1073/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 και 118 παρ.3 ΚΠολΔ. όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015. συνάγεται ότι τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων, και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο, έτσι ώστε, λόγω της μοναδικότητάς του για κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, αυτό να προσδιορίζεται με ασφάλεια. Η παράλειψη του στοιχείου αυτού δεν συνεπάγεται από μόνο το λόγο αυτό ακυρότητα του δικογράφου, γιατί η τήρηση της υποχρέωσης αυτής δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε για την παράβαση αυτής χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση.
Legislator headnote
AI generated1073/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1073 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1073/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη, Γεώργιο Δημάκη και Μαριάνθη Παγουτέλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κουφογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΚΙΛΚΙΣ Α.Ε." ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κοινόν Ταμείον Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) νομού Κιλκίς, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Μωυσίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 626/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1770/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 και 118 παρ.3 ΚΠολΔ. όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015. συνάγεται ότι τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων, και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο, έτσι ώστε, λόγω της μοναδικότητάς του για κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο, αυτό να προσδιορίζεται με ασφάλεια. Η παράλειψη του στοιχείου αυτού δεν συνεπάγεται από μόνο το λόγο αυτό ακυρότητα του δικογράφου, γιατί η τήρηση της υποχρέωσης αυτής δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε για την παράβαση αυτής χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση.
Συνεπώς, η δυνατότητα προβολής βασίμως της ενδεχόμενης ακυρότητας του δικογράφου για παράβαση διάταξης, που ρυθμίζει τη διαδικασία, και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης προϋποθέτει τη συνδρομή βλάβης στο διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΚΠολΔ159 παρ.3,160 αρ.1).Ως βλάβη εν προκειμένω θεωρείται η δικονομική, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ.
άρθρο 110 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.) και η οποία (δικονομική βλάβη) πρέπει να συνδέεται αιτωδώς με την επικαλούμενη διαδικαστική παράβαση. (Ολ.ΑΠ 12/2000, ΑΠ 1507/2018). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη εταιρεία με τις κατατεθείσες στις 12-9-2019 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της, ήτοι πριν από είκοσι ημέρες από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στις 15-10-2019, προβάλλει παραδεκτά (ΚΠολΔ570 αρ.1) ισχυρισμό ακυρότητας του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης λόγω μη αναγραφής στο δικόγραφο της του αριθμού φορολογικού μητρώου της αναιρεσείουσας, επικαλούμενη ως βλάβη την αδυναμία της, λόγω της παράβασης αυτής, να αντλήσει στοιχεία από διάφορες αρχές (...) για την αναιρεσείουσα.
Όμως, η συνεπεία της ανωτέρω παράβασης του δικογράφου επικαλούμενη αδυναμία άντλησης στοιχείων για την αναιρεσείουσα, συνδεόμενη προδήλως με την προβολή ουσιαστικών ισχυρισμών ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, δεν ασκεί επίδραση στο δικαίωμα υπεράσπισης της αναιρεσίβλητης στην παρούσα αναιρετική δίκη, στην οποία εξετάζονται μόνο οι νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας και δεν κρίνεται η υπόθεση, και ως εκ τούτου, η επικαλούμενη βλάβη δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πράγματι αταξία του δικογράφου αυτής ως προς την έλλειψη του ΑΦΜ της αναιρεσείουσας.
Εξάλλου, από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει η ταυτότητα της αναιρεσείουσας, την οποία δεν αμφισβητεί η αναιρεσίβλητη. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο κατ' άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ. όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/20-3-2013, "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού". Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 440/2016, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 359/2015).
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού. Απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή μιας κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού Δικαίου, αν το Δικαστήριο της ουσίας με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικό περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.
ΑΠ 1/2020, 4/2018). 3.Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Νομού Κιλκίς ΑΕ", με την οποία ζητούσε την επιδίκαση μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 31-12-2013 λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Ότι η ενάγουσα, εδώ αναιρεσείουσα, προσλήφθηκε από την εναγομένη, εδώ αναιρεσίβλητη, την 1/12/2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως εκδότρια εισιτηρίων στο σταθμό υπεραστικών λεωφορείων στην Αθήνα ,επί της λεωφόρου ..., όπου η εναγομένη διατηρούσε εκδοτήριο και αποθήκη, αντί του μηνιαίου μισθού που προβλέπονταν από τις οικείες Σ.Σ.Ε..
Ότι η από 16/11/2002 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία που προέβλεπε ο κανονισμός λειτουργίας της εναγομένης και υποχρεώθηκε αυτή (εναγομένη) να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16/11/2002 έως 16/09/2003,ότι η ακυρότητα της καταγγελίας αναγνωρίστηκε με την 5/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη με την 3816/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη μετά την απόρριψη αίτησης αναίρεσης κατ'αυτής με την 394/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ότι με το από 1/2/2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εναγομένης, του ΚΤΕΛ Ν. Σερρών, του ΚΤΕΛ Ν. Χαλκιδικής, του ΚΤΕΛ Ν. Ξάνθης, του ΚΤΕΛ Ν. Δράμας και του ΚΤΕΛ Ν. Καβάλας, συμφωνήθηκε μεταξύ των προαναφερομένων νομικών προσώπων η σύσταση κοινοπραξίας με την επωνυμία "…" και σκοπό την από κοινού εκμετάλλευση της γραμμής Αθηνών - Θεσσαλονίκης βάσει των διατάξεων του Ν. 2963/2001 με την εκτέλεση δρομολογίων με λεωφορεία των ΚΤΕΛ για τη μεταφορά επιβατών και δεμάτων από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα και αντιστρόφως.
Ότι η λειτουργία της ως άνω κοινοπραξίας ατόνησε με την πάροδο των ετών ώσπου, μετά από διαδοχικές αποχωρήσεις των περισσότερων συμβληθέντων ΚΤΕΛ, λύθηκε και τυπικώς την 1/2/2007 με νεότερο συμφωνητικό μεταξύ των εταιρειών (μετά τη μετατροπή των ΚΤΕΛ σε Α.Ε.) που είχαν απομείνει ως μέλη της κοινοπραξίας, δηλαδή μεταξύ της εναγομένης και της "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν.
Καβάλας Α.Ε". Ότι πριν τη λύση της ως άνω Κοινοπραξίας, κατά το έτος 2005, καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και της "ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ανώνυμη μεταφορική, τουριστική και εμπορική εταιρεία" ιδιωτικό συμφωνητικό με αντικείμενο τη συνεκμετάλλευση της οδικής συγκοινωνιακής γραμμής Κιλκίς - Αττικής, δηλαδή της δημόσιας οδικής μεταφοράς επιβατών και ασυνόδευτων αποσκευών και δεμάτων, με κόμιστρο.
Ότι με τη συμφωνία αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ των προαναφερομένων εταιρειών ότι η εναγομένη δεν θα δρομολογεί καθόλου λεωφορεία, ούτε οποιοδήποτε άλλο μεταφορικό μέσο στη γραμμή Θεσσαλονίκη-Αττική και στη γραμμή Κιλκίς-Αττική, καθώς και ότι η "ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης ΑΕ" θα εξυπηρετεί και την επιβατική κίνηση και την διακίνηση αποσκευών και δεμάτων που θα μεταφέρονται μεταξύ Κιλκίς και Αττικής.
Ότι με βάση τη συμφωνία αυτή η εναγομένη θα μετέφερε το επιβατικό κοινό και τις ασυνόδευτες αποσκευές και δέματα, που θα διακινούνταν από τον Ν. Κιλκίς στο Ν. Αττικής, μόνο μέχρι τη Θεσσαλονίκη, και από εκεί θα μετεπιβιβάζονταν στα δρομολόγια της "ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης Α.Ε." και αντιστοίχως η "ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης Α.Ε." θα μετέφερε το επιβατικό κοινό, και τις ασυνόδευτες αποσκευές και δέματα, που διακινούνταν από το Ν.
Αττικής στο Ν. Κιλκίς, μέχρι τη Θεσσαλονίκη και από εκεί θα μετεπιβιβάζονταν στα δρομολόγια της εναγομένης. Ότι, με βάση τα παραπάνω, μετά την παραχώρηση από την εναγομένη του δικαιώματος εκμετάλλευσης της οδικής γραμμής Θεσσαλονίκη - Αττική στην "ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης Α.Ε." δεν υφίστατο λόγος να διατηρεί εκδοτήρια στον υπεραστικό σταθμό λεωφορείων της Αθήνας (...), όπου ήταν ο τόπος εργασίας της ενάγουσας, για αυτό και από τον Μάρτιο του έτους 2005 η εναγομένη έπαυσε να απασχολεί προσωπικό στην Αθήνα, καθώς πλέον διατηρούσε εκδοτήρια, αποθήκες, γραφεία κλπ.
μόνον στην περιφέρεια του Ν. Κιλκίς. Ότι το ίδιο έτος, 2005, η εναγομένη αναζήτησε την ενάγουσα για να της προτείνει να απασχοληθεί σε θέση εργασίας στο Κιλκίς, ώστε με τον τρόπο αυτό να τερματίσει την υπερημερία της ως εργοδότριας της ενάγουσας και τις συνεπεία αυτής υποχρεώσεις της . Ότι παρά την προσπάθεια, όμως, εντοπισμού της ενάγουσας στη δηλωθείσα διεύθυνση Αθηνών (...) μέχρι τότε δεν κατέστη δυνατόν να επικοινωνήσει μαζί της, δεδομένου ότι σε αυτήν δεν υπήρχε κανείς που να σχετίζεται με την ενάγουσα.
Ότι η ενάγουσα το έτος εμφανίζεται το πρώτον ως κάτοικος ...), όπως τούτο προκύπτει από τα εισαγωγικά της υπ' αριθ. 998/09 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν στις 07/01/16, όπως τούτο προκύπτει από τις υπό την αυτή ημερομηνία προτάσεις της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2008 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2010 η ενάγουσα απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." λαμβάνοντας μικτές αποδοχές ύψους 3143,83 € κατά το έτος 2008, 6583,60 € κατά το έτος 2009 και 1243,31 € κατά το έτος 2010. Ότι, επίσης, αυτή απασχολήθηκε στην επιχείρηση "... Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά το διάστημα από τον Αύγουστο του 2010 έως τον Απρίλιο του 2011 λαμβάνοντας μικτές αποδοχές ύψους 4776,63 € κατά το έτος 2010 και 5269,82 € κατά το έτος 2011.Ότι στις 24/3/2011 η ενάγουσα, η Γ.
Κ., Α. Λ. και Μ. Γ. συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Γ. Κ. και Σια Ο.Ε.", έδρα την … και συγκεκριμένα το εκδοτήριο του σταθμού της "... Α.Ε.", και σκοπό τη λειτουργία και εκμετάλλευση, με σκοπό το κέρδος, του εκδοτηρίου της "... Α.Ε." εντός του σταθμού της …. Ότι η ως άνω εταιρεία στις 19/4/11 ανέλαβε με σύμβαση έργου από την "...
Α.Ε." να εκδίδει έναντι αμοιβής τα εισιτήρια μεταφοράς επιβατών και ασυνόδευτων δεμάτων με τα λεωφορεία της "... Α.Ε.", αλλά και οποιουδήποτε άλλου συνεργαζόμενου τρίτου με την εταιρεία αυτή που θα διερχόταν από το σταθμό στην Άρτα. Ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή για τις υπηρεσίες της ομόρρυθμης εταιρείας ορίσθηκε σε ποσοστό 2,90% πλην Φ.Π.Α.
επί των πραγματοποιούμενων εισπράξεων της αξίας του κομίστρου και συμφωνήθηκε να καταβάλλεται την τελευταία ημέρα κάθε μήνα, μετά την έκδοση του αντίστοιχου τιμολογίου παροχής υπηρεσιών. Ότι στις 16/7/12 η ενάγουσα αποχώρησε από την προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία μεταβιβάζοντας το εταιρικό της μερίδιο και την εταιρική της ιδιότητα στον Ν.
Ν.. Ότι από 16/07/2012 έως το τέλος του ένδικου χρονικού διαστήματος, δηλαδή έως 31/12/2013, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε σε άλλη εργασία. Ότι η εναγομένη εξακολούθησε να βρίσκεται σε υπερημερία εργοδότη και κατά το ένδικο διάστημα, αφού δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες της ενάγουσας, ούτε προέκυψε ότι η υπερημερία της έπαυσε για κάποιο νόμιμο λόγο.
Ότι από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της εναγομένης δεν μπορεί να συναχθεί διακοπτικό της υπερημερίας γεγονός, ότι, δηλαδή, απευθύνθηκε στην ενάγουσα από την εναγομένη, διαμέσου της Ν., σαφής δήλωση βούλησης περί αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας, εφόσον από την ένορκη αυτή κατάθεση αποδεικνύεται μόνον το γεγονός ότι η ενάγουσα πληροφορήθηκε από τη Ν.
τη λήξη των δραστηριοτήτων της εναγομένης στο Ν. Αττικής και τη δυνατότητα απασχόλησης όσων εργάζονταν μέχρι τότε στην Αθήνα στην περιφέρεια …, όπου διατηρούσε, πλέον αποκλειστικά, η εναγομένη από το 2005 και έπειτα γραφεία, αποθήκες κλπ. Ότι ούτε νεότερη έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας προέκυψε.
Ότι, παρότι δεν έπαυσε η υπερημερία της εναγομένης, η ενάγουσα δεν επεδίωξε την καταβολή μισθών υπερημερίας για το μεταγενέστερο από 16/09/2003 και εφεξής χρονικό διάστημα, ασκώντας ευθύς αμέσως σχετική αγωγή κατά της εναγομένης, αλλά ανέμενε την τελεσιδικία της απόφασης επί της αγωγής που έκρινε άκυρη την από 16/11/2002 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, προκειμένου να ασκήσει την ένδικη αγωγή της μετά την παρέλευση περίπου 10ετίας από την επιδίκαση των πρώτων μισθών υπερημερίας και μετά την πάροδο περίπου 4ετίας από την έκδοση της 998/4-2-2009 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας υφίστατο μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και επιδικάσθηκαν διαφορές αποδοχών.
Ότι, ειδικότερα, ενώ το κυρίως αμφισβητούμενο νομικό ζήτημα στη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή η νομική φύση της μεταξύ τους σύμβασης, εάν ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, κρίθηκε σε πρώτο βαθμό κατά το έτος 2004, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 74/30-1-04 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών η ενάγουσα δεν άσκησε τότε σχετική αγωγή για περαιτέρω μισθούς υπερημερίας και της υπ' αριθ. 998/4-2-2009 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά ανέμεινε την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής για το κύρος της καταγγελίας, το αποτέλεσμα της οποίας, όμως, μπορούσε ευχερώς να προβλέψει ότι θα ήταν ευνοϊκό για την ίδια, λαμβάνοντας υπόψη ότι η καταγγελία της σύμβασης της κρίθηκε άκυρη ως αντίθετη στις διατάξεις του κανονισμού της εναγομένης (άρθ. 26 ΠΔ 246/2006).
Ότι η αδράνεια της αυτή σε συνδυασμό: α) Με τη διακοπή της λειτουργίας του εκδοτηρίου της εναγομένης στην Αθήνα κατά το Μάρτιο του έτους 2005 και την για το λόγο αυτό αδυναμία απασχόλησης προσωπικού, β) με την παράλειψη της ενάγουσας να έρθει σε επικοινωνία με την εναγομένη όταν πληροφορήθηκε τη διακοπή της λειτουργίας του εκδοτηρίου της στην Αθήνα, όπου παρείχε μέχρι τότε την εργασία της, και τη δυνατότητα απασχόλησης στο Κιλκίς, τη στιγμή, μάλιστα, που η διεύθυνση επικοινωνίας που είχε δηλώσει μέχρι τότε στην εναγομένη, ώστε αυτή να μπορεί να την προσκαλέσει απευθείας για ανάληψη εργασίας, δεν ίσχυε, και γ) με την απασχόληση της ως εκδότριας εισιτηρίων από τον Αύγουστο του έτους 2010 στο "...
Α.Ε.", δημιούργησαν την πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν ενδιαφερόταν τόσο για την προσφορά της εργασίας της στην ίδια, όσο και για την αναζήτηση περαιτέρω μισθών υπερημερίας. Ότι, δηλαδή, η ενάγουσα όταν περιήλθε σε γνώση της, διαμέσου της ως άνω αναφερθείσας πρώην συναδέλφου της, ότι η εναγομένη "έκλεισε" τα εκδοτήριά της στην Αθήνα και ότι έπαυσε κάθε δραστηριότητα της στην πόλη αυτή, δεν φρόντισε ως μέσος κοινωνικός άνθρωπος να έρθει σε επικοινωνία με την εναγομένη ώστε να διερευνηθεί η δυνατότητα απασχόλησης της στην τελευταία.
Είναι βέβαιο ότι εάν είχαν λάβει χώρα τα ανωτέρω, η εναγομένη θα ελάμβανε κάθε μέτρο ώστε να διακόψει την υπερημερία της, αφού γνώριζε πλέον ότι η μεταξύ τους σχέση ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και η από 16/11/2002 καταγγελία ήταν άκυρη, γεγονός το οποίο στο μέλλον θα την ανάγκαζε νομικά να καταβάλει μισθούς υπερημερίας.
Ότι αν συνεκτιμηθεί, ότι η εναγομένη προσπάθησε να έρθει σε επικοινωνία απευθείας με την ενάγουσα κατά το 2005 - πλην, όμως, δεν το πέτυχε διότι δεν ίσχυε η δηλωθείσα διεύθυνση επικοινωνίας, κατά τα προαναφερθέντα, η προπεριγραφείσα παράλειψη της ενάγουσας αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα. Ότι δεδομένου ότι η ενάγουσα πληροφορήθηκε την παύση της λειτουργίας του εκδοτηρίου της εναγομένης στην Αθήνα κατά τον Μάρτιο του έτους 2005, έκτοτε δεν δικαιολογούνταν να προσδοκά την επαναπασχόλησή της στην προηγούμενη θέση εργασίας της στην Αθήνα, λαμβάνοντας, επιπροσθέτως, υπόψη ότι πληροφορήθηκε και το γεγονός ότι η εναγομένη δραστηριοποιούνταν πλέον μόνον στο Ν.
Κιλκίς. Ότι όταν περιήλθε σε γνώση της εναγομένης κατά το έτος 2010 ότι η ενάγουσα εργάζεται στο "... Α.Ε." ως εκδότρια εισιτηρίων, δηλαδή σε θέση αντίστοιχη με αυτήν που κατείχε στην ίδια, σε συνδυασμό με την αδράνεια της ενάγουσας να ασκήσει αγωγή για μισθούς υπερημερίας για περαιτέρω διάστημα, δημιουργήθηκε ευλόγως στην ίδια η πεποίθηση ότι η ενάγουσα είχε εξασφαλίσει την απόκτηση επαρκούς για την αντιμετώπιση των βιοτικών της αναγκών εισοδήματος και ότι αδιαφορούσε τόσο για την προσφορά της εργασίας της στην ίδια, όσο και για την αναζήτηση μισθών υπερημερίας, αφού τους μισθούς αυτούς κάλυπτε η απόκτηση εισοδήματος από τη νέα θέση εργασίας της και εν συνεχεία από τη συμμετοχή της στην προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία.
Ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος επιδίκασης μισθών υπερημερίας του ένδικου χρονικού διαστήματος συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την κλονισμένη σε μεγάλο βαθμό οικονομική κατάσταση της εναγομένης, η οποία παρουσιάζει μεγάλη πτώση του κύκλου εργασιών της, ανερχόμενου κατά τη χρήση του 2009 σε 6391033,92 € και κατά τη χρήση του 2013 σε 3720037,29 €, ενώ αντιμετωπίζει μειωμένη ρευστότητα με ανείσπρακτες οφειλές πελατών της που υπερβαίνουν τις 400000,00 €.
Ότι, ενόψει του ότι η ενάγουσα συνέχισε την τακτική αυτή επί 10ετία από την επιδίκαση των πρώτων μισθών υπερημερίας και επί 4ετία μετά την έκδοση της 998/2009 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς σε συντομότερο χρονικό διάστημα να προβάλλει, όπως όφειλε και μπορούσε, απαίτηση για μισθούς υπερημερίας και να εκδηλώσει έτσι έμπρακτα την εμμονή της στην προβολή και ικανοποίηση τέτοιας αξιώσεως, για να ανατρέψει την περί του αντιθέτου, λόγω της προηγηθείσης συμπεριφοράς της και των γεγονότων, που, κατά τα άνω, μεσολάβησαν, πίστη της εναγομένης, ενώ ευλόγως είχε δημιουργηθεί στην τελευταία η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται, για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν, να εγείρει παρόμοια αξίωση, οπωσδήποτε μετά το έτος 2009, άσκησε την από 16/12/13 αγωγή, με την οποία ζητά για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01/01/2008 μέχρι 31/12/2013, το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 77240,80 €, η ικανοποίηση δε του αιτήματος αυτού, μετά των νομίμων τόκων, θα έχει γι' αυτήν επαχθείς οικονομικές συνέπειες, καθιστούν την άσκηση της αξιώσεως αυτής αντίθετη προς τα χρηστά ήθη τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Με τα περιστατικά αυτά και παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως. Με τις ανωτέρω παραδοχές και κρίσεις το δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ,η οποία, ενόψει των άνω παραδοχών, ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη διαφορά,.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως, 1) ότι οι ένδικες, με την από 16/12/2013 αγωγή, αξιώσεις καταβολής μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 2009 έως 2013, λόγω της από 16-11-2002 άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ασκήθηκαν μετά παρέλευση περίπου 10ετίας από την επιδίκαση των πρώτων μισθών υπερημερίας και μετά την πάροδο περίπου 4ετίας από την έκδοση της 998/4-2-2009 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας υφίστατο μεταξύ των διαδίκων έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και επιδικάσθηκαν διαφορές αποδοχών, 2)ότι από το μήνα Μάρτιο του έτους 2005 λόγω διακοπής της λειτουργίας του εκδοτηρίου της αναιρεσίβλητης στην Αθήνα ,η τελευταία έπαυσε να απασχολεί προσωπικό στην Αθήνα, διατηρούσε εκδοτήρια μόνο στην περιφέρεια του Ν.Κιλκίς, αναζήτησε την αναιρεσείουσα στη διεύθυνση της στην Αθήνα για να της προτείνει να απασχοληθεί σε θέση εργασίας στο Κιλκίς ώστε να άρει την υπερημερία της, χωρίς να καταστεί δυνατή η μεταξύ τους επικοινωνία, 3) ότι η αναιρεσείουσα, παρότι γνώριζε την ανωτέρω διακοπή λειτουργίας του εκδοτηρίου, όπως και τη δυνατότητα του απασχολούμενου προσωπικού της αναιρεσίβλητης στην Αθήνα να απασχοληθεί στο Ν.Κιλκίς, παρέλειψε να έλθει σε οποιαδήποτε επικοινωνία με την αναιρεσίβλητη για δυνατότητα απασχόλησης της στο Ν.Κιλκίς,4) ότι η αναιρεσείουσα κατά το μεγαλύτερο μέρος του ενδίκου χρονικού διαστήματος, ήτοι από μήνα Ιούλιο του 2008 έως τον Απρίλιο του 2011, εργαζόταν ως υπάλληλος και μάλιστα τα έτη 2010 κα 2011 στο ΚΤΕΛ του νομού Άρτας και ακολούθως άσκησε εμπορική δραστηριότητα μέχρι στις 16/7/2012, 5) ότι η συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει μισθούς υπερημερίας και την απέτρεψε να προβεί σε εκ νέου έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (6) ότι η ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε εξαιτίας της προηγηθείσης της ασκήσεως της επιδίκου αξιώσεως άνω συμπεριφοράς της αναιρεσίουσας που επιδιώκεται με την άσκηση της ενδίκου αγωγής επιδίκασης μισθών υπερημερίας, ιδιαίτερα μεγάλου ποσού (77.240,80 ευρώ) μετά των νομίμων τόκων, επάγεται για την αναιρεσίβλητη επαχθείς οικονομικές συνέπειες και 7) ότι με τα περιστατικά αυτά η αξίωση της αναιρεσείουσας επιδίκασης μισθών υπερημερίας, του από 1-1-2009 έως 31-12-2013 χρονικού διαστήματος ασκείται καταχρηστικώς, ως υπερβαίνουσα τα υπό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ διαγραφόμενα όρια.
Τα άνω πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσας στην ένδικη διαφορά ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και επαρκούν για να προσδώσουν στην ασκούμενη αγωγική αξίωση τον καταχρηστικό αυτής χαρακτήρα. Επομένως ο μόνος από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
4.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 1770/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ