Legislator Case Law & Legislation
1073/2015 AI generated

1073/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1073/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1073/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1591/2003) ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη, κληρονόμος αυτού (ΑΠ 644/2000).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1073 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1073/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Ε. Α. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Διονυσία Μουζάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Κυπριακής δημόσιας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" που εδρεύει στη ..., πρώην "ΜΑRFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση αναιρεσίβλητης. Εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη-Γιατρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-1998 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14639/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 3156/2000 μη οριστική και 1517/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-11-2012 αίτησή του. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 7-4-2014 πρόσθετη παρέμβαση της ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 15-4-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης της και μαζί με την πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της αίτησης αναίρεσης καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 225 ΚΠολΔ "Η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα (παρ. 1). Η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος δεν επιφέρει καμιά μεταβολή στη δίκη.

Ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων εωσότου νομίμως περατωθεί.

Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε, μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα (ΑΠ 1591/2003) ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, ο νομιμοποιούμενος, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΚΠολΔ, να συνεχίσει στο όνομά του τη δίκη, κληρονόμος αυτού (ΑΠ 644/2000).

Ο ειδικός διάδοχός του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν υπεισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του διαδίκου ούτε μετά το θάνατο του τελευταίου, αλλά έχει δικαίωμα έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολομ.

ΑΠ 1/1996). Στην προκειμένη περίπτωση η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." επικαλείται ότι μετά τη γένεση της εκκρεμοδικίας κατέστη ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης, και ειδικότερα με την από 26-3-2013 σύμβαση μεταξύ τους, που έτυχε της εγκρίσεως τόσο της Τράπεζας της Ελλάδος όσο και της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, μεταβιβάσθηκαν σ’ αυτήν στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των ελληνικών εργασιών της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, διά εκχωρήσεως των δικαιωμάτων της και αναδοχής των υποχρεώσεών της, μεταξύ δε των στοιχείων του ενεργητικού που της μεταβιβάσθηκαν περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από την υπ’ αριθμ. ...2-2-1995 σύμβαση πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού και τις αυξητικές αυτής συμβάσεις, για την οποία τηρείτο στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ο λογαριασμός οριστικής καθυστέρησης με στοιχεία (...), το γεγονός δε αυτό της παρέχει το έννομο συμφέρον να παρέμβει στην παρούσα δίκη το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου υπέρ της αναιρεσίβλητης και να ζητήσει την απόρριψη της αιτήσεως, εφόσον η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί θα εκτείνεται στις έννομες σχέσεις της ως ειδικής διαδόχου αυτής.

Η παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80, 81, 82, 83 ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 246 ΚΠολΔ). Ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, αφού, υπό την κατ’ επίφαση, επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα παραβάσεως της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 147 ΑΚ, ο αναιρεσείων πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του, που πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ανακοπής και ενώπιον του Εφετείου με τον τρίτο λόγο εφέσεως, περί ακυρότητας της πρόσθετης πράξης εγγυήσεως, με την οποία αυξήθηκε η αρχική εγγύηση προς την πρωτοφειλέτρια εταιρεία κατά 50.000.000 δρχ.

πλέον της αρχικής, λόγω του ότι εξαπατήθηκε από τα αρμόδια όργανα της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, τα οποία, προκειμένου να τον παραπλανήσουν, ώστε να πεισθεί και να υπογράψει την ως άνω σύμβαση, του δήλωσαν ότι, ενόψει της επικείμενης αποχώρησής του από την δανειολήπτρια εταιρεία, ήταν αναγκαία η εκ μέρους του υπογραφή ορισμένων εγγράφων, προκειμένου να καταβληθεί στην εταιρεία νέο χρηματικό ποσό, χωρίς να τον ενημερώσουν για το είδος και το περιεχόμενο της συμβάσεως που υπέγραψε και τους όρους αυτής, ούτε του παρέσχον τον αναγκαίο χρόνο, ώστε να ενημερωθεί για το περιεχόμενό της, αλλά αντίθετα του δημιούργησαν την εντύπωση ότι επρόκειτο για τυπική και επείγουσα διαδικασία, με αποτέλεσμα, ενόψει και του νεαρού της ηλικίας του και της απειρίας περί τις συναλλαγές, να παρασυρθεί και να υπογράψει την εν λόγω σύμβαση.

Έτσι όμως διατυπούμενος ο αναιρετικός αυτός λόγος, είναι προφανές ότι πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει του ότι ουδόλως προσδιορίζεται σε τι έγκειται η ψευδής ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικά ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με τη παραδοχή ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ευθέως αλλά και εκ του πράγματος με παραδοχές αντίθετες τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι υπέγραψε την πρόσθετη αυξητική σύμβαση, έχοντας παραπλανηθεί από τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης με αποτέλεσμα ενόψει του νεαρού της ηλικίας του και της απειρίας του περί τις συναλλαγές να παρασυρθεί και να υπογράψει την εν λόγω σύμβαση, δεχόμενος τα ακόλουθα: "Ο ίδιος ο ανακόπτων στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναφέρει ότι αυτός, πριν υπογράψει την επίδικη πρόσθετη πράξη παροχής εγγυήσεως υπέρ της δανειολήπτριας εταιρείας, της οποίας τότε ήταν μέτοχος, είχε υπογράψει ως εγγυητής και την υπ’ αριθμ. ...2-2-1995 αρχική σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό υπέρ της ίδιας εταιρείας και, μάλιστα, στα ίδια "κλασικά τυποποιημένα έγγραφα συμβάσεων της καθής (τράπεζας)", ενώ, επιπλέον, αποδείχτηκε ότι αυτός είχε υπογράψει ως εγγυητής και στο παρελθόν υπέρ της ίδιας δανειολήπτριας εταιρείας, και συγκεκριμένα στην υπ’ αριθμ. ...29-6-1994 αντίστοιχη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό.

Συνεπώς, αυτός γνώριζε πολύ καλά, τόσο το περιεχόμενο, όσο και τους όρους της σύμβασης εγγύησης που υπέγραψε... Έτσι ο ανακόπτων γνώριζε πολύ καλά και τη φύση της συμβάσεως που υπέγραφε και τους όρους αυτής που ήταν πανομοιότυποι με τους όρους της αρχικής συμβάσεως εγγυήσεως, αφού τα έντυπα ήταν "τα ίδια κλασικά τυποποιημένα έγγραφα της καθής".

Εξάλλου, η αποχώρηση του ανακόπτοντος από την πιστούχο εταιρεία δεν οδήγησε σε πλήρη διακοπή των σχέσεών του μαζί της, αλλά, αντίθετα, η συνεργασία τους συνεχίστηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου ο ανακόπτων εξέδωσε και επιταγές εις διαταγήν της δανειολήπτριας εταιρείας, τις οποίες η τελευταία παρέδωσε ως ενέχυρο στην καθής, προς εξασφάλιση της επίδικης απαιτήσεώς της.

Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής του ο ανακόπτων ουδεμία αναφορά κάνει περί απάτης, ισχυριζόμενος, αντίθετα, ότι δεν υπέγραψε καθόλου την επίδικη σύμβαση και ότι η υπογραφή του σ’ αυτήν ήταν πλαστή και χρειάστηκε να παρέλθει ένα έτος περίπου για να καταθέσει το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της ανακοπής, με το οποίο ζητεί την ακύρωση της επίδικης σύμβασης, λόγω απάτης, και, ενώ ήδη είχε προηγηθεί τόσο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής, καθώς και ανακοπή κατά της εκτελέσεως, όπου επίσης δεν αναφέρει τον ανωτέρω ισχυρισμό ...".

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ (και όχι 1) δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.

Σε αντίθεση με τη νομική, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 KΠολΔ και όχι από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί από το ευεργέτημα που θεσπίζει η διάταξη, αλλά μόνο για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειας η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ και θα ήταν άκυρη (ΑΚ 174) (Ολομ.

ΑΠ 6/2000). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες-πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Στην εγγύηση αορίστου χρόνου ειδικότερα, θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη.

Τέλος, εφόσον στον ΑΚ δεν περιλήφθηκε ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει, πότε η αμέλεια είναι βαριάς μορφής, αξιολογική κρίση η οποία ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 419/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 863 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με τους πρόσθετους λόγους της ανακοπής του είχε προβάλει και επανέφερε με λόγο εφέσεως την ένσταση ελευθερώσεώς του από την εγγύηση υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, αφενός μεν λόγω του ότι η αναιρεσίβλητη από δόλο και σε κάθε περίπτωση από βαριά αμέλεια παρέλειψε να εισπράξει την απαίτησή της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, αφετέρου δε, γιατί συναίνεσε χωρίς λόγο στην ανάκληση προσημειώσεων υποθήκης που υπήρχαν για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε ως αόριστο το σχετικό λόγο ανακοπής και ως αβάσιμο τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως ως ακολούθως: "Ο ανακόπτων με τους έκτο και έβδομο πρόσθετους λόγους της ανακοπής εκθέτει ότι ελευθερώθηκε από την παρασχεθείσα ... υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρείας εγγύηση ...

γιατί η καθής τράπεζα από δολιότητα, άλλως από βαριά αμέλεια παρέλειψε την είσπραξη της απαιτήσεώς της από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, διότι α) ενώ αυτή είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης σε τέσσερα ακίνητα του βασικού μετόχου της πρωτοφειλέτιδος Ν. Σ., με συναίνεση και αυτής η εν λόγω προσημείωση ανακλήθηκε και β) ενώ είχε ενδείξεις ότι η πρωτοφειλέτιδα δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από την άνω σύμβαση, όχι μόνο παρέλειψε να κλείσει τους επίδικους λογαριασμούς, ενώ ήταν ακόμη φερέγγυα, και να προβεί σε πράξεις εκτελέσεως εναντίον της, αλλά σε συμπαιγνία με το βασικό μέτοχό της, χορήγησε προθεσμία πληρωμής μέχρι τα τέλη του έτους 1997 και, έτσι, αυτή κατέστη αφερέγγυα.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον ... τα στοιχεία που επικαλείται αυτός, όπως αορίστως προβάλλονται, χωρίς να αναφέρεται δηλαδή η αξία των άνω ακινήτων, τα οποία, όπως και αυτός δέχεται, δεν ανήκαν στην πρωτοφειλέτιδα, ότι υπήρχαν πριν τον Ιούνιο του 1995 περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτιδας και ποια ακριβώς, που θα καθιστούσαν φερέγγυα αυτήν και αποτελεσματική την εν λόγω επιδίωξη, ως και από ποια γεγονότα γνώριζε η καθής ότι η πρωτοφειλέτης δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, δεν μπορούν κατά νόμο να στοιχειοθετήσουν την επικαλούμενη ελευθέρωσή του από δόλο ή βαριά αμέλεια της καθής, που επικαλείται ο ανακόπτων, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε.

Έπρεπε λοιπόν ο λόγος αυτός της ανακοπής να απορριφθεί ως αόριστος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις άνω διατάξεις των άρθρων 862 και 863 ΑΚ, και απέρριψε τους σχετικούς πρόσθετους λόγους της ανακοπής ως αόριστους και τους αντίστοιχους λόγους εφέσεως ως αβάσιμους, δεδομένου ότι ήταν απαραίτητη η παράθεση και των παραπάνω στοιχείων, ώστε να θεωρηθούν νόμιμοι οι ισχυρισμοί αυτοί του αναιρεσείοντος, και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως ως προς το δεύτερο σκέλος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της μη ουσιαστικής βασιμότητας του πρόσθετου λόγου της ανακοπής του, ότι εξαπατήθηκε από τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και υπέγραψε ως εγγυητής υπέρ της πρωτοφειλέτιδας την πρόσθετη αυξητική σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αφενός μεν εσφαλμένα εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων του, που δόθηκαν στα πλαίσια των αποδείξεων που τάχθηκαν με την 3156/2000 πράξη - απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις καταθέσεις των μαρτύρων του Γ.

Κ. και Ν. Σ.. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, εφόσον με την αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση τυγχάνει αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην των άλλων, και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην υπ’ αριθμ. 22290/2001 εισηγητική έκθεση, οι οποίες δόθηκαν μετά την έκδοση της 3156/2000 πράξης - απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση της καθεμιάς.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Νοεμβρίου 2012 αίτηση του Ε. Α. για αναίρεση της 1517/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ