Supreme Court dismisses Social Security Fund's appeal on debt statute of limitations and legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Unified Social Security Institution against a first-instance judgment regarding debt collection. The court found that the statute of limitations had expired and the lower court correctly determined the periodic payments retained their autonomy. Consequently, the appeal was rejected, and the Social Security Fund was ordered to pay the legal costs of the losing party.
Legislator headnote
AI generatedArticles 556, 560, 564 of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations bars claims for overdue payments when the debt is not subject to automatic termination clauses, and legal costs are not reduced for public legal persons represented by the State Council.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1073 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1073/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμήτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαίωμα να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως μεταξύ άλλων προσώπων έχουν, εφόσον ηττήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος, αλλά και οι καθολικοί διάδοχοι αυτών, με τους οποίους εξομοιούνται, προκειμένου περί νομικών προσώπων, οι οιονεί καθολικοί διάδοχοι αυτών.
Εξάλλου, με το άρθρο 51 § 1 του ν. 4387/2016 (Α' 85) συνεστήθη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (νπδδ) με χρόνο ενάρξεως λειτουργίας την 1η Ιανουαρίου 2017, στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 53 § 1 του ίδιου ως άνω νόμου, εντάχθηκε αυτοδικαίως και το Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.)...
γγ. Τομέας Ασφάλισης Νομικών.. Σύμφωνα δε με το άρθρο 70 § 9 του νόμου 4387/2016, ο ΕΦΚΑ συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων σ' αυτόν φορέων κύριας ασφάλισης, άρα δικαιούται να ασκήσει αιτήσεις αναιρέσεως ή να αποκρούσει αντίστοιχες αιτήσεις που στρέφονται κατ' αυτού και αφορούν τέτοιες διαφορές ή υποθέσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 30/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ως οιονεί καθολικό διαδόχο του εκκαλούντος - καθού η ανακοπή ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Αυτοαπασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.).
Συνεπώς, η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) ... 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνουν την προγενέστερη ρύθμιση με την προσθήκη δύο επιπλέον λόγων, που ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 1537/2017).
Ειδικότερα, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ10/2011, 7/2006, ΑΠ 1527/2017).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 721/2015).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π.9/2016, Ολ.Α.Π.15/2006).
Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992, ΑΠ 394/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 17 Εισ.Ν.ΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του Δημοσίου. Έτσι, μετά την εισαγωγή του Α.Κ, καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του Α.Κ., εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αφορούν το Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες του Α.Κ ειδικές διατάξεις (ΑΠ 663/2011).
Επακολούθησε το ΝΔ. 321/1969 "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεως των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το ΒΔ. 776/1972, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον, ότι και κατά το άρθρο 101 ΝΔ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Εκδόθηκε όμως το ΝΔ. 496/1974, το οποίο, με τα άρθρα 44 επ., ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 496/1974, περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ., ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π, παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ.1 εδ.α)..... "Χρέη προς το ν.π.
α).., β)... ,γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2 ). Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλήν των αναφερομένων στην παρ.1).... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ούς ταύτα εξεδόθησαν".
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ν.δ.496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννημένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".
Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι" εξαιρούνται της εφαρμογής του ΝΔ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του Π.Δ. 305/1985 (ΑΠ 350/2018, ΑΠ 741/2017, ΑΠ 1601/2014).
Τέλος, στο άρθρο 1 του ν.δ. 4114/1960 "Κώδικας περί Ταμείου Νομικών", ορίζεται ότι: "Το επί τη βάσει του νόμου 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτόν μεταγενεστέρων νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείο Νομικών, διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος κώδικος" και σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου ν.
δ/τος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλο "Ταμείον Νομικών", υπαγόμενο στην εποπτεία του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, ενώ στη συνέχεια, κατ' άρθρο 36 παρ. 7 του ν.δ 1/1968, τούτο υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και ήδη με το άρθρο 25 παρ. 3 περ.
A, υπό περ.γ' του ν.3655/2008, εντάχθηκε στο ν.π.δ.δ "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α)", το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο αυτού, υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του π.δ. 437/1977, που προαναφέρθηκε, το πρώην Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ν.π.δ.δ, δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 958/2009).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 του κώδικα αυτού (ΑΚ), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (806 ΑΚ). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Χρεώλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.
Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.
Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007, ΑΠ 637/1997).
Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 ν.2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που : α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).
Αντίθετη εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω ν. 2362/1995 (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010), κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1....2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος :
περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις ανεξάρτητες Αρχές". Επίσης, η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του ν.2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν.1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ) και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.
Ήδη με το άρθρο 137 παρ. 1 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α' 58/3-4-2008), ορίστηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο.
Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς : α)... .β)... .γ).....δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβαση, ε) Απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης .....".
Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του ν.3655/2008, η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 3-4-2008 (άρθρο 154), ρυθμίστηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1440/2017, ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στις 31-1-1996, ο ανακόπτων, δικηγόρος Αιγίου, συνήψε με το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία " ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ", του οποίου το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Αυτοαπασχολούμενων (Ε.ΤΑ.Α) - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (ΤΑ.Ν) κατέστη καθολικός διάδοχος δυνάμει του άρθρου 25 του Ν. 3655/2008, σύμβαση δανείου αποκατάστασης σεισμοπαθών άμισθων ασφαλισμένων, κατοίκων της πόλης και της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αιγίου, ποσού 2.500.000 δραχμών, προκειμένου να καλύψει τις επείγουσες ανάγκες του, έπειτα από τον ισχυρό σεισμό που έπληξε την πόλη του Αιγίου στις 15-6-1995, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 3766/5-7-1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ.
Β41/4353/16-11-1995 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και μέσα στα πλαίσια της υπ' αριθ. Μ2329/19-9-1994 πράξεως του Διοικητή και της 561/22-9-1995 αποφάσεως της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος. Η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ορίσθηκε σε εξήντα ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, ποσού 53.735 δραχμών η καθεμία, της πρώτης καταβλητέας την 31-8-1997 και της τελευταίας την 31-7-2002.
Σύμφωνα με ρητούς όρους της σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, ο δανειολήπτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, ενώ σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, το "Ταμείο Νομικών" δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει την είσπραξη του.
Ο ανακόπτων έλαβε το ποσό του δανείου, δεν κατέβαλε όμως καμία από τις οφειλόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Με την υπ' αριθμ. 1538/30.11.2012 απόφαση καταλογισμού ο Διευθυντής του Ταμείου του Τ.Α.Ν. καταλόγισε στον ανακόπτοντα οφειλή συνολικού ποσού (16.604,03 €) και ειδικά για κεφάλαιο (7.336,76 €) και για τόκους υπερημερίας (9.132,99 €), ενώ η ως άνω καταλογιστική πράξη εστάλη στην Δ.Ο.Υ.
…, … και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …12/12-04-2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου αυτής και εστάλη στον ανακόπτοντα η υπ αριθμ. …84/15.04.2013 ατομική ειδοποίηση χρεών. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, οι αξιώσεις του "Ταμείου Νομικών" για καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων από τη σύμβαση δανείου που είχε συνάψει με τον ανακόπτοντα, ενόψει του ότι η εν λόγω σύμβαση ουδέποτε καταγγέλθηκε, υπόκειντο στην πενταετή παραγραφή, κατ' άρθρο 250 περ. 15 ΑΚ.
Τούτο, διότι, με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977, εξαιρέθηκαν όλων των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 οι ασφαλιστικοί οργανισμοί που υπάγονταν στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μεταξύ δε αυτών και το " Ταμείο Νομικών", που υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων με το άρθρο 36 παρ. 7 του ν.δ. 1/1968.
Επομένως, δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 496/1974, που ρυθμίζει την παραγραφή των αξιώσεων κατά και υπέρ των ΝΠΔΔ. Ούτε το ν.δ. 4114/1960 "περί Κώδικα Ταμείου Νομικών" περιείχε διάταξη που να ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα της παραγραφής των απαιτήσεων του Ταμείου, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και ειδικότερα, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, η διάταξη του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ.
Μετά την ισχύ του N. 3655/2008 (ΦΕΚ Α 58/3.4.2008), οι σχετικές αξιώσεις του δευτέρου των καθ' ων, που υπεισήλθε στη θέση του " Ταμείου Νομικών", για την καταβολή των τοκοχρεολυτικών δόσεων, που δεν είχαν ήδη παραγραφεί, ενόψει του ότι εκάστη αξίωση είναι αυτοτελής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, παραγράφονται πλέον μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, όλες οι τοκοχρεολυτικές δόσεις του επίδικου δανείου, η τελευταία των οποίων έπρεπε να καταβληθεί την 31-7-2002, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ, που συμπληρώθηκε την 1-1-2008, ήτοι πριν τη θέση σε ισχύ του Ν. 3655/2008 (3-4-2008).
Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της ένδικης ανακοπής, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως νόμω και ουσία βάσιμοι. Ενόψει όλων των ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων της ανακοπής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, ακυρώνοντας την υπ' αριθμ.
….12/12-4-2013 ταμειακή βεβαίωση και την υπ' αριθμ. ….84/15-4-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών του Δημοσίου Ταμείου της Δ.Ο.Υ. …. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, που εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 1Β παρ. 2 και 86 παρ. 1, 3 του ν. 2362/1995, που δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 1, 3 του ως άνω ν. 2362/1995 ρυθμίζουν την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου, υπό την αναφερόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 1Β, του ιδίου νόμου έννοια.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.3655/2008, στις 3-4-2008, το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε, με καταγγελία, το σχετικό όρο της σύμβασης του επιδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσοτέρων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, με συνέπεια οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων τούτου να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (3-4-2008), χωρίς να αξιώσει περισσότερα από τα απαιτούμενα για τη λύση της επίδικης δανειακής σύμβασης στοιχεία, δεδομένου ότι σε αυτή δεν περιέχεται όρος αυτοδίκαιης λύσης της για την ως άνω περίπτωση καθυστέρησης των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του επίδικου δανείου.
Η παραδοχή δε του εφετείου, ότι δεν υπήρξε καταγγελία της συμβάσεως και, ως εκ τούτου, οι επί μέρους τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατήρησαν την αυτοτέλειά τους, ουδόλως αντιφάσκει με την έτερη παραδοχή ότι είχε οριστεί δήλη ημέρα για την καταβολή εκάστης των ανωτέρω δόσεων. Επομένως, οι πρώτος από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 6 του ιδίου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 22 § 1 του ν. 3693/1957 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου που περιλαμβάνεται στις δαπάνες, οι οποίες θα αποδοθούν στο διάδικο που νίκησε μειώνεται μέχρι το μισό του ελαχίστου ορίου της διατίμησης και δεν μπορεί να υπερβεί κάποιο χρηματικό ποσό αναπροσαρμοζόμενο κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 5 § 12 του ν. 1737/1987).
Κατά την §3 του ίδιου άρθρου οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στις δίκες στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Από τη διατύπωση της τρίτης παραγράφου προκύπτει ότι μόνο στα νομικά πρόσωπα η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.
έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου κ.λπ.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των παραπάνω διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 366/2017, ΑΠ 589/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2017 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.) για αναίρεση της 30/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ