Legislator Case Law & Legislation
1073/2018 AI generated

1073/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1073/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1073/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 28-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Keywords

AI generated
redundancy right to disconnect abandonment of employment exclusion from public-sector employment release from obligation to work working conditions
AI generated
1056/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2692/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4663/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/4/2006 αίτησή του.
202/2015
Supreme Court dismisses appeal on partial employment contract validity due to lack of written agreement and failure to notify labor inspection.
1090/2020
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
314/2023
Supreme Court allows partial appeal against single-member court decision on labor dispute damages.
1084/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1073 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1073/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιδρύματος με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιωμόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1380/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 4978/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 28-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία η παροχή από τον εργαζόμενο, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του εργαζομένου που προβλέπονται από κανόνα δικαίου, και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (Ολ.

Α.Π. 861 και 862/1984, Α.Π. 1223/2013). Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί πρόσθετη αμοιβή για την παροχή πρόσθετης εργασίας, πρέπει να αναφέρονται πλην των άλλων, η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, το είδος της οφειλόμενης από τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη εργασίας, η πρόσθετη εργασία στην οποία υποχρεώθηκε ο ενάγων εργαζόμενος, με σαφή προσδιορισμό της κατ’ είδος και χρονική διάρκεια, οι καταβαλλόμενες για την κύρια εργασία αποδοχές και αν συμφωνήθηκε ή όχι αμοιβή για την πρόσθετη εργασία (Α.Π. 1953/2007).

Δηλαδή δεν αρκεί ο ενάγων να επικαλείται μόνο την κύρια εργασία του και την πρόσθετη που παρείχε μετά από συμφωνία με τον εργοδότη (ώστε να κριθεί αν αυτή είναι συναφής ή όχι με την κύρια απασχόλησή του) αλλά επί πλέον και το χρόνο που διαρκούσε η πρόσθετη εργασία μέσα στο νόμιμο ωράριο της κύριας, ώστε με κριτήριο το συνηθισμένο για την παροχή αυτής καταβαλλόμενο μισθό να εξευρεθεί η ποσοστιαία (συμπληρωματική) αμοιβή που δικαιούται να λάβει για την πρόσθετη αυτή εργασία του.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 22-12-2009 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε τα εξής: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε στις 9-4-1978 μεταξύ αυτού και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, προσελήφθη και απασχολήθηκε από αυτό ως αναπληρωτής ηλεκτρολόγος κατά τις ημέρες της εβδομαδιαίας αναπαύσεως των τακτικών ηλεκτρολόγων, ήτοι για να εργάζεται κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και επί οκτώ ώρες ημερησίως με συμφωνημένο ημερομίσθιο, το οποίο από το έτος 2004 ανερχόταν στο ποσό των 55 ευρώ που ήταν κατώτερο του προβλεπομένου από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτρολόγων που απασχολούνται στο Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως.

Οτι κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσης συμβάσεως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι αυτός θα παρέχει, μέσα στο νόμιμο ωράριο, εκτός από τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του και τις υπηρεσίες του πρακτικού μηχανικού και του θερμαστή, οι οποίες ήταν πρόσθετες και δεν περιλαμβάνονταν στα βασικά καθήκοντά του, χωρίς να καθορισθεί εκ των προτέρων πρόσθετη αμοιβή για την πρόσθετη αυτή εργασία του, για την οποία από τις 11-9-2008 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να του καταβάλλεται το επιπλέον ποσό των 30 ευρώ ημερησίως, το οποίο όμως δεν του καταβλήθηκε.

Ζήτησε δε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 89.688,72 ευρώ ως αμοιβή του για τις πρόσθετες εργασίες του πρακτικού μηχανικού του και θερμαστή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 28-10-2009, αμοιβή η οποία είναι ίση με τον πλήρη μισθό ενός πρακτικού μηχανικού και ενός θερμαστή, εργαζομένων με πλήρες ωράριο, όπως οι μισθοί αυτοί καθορίζονται από τις σχετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν ως προς το ανωτέρω κεφάλαιό της απορριπτέα ως αόριστη, αφού κατά τα προεκτεθέντα η πρόσθετη εργασία είναι πάντοτε συμπληρωματική και δεν νοείται να καλύπτει αυτή πλήρως το νόμιμο ωράριο του εργαζομένου, με συνέπεια για το ορισμένο της να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του ποσοστού ή της χρονικής διάρκειας απασχολήσεως του εργαζομένου με αυτήν (πρόσθετη εργασία) μέσα στο χρόνο του νομίμου ωραρίου του.

Επομένως το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο της εφέσεως του ενάγοντος με τον οποίο αυτός παραπονούνταν για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της αγωγής του ως αόριστης κατά το πιο πάνω κεφάλαιό της, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και αριθ. 14 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες στην αρχή αυτής της σκέψεως ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο.

Συνεπώς ο πρώτος κατά τα δύο σκέλη του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 38 ν. 1892/1990 προκύπτει ότι κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται να αξιώσει από τον εργοδότη την πλήρη απασχόλησή του τόσο για ολόκληρο το ημερήσιο ωράριο εργασίας όσο και για όλες τις εργάσιμες ημέρες του μήνα. Παρέχεται όμως το δικαίωμα στον εργοδότη και στον εργαζόμενο (υπάλληλο ή εργατοτεχνίτη) να συμφωνήσουν εγγράφως, είτε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας είτε μεταγενέστερα κατά τη διάρκεια αυτής, κάθε μορφή μερικής απασχολήσεως και να καθορίσουν συγχρόνως τις ημέρες ή ώρες της εργασίας, καθώς και την ανάλογη αμοιβή βάσει των μισθών ή ημερομισθίων που ισχύουν κάθε φορά για την πλήρη απασχόληση.

Ειδικότερη μορφή της μερικής απασχολήσεως (κατά την οποία η προσφορά εργασίας είναι μικρότερης διάρκειας από το εκάστοτε ισχύον πλήρες ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο με αντίστοιχη μείωση της αμοιβής) αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία. Στην περίπτωση αυτή συνομολογείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχειρήσεως θα είναι συνεχής, ο εργαζόμενος θα παρέχει την εργασία του για ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας ή του μήνα, εναλλασσόμενος ατομικά ή ομαδικά με άλλους εργαζομένους, σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Η δυνατότητα της παροχής εκ περιτροπής εργασίας προβλέφθηκε αρχικά με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 7 εδ. α ν.δ. 2961/1954, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 10 παρ. 2 ν. 3098/1955 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω και κατωτέρω αναφερόμενο χρόνο καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως και στη συνέχεια με τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ.1 ν. 1892/1990, κατά τις οποίες η σχετική συμφωνία πρέπει να είναι έγγραφη.

Ήδη μετά την αντικατάσταση του άρθρου 38 ν. 1892/1990 με το άρθρο 2 ν. 2639/1998 απαιτείται και πάλι έγγραφος τύπος για τη συμφωνία μερικής απασχολήσεως, ενώ για την εκ περιτροπής εργασία ορίζεται ότι ο εργοδότης μπορεί, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς του, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχολήσεως στην επιχείρησή του, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων (άρθρο 38 παρ. 12) και ότι, ως προς τις υφιστάμενες συμβάσεις μερικής εργασίας, ο εργοδότης υποχρεούται μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του ν. 2639/1998 (2-9-1998) να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση για τις έγγραφες συμβάσεις μερικής απασχολήσεως, διαφορετικά (σε περίπτωση παραλείψεως) τεκμαίρεται (μαχητά) ότι η σχετική σύμβαση καλύπτει σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την κατάρτιση συμβάσεως μερικής απασχολήσεως απαιτείται έγγραφος τύπος, ο οποίος είναι συστατικός (άρθρο 160 Α.Κ.) και του οποίου η μη τήρηση συνεπάγεται ακυρότητα της συμβάσεως για μερική απασχόληση (άρθρο 159 Α.Κ.), που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Αναφορικά με το αποτέλεσμα της ακυρότητας της παραπάνω ρήτρας πρέπει να γίνουν οι εξής διακρίσεις:

α) Αν συμφωνήθηκε να τροποποιηθεί η ήδη υπάρχουσα σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, ώστε εφεξής ο μισθωτός να απασχολείται μερικώς, εφόσον η ρήτρα της μερικής απασχολήσεως είναι έγκυρη, τότε η αρχική σύμβαση πλήρους απασχολήσεως μετατρέπεται εγκύρως σε σύμβαση μερικής απασχολήσεως. Όταν όμως η τροποποιητική συμφωνία είναι άκυρη γιατί δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, τότε δεν παράγονται τα αποτελέσματα που αυτή επιδιώκει (άρθρο 180 Α.Κ.), δηλαδή δεν μετατρέπεται η πλήρης απασχόληση σε μερική.

Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα δεν θεραπεύεται και αν ακόμη εκπληρωθεί η σύμβαση με επίγνωση της ελλείψεως του απαιτούμενου τύπου, ενώ ο εργοδότης θεωρείται υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως και οφείλει σε αυτόν την αμοιβή για πλήρη απασχόληση.

β) Αν συμφωνήθηκε να μεταβληθεί η πλήρης απασχόληση σε μερική με ταυτόχρονη λύση της συμβάσεως πλήρους απασχολήσεως ή αν η μερική απασχόληση συμφωνήθηκε χωρίς να προϋπάρχει σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, τότε, αν η συμφωνία αυτή είναι άκυρη επειδή δεν είναι έγγραφη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι από αυτήν γεννάται αυτομάτως έγκυρη σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, αφού τέτοια δεν υπήρξε, αλλά λόγω της ακυρότητας θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας.

Στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος που παρέσχε μερική εργασία με άκυρη σύμβαση δικαιούται να αξιώσει με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού την ωφέλεια που αποκόμισε ο εργοδότης από την αποφυγή καταβολής της αμοιβής σε άλλο εργαζόμενο που θα προσέφερε την ίδια εργασία συνδεόμενος με αυτόν με έγκυρη σύμβαση μερικής απασχολήσεως (Α.Π. 969/2011).

Ειδικότερα ο εργοδότης υποχρεούται κατά τα άρθρα 904 και 908 Α.Κ. να αποδώσει στον εργαζόμενο, ως καταστάς αδικαιολογήτως πλουσιότερος, την ωφέλεια που αποκόμισε, δηλαδή την αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε αν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας, υπό τις επικρατούσες στον τόπο παροχής της συνθήκες, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα γενικά που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του εργαζομένου, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν κατ’ ανάγκην στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως εργαζομένου και η οποία (αποδοτέα από τον εργοδότη ωφέλεια) δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις (Α.Π. 5/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "...Με την από 9-4-1978 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσελήφθη προφορικά από το εναγόμενο ίδρυμα, νομίμως εκπροσωπούμενο από το πολυμελές συμβούλιό του, προκειμένου να εργαστεί ως αναπληρωτής ηλεκτρολόγος κατά τις ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης των τακτικών ηλεκτρολόγων του, ήτοι από 14.00 μ.μ.

έως τις 22.00 μ.μ. Η ανωτέρω σύμβαση του ενάγοντος, ως εκ του χρόνου και της φύσεώς της, ήταν μερικής απασχόλησης και επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 7 του ν.δ. 2961/1954 "περί συστάσεως Οργανισμού Απασχολήσεως και Ασφαλίσεως Ανεργίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 3098/1955, και το οποίο εφαρμοζόταν κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, έπρεπε να καταρτισθεί εγγράφως και μάλιστα η έγγραφη αυτή συμφωνία έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 160 Α.Κ...

δηλαδή οι υπογραφές των συμβαλλομένων έπρεπε να τεθούν επί του αυτού εγγράφου, χωρίς να είναι δυνατόν η πρόταση και αποδοχή να γίνουν με χωριστά έγγραφα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων... και συγκεκριμένα με τη σύμπτωση των δύο αντίρροπων δηλώσεων βούλησης, ήτοι της πρότασης, δηλαδή της γραπτής αίτησης που υπέβαλε στο εφεσίβλητο για να προσληφθεί και της αποδοχής, ήτοι της απόφασης του πολυμελούς συμβουλίου του εφεσιβλήτου για σύναψη της συμβάσεως εργασίας...

Περαιτέρω, του επιδόματος επικινδύνου εργασίας δικαιούνται οι απασχολούμενοι σε εναέρια και υπόγεια δίκτυα καθώς και σε δίκτυα υπό τάση. Οι εργαζόμενοι σε ηλεκτρικές εγκαταστάσεις οικοδομών δεν θεωρούνται προσφέροντες επικίνδυνη ή ανθυγιεινή εργασία και συνεπώς δεν δικαιούνται του επιδόματος τούτου, στην προκειμένη δε περίπτωση δεν αποδείχθηκαν οι ανωτέρω συνθήκες που δικαιολογούν την επιδίκαση του σχετικού επιδόματος...

Εξ άλλου τόσο το επίδομα τριετιών όσο και το συναρτώμενο με το χρόνο υπηρεσίας επίδομα υπευθυνότητας, συνδέονται αποκλειστικά με τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος... δεν είναι δε βέβαιο ότι, αν το εναγόμενο απασχολούσε άλλο εργαζόμενο, θα είχε και αυτός τις ίδιες προϋποθέσεις και επομένως το σχετικό κονδύλιο...

είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε τους λόγους της εφέσεως του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία (εκτός της κατά τα προεκτεθέντα απορρίψεως του κεφαλαίου της αγωγής για επιδίκαση αμοιβής για πρόσθετη εργασία) είχε απορριφθεί η αγωγή ως προς το κεφάλαιό της για επιδίκαση διαφορών αποδοχών ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, είχε γίνει μερικώς δεκτή ως προς το κεφάλαιό της για επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από το εναγόμενο και είχε υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 10.893,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το εφετείο: Α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 159 και 160 Α.Κ., αφού ορθώς δέχθηκε ότι, λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, ούτε εκείνες των άρθρων 904 επ.

Α.Κ. αφού ορθώς επίσης δέχθηκε ότι το επίδομα τριετιών και το συναρτώμενο με το χρόνο υπηρεσίας επίδομα υπευθυνότητας συνδέονταν αποκλειστικά με τις προσωπικές περιστάσεις του ενάγοντος. Β) Δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας της ένδικης συμβάσεως εργασίας λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου.

Επομένως οι δεύτερος κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Ολ. Α.Π. 2/2001) και συνακόλουθα δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε σχέση με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου για την εγκυρότητα ή την ακυρότητα κάποιας συμβάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο κήρυξε την ακυρότητα της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι κατά τα προεκτεθέντα η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητες από το δικονομικό μόνο δίκαιο και όχι όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μία σύμβαση είναι ή δεν είναι άκυρη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το τέταρτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από 9-4-1978 έγγραφο αναγγελίας της προσλήψεώς του προς τον Ο.Α.Ε.Δ., επί του οποίου είχαν τεθεί οι υπογραφές αμφοτέρων των διαδίκων μερών (ήτοι του ιδίου και του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου) και το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για την απόδειξη του ότι μεταξύ αυτού και του εναγομένου είχε καταρτισθεί εγγράφως έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το έγγραφο αναγγελίας της προσλήψεως προς τον Ο.Α.Ε.Δ. δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσει τον έχοντα συστατικό χαρακτήρα έγγραφο τύπο που ήταν αναγκαίος για της έγκυρη κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως εργασίας. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του "και από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως" σε συνδυασμό προς τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη και το έγγραφο αυτό, του οποίου δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 4978/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ