθηση στην εναγομένη της μη ενασκήσεως του δικαιώματος τούτου.
Συμπερασματικά όσο αφορά τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης δέχθηκε ότι από τον Ιούλιο του 2005, το καθαρό ποσό προσωπικής αμοιβής του ενάγοντα ανερχόταν σε 1573,06 ευρώ (εξαιρουμένων των περιπτώσεων Π. και Π. όπου το ποσό ανήλθε σε 1313,05 ευρώ και 1768,07 ευρώ αντίστοιχα, κατόπιν εντολής του ενάγοντα). Ότι τον Αύγουστο του 2005 αποφασίστηκε από την κλινική, σε συνεργασία με τους επικεφαλείς ιατρούς όλων των ιατρικών ομάδων σε σχετική συνάντηση που είχαν η μείωση των αρχικά συμφωνημένων αμοιβών τους, οπότε με βάση τη νέα συμφωνία κλινικής και ενάγοντος (ορθό-αντί εναγομένου), με τροποποίηση της αρχικής σύμβασης η συνολική καθαρή αμοιβή της ομάδας του συμφωνήθηκε σε ποσό κυμαινόμενο ανά περίπτωση, μεταξύ 1741 ευρώ - 1871 ευρώ.
Και δεδομένου ότι η συνολική αμοιβή περιλάμβανε την αμοιβή και των λοιπών ιατρών της ομάδας του, την οποία ο ίδιος καθόριζε και διαφοροποιούσε, η προσωπική καθαρή αμοιβή του μειώθηκε από 1-8-2005 και εφεξής σε ποσά κυμαινόμενα από 953 ευρώ έως 1.126 ευρώ, κατά περίπτωση. Ότι στην συνάντηση αυτή συμμετείχαν οι καρδιοχειρουργοί-επικεφαλείς καρδιοχειρουργικών ομάδων κ.
Π. Α., Ν. Μ., Κ. Κ. κ.α., γεγονός για το οποίο δεν αντέλεξε ο ενάγων στο Δικαστήριο. Ότι η αιτία μείωσης των αμοιβών των γιατρών οφειλόταν στο υψηλό κόστος της καρδιοχειρουργικής μονάδας, για την ομαλή, εύρυθμη και διαρκή λειτουργία της, για τη διαρκή λειτουργία της οποίας χρησιμοποιείτο όλο το "πακέτο" νοσηλείας, που τα ασφαλιστικά ταμεία κατέβαλαν στην κλινική.
Ότι μεταξύ των ιατρών που δε προέβαλε καμία διαφωνία ή αντίρρηση συναινώντας με τη μείωση ήταν και ο ενάγων. Περαιτέρω επικουρικά της άνω κρίσης του δέχεται ότι η έλλειψη οποιασδήποτε διαφωνίας ή αντίρρησης του ενάγοντα καταγράφηκε διαρκής επί επτά χρόνια (2004-2011) κατά τα οποία συνεργαζόταν αδιατάρακτα με την εναγομένη αποδεχόμενος πλήρως και χωρίς καμία επιφύλαξη τη συμφωνηθείσα μειωμένη αμοιβή, χωρίς ποτέ να προβάλλει επιφύλαξη ή διαμαρτυρία γι' αυτό δεδομένου ότι τα ιατρικά περιστατικά, τα οποία αυτός χειριζόταν ήταν ιδιαίτερα κοστοβόρα, αφού απαιτούσαν πολλές ώρες εντός του χειρουργείου και παραμονή αρκετές ημέρες στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, χωρίς η συμφωνία αυτή να αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας. 'Ετσι έκρινε ότι η αμοιβή του ανερχόταν: 1) Από τον Αύγουστο του 2005 έως τέλος Ιουνίου 2006 (γιατί τότε η αμοιβή αναισθησιολόγου, κατόπιν εντολής του ενάγοντα, ανερχόταν σε 525 ευρώ - πιν.
Α αγωγής) στο ποσό των 1.018,37 ευρώ β) από τον Ιούλιο του 2006 έως αρχές Ιανουαρίου 2010 (γιατί τότε η αμοιβή του αναισθησιολόγου ανερχόταν κατά τ' ανωτέρω σε 600 ευρώ - πιν. Α αγωγής) σε 953,38 ευρώ γ) από τις αρχές Ιανουαρίου 2010 μέχρι την λύση της συνεργασίας της (αμοιβή αναισθησιολόγου, κατά τ' ανωτέρω 400 ευρώ - πιν. Α αγωγής) σε 1.126,72 ευρώ.
Ότι τα αιτούμενα επομένως ποσά του πιν. Α της αγωγής έχουν καταβληθεί στον ενάγοντα σε μετρητά και ουδέν του οφείλεται πλέον αυτών, εκδίδοντας μάλιστα σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις γι' αυτά.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, που είναι σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η προσβαλλόμενη δέχθηκε την ύπαρξη άμεσης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων κατά την σχετική συνάντηση όλων των καρδιοχειρουργών υπό την έννοια των αναφερομένων στην μείζονα σκέψη, για την μείωση της αμοιβής του ενάγοντα, και μάλιστα άπαξ (οι μεταγενέστερες αυξομειώσεις αυτής δέχθηκε ότι οφείλονται στην διαφοροποίηση των αμοιβών των λοιπών γιατρών της ομάδας του, ύστερα από δική του εντολή), κατά τον προαναφερθέντα χρόνο και του απέρριψε τις διαφορές αποδοχών που ζητούσε με την αγωγή, ύψους 336,612,28 ευρώ για 425 επεμβάσεις, χωρίς να απαιτείται η προσφυγή του στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αφού το δικαστήριο δεν διαπίστωσε έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στην ερμηνεία της συμβάσεως των διαδίκων, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στις διατάξεις αυτές (ΑΠ 1110/2017, 2185/2009), ούτε άλλωστε ετέθη θέμα διάγνωσης της αληθινής βούλησής τους, ώστε να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες.
Διέγνωσε δε τ' ανωτέρω με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά και έκρινε τέλος ότι αυτά δεν αντίκεινται στην διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ για τους άνω λόγους. 'Οσον αφορά στην ύπαρξη του σχεδίου ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι έρχεται σε αντίφαση με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, τούτο, πέραν του ότι δεν υπεγράφη από τους διαδίκους, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι μ' αυτό έγινε προσπάθεια να βρεθεί συμβιβαστική λύση ως προς τις ζημιές που η εναγομένη είχε υποστεί λόγω των περικοπών του ΙΚΑ και του ΟΓΑ στις υποβληθείσες από την κλινική, δαπάνες και αφορούσαν ασθενείς του ενάγοντα, ύψους 153.006,53 ευρώ, που δέχθηκε έτσι ότι του οφείλονταν.
Στο ανωτέρω αναφέρθηκε όμως η προσβαλλόμενη προκειμένου ν' απορρίψει την ένσταση της εναγομένης από το άρθρο 281 ΑΚ και δεν αφορά την συμφωνία περί μειώσεως της αμοιβής του ενάγοντα μετά τον Αύγουστο του 2005. 'Αλλωστε το άνω συμφωνητικό αφορά πολύ μεταγενέστερο χρόνο απ' αυτόν κατά τον οποίο έλαβε χώρα η τροποποιητική συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής του, και δη το έτος 2011 και δεν προκαλείται, μ' αυτόν τον τρόπο, αντίφαση στις άνω παραδοχές της, που αφορούν την συμφωνία του ενάγοντα για την μείωση των αποδοχών του, κατά τον άνω χρόνο, ούτε είχε την έννοια της εκ των υστέρων πρότασης αναδρομικού υπολογισμού οφειλομένων αμοιβών του.
Περαιτέρω η διαφοροποίηση των οφειλομένων ποσών αμοιβής του ενάγοντα προκύπτει μετά την αφαίρεση των αμοιβών των συνεργατών του - ιατρών όπως αναφέρθηκε ανωτέρω που δεν ήταν σταθερή, αλλά διαφοροποιείτο κάθε φορά με την ενημέρωση του ενάγοντα.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε για τα κρίσιμα πιο πάνω ζητήματα πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τα 1.5α., β., γ. σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ κατά τα 1.5.δ. και ε. σκέλη του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί αφορά την κρίση του δικαστηρίου ως προς την ουσία της υπόθεσης. 'Αλλωστε μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 8/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι αφορούν στην αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και των δικαιοπραξιών γενικώς, της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που αυτοί χρησιμοποίησαν, και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι ανωτέρω διατάξεις, όταν καίτοι διαπιστώνει, ανελέγκτως έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία των, στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας ή συμπληρώσεως όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.
Οι αυτοί δε ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη ήτοι οι συνήθειες και τρόποι ενέργειας που επικρατούν στις συναλλαγές.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και το συναφή μ' αυτόν έβδομο λόγο από τους αριθ. 1 και 8 του ίδιου άρθρου, ο αναιρεσείων βάλλει κατά των παραδοχών της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, έγινε δεκτό με αυτήν, ότι: "εμμέσως, αλλά σαφώς δέχεται την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την αποδοχή εκ μέρους του, της πρότασης της αναιρεσίβλητης για την μείωση της αμοιβής του ...", αφού εκτίμησε προς τούτο και άλλα στοιχεία έξω από την σύμβαση, όπως οι αποδείξεις πληρωμής της επίδικης αμοιβής, συνάγοντας ομολογία του ότι το καταβαλλόμενο, επί έλαττον, ποσό της αμοιβής του, ήταν και η συμφωνημένη τοιαύτη, λόγω της μη αντιδράσεώς του στην λήψη του.
Ότι εν τούτοις η προσβαλλόμενη δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ενώ δεν έλαβε υπόψη και το συμφέρον του. Ο λόγος αυτός, αλλά και ο συναφής έβδομος από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν με την αγωγή, και της παραβίασης του άρθρου 200 ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης που αναλυτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω, ειδικότερα δε επί του κρισίμου ζητήματος, ήτοι της αποδοχής εκ μέρους του ενάγοντος της πρότασης της εναγομένης για την μείωση της αμοιβής του πρώτου, ανά εγχείριση, λόγω του υψηλού κόστους αυτών, από τον Αύγουστο 2005 και εξής αυτή (προσβαλλόμενη) δέχθηκε ότι αποδείχθηκε συμφωνία του ενάγοντα στην πρόταση της εναγομένης να μειωθούν οι αποδοχές του από 1/8/2005.
Το αποδεικτικό αυτό πόρισμα δέχθηκε ότι προέκυψε, ενισχυτικά της κρίσης του αυτής, και από τη μη αντίδρασή του, στην σχετική πρόταση της εναγομένης κατά την συνάντησή τους για το θέμα αυτό, όπως έκαναν και οι υπόλοιπο καρδιοχειρουργοί της κλινικής. Σύμφωνα με την άνω παραδοχή ουδεμία, έστω εμμέσως, διατυπώθηκε αμφιβολία ως προς την γενόμενη τροποποίηση της συμβάσεως του ενάγοντα, ώστε να χρειαστεί να γίνει προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ολΑΠ 8/2018, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 2185/2009).
Ούτε, άλλωστε, ετέθη θέμα διάγνωσης της αληθινής βουλήσεως των μερών, ώστε να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες τους οποίους, έτσι δεν παραβίασε. Η προσβαλλόμενη βέβαια έκανε επίκληση και άλλων αποδεικτικών μέσων, εκτός της συμβάσεως, από τα οποία δέχθηκε ότι προέκυπτε αποδοχή της μειώσεως των αμοιβών του ενάγοντα, αλλά τούτο έγινε αφ' ενός πλεοναστικά, αφ'ετέρου για να αιτιολογήσει την κρίση της ότι η συμφωνημένη μεταξύ των διαδίκων αμοιβή ανερχόταν στα ποσά που αναφέρονται στις έγγραφες αποδείξεις και έτσι εξοφλήθηκε πλήρως σύμφωνα μ' αυτές και όχι για την διαπίστωση της αληθινής έννοιας της τροποποιητικής συμβάσεως τους ως προς το γεγονός της μείωσης της αμοιβής του (ενάγοντα).
Ούτε τέλος παραβίασε ειδικότερα την διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ και έλαβε υπόψη πράγματα που περιέχονται στην αγωγή και προτάθηκαν μ' αυτήν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ λόγο αναιρέσεως. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ. β' ΚΠολΔ που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και, παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε. Επί συναγωγής δε ομολογίας από τη μη ειδική αμφισβήτηση των αγωγικών ισχυρισμών ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας τις προτάσεις (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ελέγχει μόνο αν πράγματι αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός, δεν μπορεί όμως να ελέγξει την κρίση του δικαστηρίου ως προς το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνάγεται ή όχι ομολογία από την παράλειψη αμφισβήτησης διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 376/2019, ΑΠ 1236/2018, ΑΠ 176/2018, ΑΠ 728/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο, από τους αριθμ. 11β και 11γ, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο γιατί 1) δέχθηκε (3.2 και 3.2.2 στοιχ. αναίρεσης) τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι τον 8ο του 2005 συμφωνήθηκε η μείωση της αμοιβής του, σε σχέση μ' εκείνην που είχε συμφωνηθεί κατά την έναρξη της συνεργασίας τους, τον Δεκέμβριο του 2004, από: "την ομολογία-αναγνώριση στην οποία ο ίδιος προβαίνει επί του εντύπου των εκδοθέντων από αυτόν παραστατικών εγγράφων ήτοι των υπ' αριθμ.
αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, εκδόσεως του ενάγοντος στο σύνολο των οποίων αναγράφεται από τον ίδιο τον ενάγοντα, αφενός μεν το οφειλόμενο κάθε φορά ποσό, αφετέρου δε ως αιτιολογία έκδοσης του παραστατικού εγγράφου, η ένδειξη "εξόφληση καρδιοχειρουργικών αμοιβών". Ενώ το γεγονός αυτό κατά τον αναιρεσείοντα, δεν υποδηλώνει και ότι το καταβαλλόμενο ποσό αποτελεί τη συμφωνημένη μειωμένη αμοιβή του, αλλά το ποσό στο οποίο προσδιοριζόταν και καταβαλλόταν κάθε φορά, (υπολειπόμενο όμως της συμφωνημένης αμοιβής του, συναχθείσης έτσι εξ αυτού ανύπαρκτης ομολογίας του. 2) Καθώς και ότι (3.3.1.
στοιχ. αναίρεσης) δέχθηκε πως "το αντίθετο δεν προέκυψε ούτε μετά της διευκρινίσεις του κ. Φ., ο οποίος επί λέξει, ανάμεσα σε άλλα, κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου "... Καλέσαμε όλους τους καρδιοχειρουργούς ... Ήταν αρκετοί από αυτούς παρόντες. Τους ζητήσαμε να μειωθεί η αμοιβή τους από το ποσό των 2.641 που έδιναν τα ταμεία.
Δεν αντέδρασαν και αυτό φάνηκε εκ του αποτελέσματος". Μάλιστα στην εν λόγω συνάντηση συμμετείχαν οι καρδιοχειρουργοί - επικεφαλείς καρδιοχειρουργικών ομάδων κ.κ. Π. Α. ... Ν. Μ. ... , γεγονός το οποίο ισχυρίζεται η εναγομένη χωρίς να αναιρείται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε αμφισβητείται από τον ενάγοντα".
Ενώ ο ίδιος, ενώπιον του εφετείου, με την προσθήκη-αντίκρουση στις προτάσεις του αναφέρει ότι "... δεν δέχθηκα την πρόταση περί μείωσης των αμοιβών μου κατά την συνάντηση αυτή ...".
Εξ όλων των ανωτέρω, ότι το Δικαστήριο, παρά το ότι αυτός αμφισβήτησε με τις προτάσεις του την ύπαρξη συμφωνίας μείωσης της αρχικά συμφωνηθείσης αμοιβής του, συνήγαγε από το περιεχόμενο αυτών αλλά και από τις αποδείξεις έμμεση δικαστική ομολογία του και εδέχθη ως αποδεδειγμένο τον άνω ισχυρισμό της εναγομένης λαμβάνοντας έτσι υπόψη παρά τον νόμο απόδειξη που δεν προσκομίστηκε.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι την άνω κρίση της (συμφωνία μείωσης των αποδοχών του ενάγοντα) αυτή στήριξε κυρίως στα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δη στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, στις υπ' αριθμ. 540/2013 και 5402/2013 ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων, στα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, επικουρικά δε στηρίχθηκε, για το γεγονός αυτό, ήτοι στην ομολογία του ενάγοντα που 1)αναφέρεται στις ανωτέρω εξοφλητικές αποδείξεις και 2) προκύπτει από την μη ειδική αμφισβήτηση αυτή στις προτάσεις του.
Στην άνω δεύτερη περίπτωση, μάλιστα, η προσβαλλόμενη δέχεται ως μη ειδικά αμφισβητηθέν γεγονός εκ μέρους του ενάγοντα και με τις προτάσεις του, αυτό της παρουσίας του κατά την συνάντηση των καρδιοχειρουργών και των υπευθύνων της κλινικής, κατά την οποία έγινε εκ μέρους των πρώτων αποδοχή της μείωσης των αποδοχών τους από 1/8/2005 και μετά, όχι δε αφορά σ' αυτό το γεγονός της μείωσης αυτών.
Στηρίζεται έτσι ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του αυτό, σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Σε κάθε περίπτωση τ' αναφερόμενα στον τρίτο λόγο αναίρεσης, στις με τα στοιχεία 3.2, 3.2.2 και 3.3. αιτιάσεις, κατά των παραδοχών της προσβαλλόμενης, συνιστούν επιχειρήματα του δικαστηρίου σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν θεμελιώνουν λόγο αναίρεσης (ΑΠ 545/1993 Ελ.Δ/νη 1994.155).
Επομένως ο τρίτος λόγος, κατά τα άνω μέρη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με το με στοιχεία 3.3.2 μέρος του τρίτου λόγου αναίρεση ο αναιρεσείων αιτιάται ομοίως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της ομολογία του, στην οποία όμως αυτός δεν προέβη (αριθ. 11β άρθρ. 559 ΚΠολΔ). Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι: 1) η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι τα αναφερόμενα στο από 15-4-2013 έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς την Δ.Ο.Υ.
Ψυχικού ως οφειλόμενα στον ενάγοντα ποσά αμοιβών, τα αναγνωρίζει και ο ίδιος ο ενάγων, καθώς στις προτάσεις του ομολογεί ότι η απόδοση των εν λόγω ποσών αντιστοιχεί στις οφειλόμενες σε αυτόν αμοιβές 2)Αυτός όμως, με τις από 13-12-2016 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, δεν αναγνωρίζει τις οφειλόμενες, σε αυτόν αμοιβές, τις αναγραφόμενες στο από 15-4-2013 έγγραφο της εναγομένης προς τη Δ.Ο.Υ.
Ψυχικού, αλλά εκείνες που αναγράφονται στην από 29-11-2012 επιστολή της προς την Δ.Ο.Υ. Ψυχικού και αφορούν τις έξι χειρουργικές επεμβάσεις που αναφέρονται σ' αυτήν, για τις οποίες δεν ζητά αμοιβή με την αγωγή.
Από την επισκόπηση όμως των παραδοχών της προσβαλλόμενης σχετικά με το ζήτημα αυτό, προκύπτει ότι αυτή, για την άνω κρίση της, στηρίχθηκε στα έγγραφα που αναφέρει και δη 1) στην υπ' αριθμ. …/12 επιστολή της Δ.Ο.Υ., 2) την 29/11/2012 επιστολή της εναγομένης προς την Δ.Ο.Υ., 3) στο σχετικό κατασχετήριο, 4) στο από 18/4/2013 διπλότυπο της Δ.Ο.Υ.
Ψυχικού, 5) την από 15/4/2013 συνοδευτική προς την Δ.Ο.Υ. επιστολή της εναγομένης που παρελήφθη με αριθ. πρωτ. …/…-4-2013 και μάλιστα συνδυαστικά. 'Εκρινε δε εξ αυτών ότι η εναγομένη κατέβαλε στο Δημόσιο ως όφειλε, στο σύνολό τους, τις οφειλόμενες προς τον ενάγοντα αμοιβές και για τις 21 επεμβάσεις του, που περιλαμβάνονται στον πιν.
Β2 της αγωγής καθώς και για την υπ' αριθμ. 72 επέμβαση του πίνακα Β1 της αγωγής, συνολικά δε 22.881,10 ευρώ. Παραθέτει δε περαιτέρω το ύψος των αμοιβών του ενάγοντα ανά επέμβαση αντίστοιχα, όπως αυτές είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους. Επικουρικά η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι υπήρξε ομολογία για το άνω γεγονός στις έγγραφες προτάσεις του.
Πέραν όμως αυτών ο ενάγων, για την θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν αναφέρει το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης, σχετικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα της εξόφλησης ή μη των αποδοχών του Β2 πίνακα της αγωγής του και την υπ' αριθ. 72 επέμβαση του Β1 πίνακα, αλλά μόνο αποσπασματικά κάνει αναφορά σ'αυτές. Επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά το τελευταίο αυτό μέρος του.
Περαιτέρω ενόψει των άνω γενόμενων δεκτών η προσβαλλόμενη δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 200 ΑΛ ούτε παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα η προσβαλλόμενη κρίνοντας με βάση τις συνθήκες κατάρτισης της τροποποιητικής σύμβασης μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης, λαμβάνοντας υπόψη το βιογραφικό του, όπως παρατίθεται στην αγωγή και που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι δεν αντίκειται στο άρθρο 200 ΑΚ η συμφωνία μείωσης των αποδοχών του ενάγοντα. Επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο έβδομος λόγος αναίρεσης καθ' όλα του τα σκέλη.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν δεν έχει ουσιώδη επίδραση στο αποδεικτικό πόρισμα ή όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος (ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 580/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το με στοιχεία 4.2 μέρος του αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Συγκεκριμένα ότι: προκειμένου να δεχθεί ότι είχε συμφωνηθεί, μεταγενέστερα της αρχικής συμφωνίας, η μείωση της αμοιβής του, εκτίμησε τη φράση, που αναφέρεται στις προσκομισθείσες εξοφλητικές αποδείξεις και ιδιαίτερα στην υπ' αριθμ.
…/…-10-2005, (όπου κατ' αυτόν φαίνεται ότι η από 1816 ευρώ, αμοιβή του ανά εγχείριση υπολειπόταν της καταβληθείσης των 1.573,06 ευρώ, που του οφειλόταν, με βάση την αρχική τους συμφωνία), ήτοι "εξόφληση καρδιοχειρουργικών αμοιβών", ότι αναφέρεται στο ποσό που κάθε φορά προσδιοριζόταν και καταβαλλόταν σ' αυτόν από την αναιρεσίβλητη, με βάση τον συνημμένο στην απόδειξη κατάλογο επεμβάσεων, προς πλήρη εξόφληση του, ενώ κατ' αυτόν υπολειπόταν της συμφωνημένης αμοιβής του, δεχόμενη περαιτέρω ομολογία του για το άνω γεγονός, προσάπτοντας στο Εφετείο παραμόρφωση αυτών και συγκεκριμένα μη ορθή ανάγνωση του συνόλου τους, καθώς ότι παρέλειψε κρίσιμες περικοπές, εξαιτίας των οποίων δεν συνήγαγε το ορθό κατ' αυτόν τεκμήριο και δη το πράγματι οφειλόμενο από την αναιρεσίβλητη ποσό, "έναντι" των αμοιβών του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η προσβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση αφορά όχι σε λανθασμένη ανάγνωση των επίμαχων αποδείξεων, που δεν συμβαίνει άλλωστε εν προκειμένω, αλλά σε (μη ελεγχόμενη αναιρετικά) διαφορετική από τη θεωρούμενη, ως ορθή, από τον αναιρεσείοντα εκτίμησή τους από το δικαστήριο της ουσίας. 'Αλλωστε το Εφετείο δεν θεμελίωσε, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, το αποδεικτικό του πόρισμα, περί ύπαρξης συμφωνίας μείωσης της αμοιβής του αναιρεσείοντα, κατά κύριο λόγο στις εξοφλητικές αποδείξεις εξόφλησης που επικαλείται αυτός, αλλά τις συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, στις οποίες κυρίως στήριξε την κρίση του όπως είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Περαιτέρω δεν προέκυψε, από την ανάγνωση των άνω εγγράφων αποδείξεων και την επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλόμενη ότι παρέλειψε αυτή κρίσιμες αναφορές αυτών, και κατά τούτο είναι αβάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος.
Με το με αριθ. 4.3 μέρος του τέταρτου λόγου, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 29-11-2012 εγγράφου της εταιρίας προς την Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, σωρρευτικά με την πλημμέλεια από τον αριθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας της αναιρεσίβλητης, που προκύπτει απ' αυτό.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη έλαβε μεν υπόψη την από 29-1-2012 άνω επιστολή αλλά παρέλειψε να εξετάσει την κρίσιμη περικοπή του εγγράφου που αφορά τον τρόπο καταβολής των αμοιβών του, η οποία κατ' αυτόν συνιστά την εξώδικη άνω ομολογία. Ότι, ειδικότερα, στις δύο πρώτες στήλες του πίνακα αναγράφεται το ονοματεπώνυμο των χειρουργηθέντων απ' αυτόν ασθενών στην τρίτη το ποσό της αμοιβής που προβλέπει η ΚΥΑ 6242/2001 (ΦΕΚ) στην τέταρτη το Ασφαλιστικό Ταμείο, στην Πέμπτη παρατίθεται το ποσοστό της δαπάνης που είχε εισπράξει η Κλινική από το Ασφαλιστικό Ταμείο (85%, 90% και 100%), ενώ στην έκτη στήλη παρατίθεται το μέρος της αμοιβής που του όφειλαν και το οποίο θα κατέβαλαν στην Δ.Ο.Υ.
Ψυχικού λόγω της επιβληθείσας κατάσχεσης. Ότι εξ αυτού προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη του κατέβαλε μ' αυτές ποσοστό της αμοιβής και όχι ολόκληρη. Ότι το γεγονός αυτό που είναι κρίσιμο δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη, το οποίο συνιστά και εξώδικη ομολογία της σχετικά με τον όρο της συμφωνίας τους να πληρώνεται αυτός, κατά ένα ποσοστό όταν θα κατέβαλλαν τα ασφαλιστικά ταμεία την αποζημίωση στην κλινική, το δε υπόλοιπο της αμοιβής του να εξοφλείται, όταν αυτή θα εισέπραττε το υπόλοιπο της σχετικής αποζημιώσεως.
Και ο λόγος αυτός, υπό το άνω περιεχόμενό του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ως προς τα δύο μέρη του ήτοι της παραμόρφωσης εγγράφου και μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας της αναιρεσίβλητης (κατά τον αναιρεσείοντα), αφού πλήττει μ' αυτόν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση, επί της ουσίας, του Εφετείου, σχετικά με τον χρόνο απόδοσης της αμοιβής του αναιρεσείοντα, πλήρους ή μη, από την εταιρεία (βλ.
σχετ. ΑΠ 545/1993 Ελ.Δ/νη 1994.1558), ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα. 'Αλλωστε αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται αφού από την ως άνω επιστολή δεν εξάγεται το ύψος της αμοιβής του που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ούτε για το κρίσιμο ζήτημα να πληρώνεται ο ενάγων κατά ένα ποσοστό, όταν θα πλήρωναν την αναιρεσίβλητη τα ασφαλιστικά ταμεία, το δε υπόλοιπο θα εξοφλείτο, όταν η τελευταία θα εισέπραττε το υπόλοιπο της αποζημιώσεως.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, με τα στοιχεία 5.1.4, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους υπ' αριθμ. 416, 417, 418, 422 και 423 ΑΚ, κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, ενώ πρώτα δέχθηκε ότι στις 30-11-2012 η αναιρεσίβλητη-εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 14.261,40 ευρώ στη Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, σε εξόφληση των έξι επεμβάσεων που αναφέρονται στην από 29-11-2012 επιστολή της και συνεπώς ότι δέχθηκε εμμέσως ότι είχε αποσβεστεί η αξίωσή του για τις άνω επεμβάσεις, στη συνέχεια δέχθηκε ότι η εταιρία έκανε στις 18-4-2013 νέα πληρωμή ποσού 8.619,70 ευρώ και ότι προέβη σε εκκαθάριση με την από 15-4-2013 επιστολή προς την Δ.Ο.Υ., όπου αναγράφεται ότι με τις ανωτέρω δύο καταβολές εξοφλούνται τα 21 περιστατικά που περιλαμβάνονται στον πίνακα Β2 της αγωγής. Όμως ότι το ποσό των 14.264,40 ΕΥΡΩ είχε ήδη καταλογισθεί σε ξόφληση άλλως απαίτησής του, ήτοι των έξι επεμβάσεων που η προσβαλλόμενη είχε προσδιορίσει με την από 29-11-2012 επιστολή της, χωρίς την διατύπωση επιφύλαξης, που αποσβέστηκε, χωρίς να επιτρέπεται ο οφειλέτης να προβεί σε μεταγενέστερο μονομερή καταλογισμό της ίδιας καταβολής σε άλλη απαίτηση. Ο άνω λόγος, υπό την επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του (στοιχ. 5.2.3.1), σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης (αριθ. 8 αρθρ. 559 ΚΠολΔ) και ταυτόχρονα διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο (αριθ. 14 αρθρ. 559 ΚΠολΔ), που επιτρεπτά συμπορεύονται (βλ. ΑΠ 376/2018), κατά την περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη που προτάθηκαν απαραδέκτως. Ειδικότερα γιατί η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη με την άνω από 29-11-2012 επιστολή της προς την Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, στην οποία αναγράφεται ως αμοιβή καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων του, και στη στήλη υπό την ένδειξη "ποσό ΦΕΚ", το ποσό των 2.641,00 ευρώ προκύπτει ότι το ποσόν των 14.261,40 ευρώ αναφέρεται στις αμοιβές του για τις έξι καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, την αμοιβή των οποίων δεν αξιώνει με την αγωγή του.
Κατά το τρίτο σκέλος του ο άνω λόγος (υπό στοιχ. 5.2.3.2) περιέχει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη έκανε δεκτό τον ισχυρισμό περί εξόφλησης που είχε αρχικώς προβάλει απαραδέκτως η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (σελ. 20-23). Ότι η ένσταση αυτή δεν είχε προβληθεί νομίμως στην πρωτοβάθμια δίκη, αφού δεν είχε προταθεί προφορικά στο ακροατήριο όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 267/2014 πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι το απαράδεκτο της εν λόγω ένστασης κήρυξε η απόφαση 267/2014 του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ η αναιρεσίβλητη επανέφερε την ένσταση αυτή με τον Ε' λόγο της έφεσής της, χωρίς να επικαλείται κάποιον λόγο απ' αυτούς που καθιστούν παραδεκτή την προβολή της, για πρώτη φορά, στην κατ' έφεση δίκη και δεν απορρίφθηκε όπως θα έπρεπε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Είχε δε η ένταση αυτή ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αφορούσε την εξόφληση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των αξιώσεών του που περιλαμβάνονται στον πίνακα Β2 της αγωγής του (αριθμ. 8 και 14 αρθρ. 559 ΚΠολΔ).
Και ο λόγος αυτός κατά το άνω σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα υπ' αριθμ. 267/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπως επισκοπείται παραδεκτά, δέχθηκε, σε σχέση με τις δύο καταβολές που έκανε η εταιρεία προς την Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, ότι, η μεν πρώτη χρονικά δεύτερη καταβολή (18-4-2015) των 8.619,70 ευρώ, πρέπει ν' αφαιρεθεί από το αιτούμενο από τον ενάγοντα ποσό των 37.261 ευρώ ( Β2 πίνακας της αγωγής), ενώ η πρώτη χρονικά καταβολή (30-11-2012) των 14.261,40 ευρώ ότι δεν αφαιρείται από το άνω συνολικό ποσό. 'Εκρινε επομένως εν μέρει βάσιμο τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν οφείλει τις 8.619,70 ευρώ, και απέρριψε ως ουσία αβάσιμο αυτόν ως προς το ποσό των 14.261,40 ευρώ, ενώ απέρριψε την επικουρικά "τυχόν" προβληθείσα εκ μέρους της ένσταση συμψηφισμού, ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω από την επισκόπηση των από 7-1-2014 πρωτοδίκων προτάσεων της αναιρεσίβλητης με τον τίτλο "ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ Β2 ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ 21 ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ", αυτή δεν πρόβαλε ένσταση συμψηφισμού. Αντίθετα μ' αυτές ισχυρίζεται ότι στον πίνακα Β2 της αγωγής "ο ενάγων παραθέτει 21 περιπτώσεις διενέργειας καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων για τις οποίες αναληθώς και κακόπιστα υποστηρίζει ότι δεν του έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αμοιβή, παρόλο που γνωρίζει καλά ότι οι οφειλόμενες σε αυτόν αμοιβές έχουν στο σύνολό τους αποδοθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Ψυχικού, λόγω αναγκαστικής κατάσχεσης οφειλομένων αμοιβών εις χείρας της εταιρίας μας ως τρίτης".
Στην συνέχεια διευκρινίζει ότι το καταβληθέν ποσόν 14.261,40 ευρώ έγινε "με σκοπό στην εκκαθάριση που θα ακολουθούσε με τις επόμενες καταβολές της εταιρίας μας προς τη Δ.Ο.Υ., να ληφθούν υπόψη οι πραγματικά οφειλόμενες προς τον ενάγοντα συμφωνηθείσες αμοιβές του, με σχετικό συμψηφισμό, όπως και πράγματι συνέβη, με την πλήρη αποδοχή και συμφωνία της Δ.Ο.Υ. ...".
Αναφέρει περαιτέρω ότι κατέβαλε ποσό 8619,70 ευρώ "που αντιστοιχεί στο ορθά υπολογισμένο (κατόπιν εκκαθάρισης και συμψηφισμού με το ήδη καταβληθέν από 3-11-2012 ποσό) οφειλόμενο προς τον ενάγοντα ποσό από αμοιβές, με βάση τη συμφωνηθείσα μεταξύ μας αμοιβή, όπως ίσχυε και αναλυτικά παρουσιάζεται στο σχετικό διαβιβαστικό έγγραφο, ήτοι η εταιρία μας έχει συνολικά καταβάλει στη Δ.Ο.Υ.
ποσό 22.881,10 ευρώ, που αναλογεί στις οφειλόμενες προς τον ενάγοντα από την εταιρία μας αμοιβές για όλες τις επεμβάσεις που αναλυτικά παρατίθενται στη συνοδευτική προς τη Δ.Ο.Υ. από 15/4/2013 επιστολή μας ...", εννοείται βέβαια για τις 21 επεμβάσεις του Β2 πίνακα της αγωγής καθώς και για την υπ' αριθ. 72 επέμβαση του πίνακα Β1 της αγωγής.
Με το αυτό περιεχόμενο είναι και ο Ε' λόγος έφεσής της. Ο ίδιος ο ενάγων στην προσθήκη αντίκρουσή του από 16/12/2016 κατά την α' συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αναφέρει "Η εκκαλούσα θα μπορούσε να προβάλει ένσταση συμψηφισμού με αξίωσή της για δήθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό ... ωστόσο ανεξαρτήτως της αναλήθειας μιάς τέτοιας ένστασης, δεν την πρόβαλε ούτε πρωτοδίκως ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου σας ...".
Με βάση τις άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη δεν δέχθηκε όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον άνω λόγο αναίρεσης και δη ότι δέχθηκε ένσταση εξόφλησης που είχε προβληθεί απαράδεκτα από την αναιρεσίβλητη.
Η προσβαλλόμενη περαιτέρω όπως προκύπτει από την επισκόπησή της δεν δέχθηκε όσα ανωτέρω εκτιμά ο αναιρεσείων. Επομένως ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Σε κάθε περίπτωση οι καταχρηστικές ενστάσεις, όπως η επικαλούμενη, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εφόσον είχαν προταθεί νομίμως τα γεγονότα που τις στηρίζουν (ΑΠ 764/2015). Επομένως δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός (από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εν προκειμένω και πρέπει ν' απορριφθεί.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη πράγμα μη προταθέν από κανένα διάδικο και ειδικά τον ισχυρισμό περί σιωπηρής εκ μέρους του αποδοχής της πρότασης της εναγομένης αναιρεσίβλητης για τη μείωση της αμοιβής του από τον Αύγουστο του 2005 και εξής: Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των άνω παραδοχών της δέχθηκε ως αποδειχθέντα τον ισχυρισμό της εναγομένης που πρόβαλε με τις προτάσεις της στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης, ότι υπήρξε κοινή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την μείωση των αποδοχών όλων των καρδιοχειρουργών της κλινικής της και του ενάγοντα ειδικότερα από 1/8/2005 και εφεξής, στηριζόμενη στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων, επικουρικά δε δέχθηκε ότι αυτός δεν αντέδρασε στη λήψη τους, επί πολλά χρόνια μετά την άνω συμφωνία, και τούτο προς ενίσχυση της κρίσης της, επικουρικά.
Κατά τα λοιπά ισχύουν και για το λόγο αυτό ότι αναφέρθηκε προηγουμένως για τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Εξ άλλου με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων διευκρινίζει ότι: α) τον 2ο λόγο της αναίρεσης που προβάλλει επικουρικά σε σχέση με τον 1ο λόγο β) τους λόγους με στοιχεία 3.2.1 και 3.3.1 προβάλλει επικουρικά σε σχέση με τους 1ο και 2ο λόγους. Γ) τον 6ο λόγο αναίρεσης προβάλλει επικουρικά σε σχέση με τους 1ο και 2ο λόγους υπό στοιχ. 3.2.1 και 3.3.1, διευκρινίζοντας περαιτέρω αυτούς, δ) Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, συμπληρώνει τον 7ο λόγο αναίρεσης, διευκρινίζοντας περαιτέρω αυτόν και δηλώνει ότι τον ασκεί επικουρικά σε σχέση με τον 1ο και 2ο λόγους αναίρεσης, υπό στοιχ. 3.2.1. Και τέλος ε) με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο δηλώνει ότι παραιτείται από τον 8ο λόγο αναίρεσης.
Ενόψει αυτών αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς διερεύνηση, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και η αναίρεση αυτή, μετά των προσθέτων λόγων της. Η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (αρ. 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 18-1-2019 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΤΖΕΝΕΡΑΛ ΧΟΣΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΦΟΡΕΩΝ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ" καθώς και την από 10-1-2019 αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους της, από 10-1-2019 του Π. Α., κατά της υπ' αριθμ. 2819/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 18-1-2019 αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 10-1-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 3-12-2019 πρόσθετους λόγους της.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ