1073/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1073/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Στις 31.12.1996 απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία 65 ετών ο Γ. Π. του Γ., κάτοικος όσο ζούσε ..., ... αριθ. 62, περιοχή Πλατείας Βικτωρίας. Ο θάνατός του σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Ν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1073 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1073/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Π. Μ., το γένος Ι. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Μουστακίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8081/1999 μη οριστική, 6328/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6956/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 11-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 8208Α/23-10-2009 και 11906Β/16-2-2011, αντίστοιχα εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες, επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως και της από 24-10-2010 κλήσης, μετά την ματαίωση της αρχικά ορισθείσης δικασίμου της 17.11.2010, λόγω διενέργειας των Δημοτικών και Νομαρχιακών εκλογών με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 25-1-2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφ' όσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο της 25.1.2012 κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, με δήλωση του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφ' όσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Εξ άλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1719 περ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της, με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 [ που ισχύει από την δημοσίευσή του στις 30.12.1996, κατά το άρθρο 66 του ίδιου νόμου και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του κρίσιμου χρόνου σύνταξης των προσβαλλόμενων διαθηκών, "ανίκανοι να συντάξουν διαθήκη είναι: 1. ... 4 όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης τους δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας.
Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση της ή η ύπαρξη της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή. Στην παραπάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης δηλαδή: α] η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη δεν είχε τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της και β] η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας.
Ως πνευματική ασθένεια νοείται κάθε ψυχική ή διανοητική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια η οποία επέφερε τη στέρηση της χρήσης του λογικού με την έννοια της αδυναμίας λογικής στάθμισης και ελευθέρου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορεί μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι πράττει συντάσσοντας την διαθήκη, αλλά εξ αιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είναι η βούληση του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορεί αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούληση του και να αντισταθεί σε υποβολή προερχόμενη από άλλους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Στις 31.12.1996 απεβίωσε στην Αθήνα σε ηλικία 65 ετών ο Γ. Π. του Γ., κάτοικος όσο ζούσε ..., ... αριθ. 62, περιοχή Πλατείας Βικτωρίας. Ο θάνατός του σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Ν.
Κ. και τη σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας προήλθε από βαρύτατες κακώσεις, κεφαλής, θώρακος, κοιλίας, άνω και κάτω άκρων, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Ο θανών είχε συντάξει τρεις ιδιόγραφες διαθήκες και συγκεκριμένα: α] την από 7.11.1977 που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 92/]28.2.1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχτηκε κυρία με την 1598/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, β] την από 1.8.1996 που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 2727/20. 6. 1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχτηκε κυρία με την 1069/ 10. 6.1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και γ] την από 25.8.1996 που δημοσιεύτηκε νόμιμα με το 809/ 21.2.1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχτηκε κυρία με την 896/1997 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.
Με την πρώτη από τις άνω διαθήκες εγκατέστησε την ενάγουσα ήδη εφεσίβλητη, πρώτη εξαδέλφη του κληρονόμο του σε όλη την υπάρχουσα κατ' εκείνο το χρόνο ακίνητη περιουσία του καθώς και σε ο,τιδήποτε κινητό υπήρχε εντός της οικίας και σε τυχόν μετρητά που θα ευρίσκοντο στο ταμιευτήριο. Με τη δεύτερη διαθήκη εγκατέστησε κληρονόμο του την πρώτη εναγομένη, ήδη εκκαλούσα, πρώτη επίσης εξαδέλφη του στο επί της οδού ... 62 διαμέρισμα του, 47 τμ και σε όλα τα υπάρχοντα του κινητά και ακίνητα, ενώ με την τελευταία, η οποία είναι νεώτερη χρονικά των δυο άλλων, διέθεσε διαφορετικά το άνω διαμέρισμα και τα εντός αυτού κινητά πράγματα, εγκαθιστώντας κληρονόμο του το δεύτερο εναγόμενο φίλο του και γείτονα.
Η ενάγουσα υπό τα δεδομένα αυτά, έχοντας έννομο συμφέρον ως εκ διαθήκης αλλά και ως εξ αδιαθέτου, στην τρίτη τάξη, κληρονόμος του αποβιώσαντος, επιδιώκει με την ένδικη αγωγή να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δεύτερης και της τρίτης από τις ανωτέρω διαθήκες ισχυριζόμενη ότι ο διαθέτης Γ. Π. κατά το χρόνο συντάξεως τους, δεν είχε την κατά νόμο ικανότητα συντάξεως διαθήκης διότι έπασχε από ψυχωσική και νοητική διαταραχή εξ αιτίας της οποίας δεν είχε συνείδηση των πράξεων αλλά και εστερείτο της χρήσεως του λογικού.
Ο θανών ήταν πτυχιούχος της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής και εργαζόταν ως υπάλληλος στον Ιππόδρομο [Ο.Δ.Ι.Ε] μέχρι το έτος 1991 οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Όσο ζούσε διέμενε μόνος στο επί της οδού ... ως άνω διαμέρισμα του και δεν είχε αναγκαίους κληρονόμους παρά μόνον πρώτα εξαδέλφια από την πατρική και μητρική γραμμή ,δεδομένου ότι ήταν άγαμος οι δε γονείς του και ο μοναδικός αδελφός του είχαν προαποβιώσει.
Ο διαθέτης έως το τέλος του 1995διήγε μια απολύτως φυσιολογική ζωή, είχε κοινωνικές συναναστροφές με συγγενείς και φίλους ταξίδευε συχνά, έδειχνε ενδιαφέρον για το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και ήταν καλής υγείας σωματικής, ψυχικής, πνευματικής, αφού δεν αποδεικνύεται ότι αντιμετώπιζε οποιοδήποτε παθολογικό ή ψυχολογικό πρόβλημα .Η συμπεριφορά του όμως από τις αρχές του 1996 άρχισε να αλλάζει και συγκεκριμένα διακατέχονταν από μελαγχολία, άγχος και φόβο για το τι θα συμβεί, ενώ με την πάροδο του χρόνου απέφευγε τους συγγενείς και φίλους κλείνονταν στον εαυτό του και ελάμβανε φάρμακα [ταβόρ] για να είναι ήρεμος και να κοιμάται.
Στις 2.8.1996, την επόμενη δηλαδή ημέρα από τη σύνταξη της ένδικης από 1.8.1996 ιδιόγραφης διαθήκης, εισήχθη στο 3ο Θεραπευτήριο ΙΚΑ λόγω λήψης αγνώστου αριθμού δισκίων ταβόρ και εξήλθε στις 5.8.1996 σε καλή κατάσταση με διάγνωση φαρμακευτική δηλητηρίαση Στη συνέχεια από 16.9.1996 έως 20.9.1996 νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", με διάγνωση πάλι φαρμακευτική δηλητηρίαση λόγω λήψης δισκίων ταβόρ, ενώ στις 22.10.1996 εισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε μέχρι της 25.10.1996 στην Γ Παθολογική Κλινική με διάγνωση απόπειρα αυτοκτονίας σε έδαφος ψυχωσικής συνδρομής και ακολούθως νοσηλεύτηκε στην ψυχιατρική κλινική του εν λόγω νοσοκομείου με διάγνωση καταθλιπτικό επεισόδιο, εξήλθε δε στις 6.11.1996 με οδηγίες να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή [EFEROX 75 MG] και να παρακολουθείται στο εξωτερικό ψυχιατρικό ιατρείο .Με τις παραπάνω ενέργειες του ο διαθέτης επιδίωξε ανεπιτυχώς να δώσει τέλος στη ζωή του δηλαδή ν' αυτοκτονήσει, όμως τελικά στις 31.12.1996 και περί ώρα 19,10 πέφτοντας στις γραμμές του τρένου κατά τη στιγμή που κατέφθανε η αμαξοστοιχία που εκτελούσε τη διαδρομή Αθήνα-Χαλκίδα παρασύρθηκε από αυτήν με συνέπεια, όπως προεκτέθηκε, να υποστεί βαρύτατες σωματικές κακώσεις, από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του .
Αξιοσημείωτο είναι ότι στην τσέπη του βρέθηκε ιδιόχειρο σημείωμα του στο οποίο επί λέξει ανέφερε. "Η τσάντα μου να παραδοθεί στην εξαδέλφη μου Μ. Ν. ..., Γ.. Τα χρήματα Μ. που θα είναι μέσα στην τσάντα είναι 610 χιλιάδες". Περαιτέρω όμως από τα ως άνω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα πριν και κατά τη σύνταξη της επίμαχης από 1.8.1996 ιδιόγραφης διαθήκης οι πνευματικές και ψυχικές λειτουργίες του διαθέτη είχαν διαταραχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην έχει πλήρη συνείδηση των πράξεων του και να μην μπορεί να διαγνώσει την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της πράξης που επιχειρούσε δηλαδή της σύνταξης της εν λόγω διαθήκης, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή της η ενάγουσα.
Ειδικότερα από το ίδιο το κείμενο της ένδικης διαθήκης, την οποία συνέταξε την παραμονή της πρώτης απόπειρας αυτοκαταστροφής του αλλά και από το κείμενο εκείνης που συνέταξε μεταγενέστερα στις 25.8.1996 προκύπτει, ότι ο διαθέτης κατά τον κρίσιμο χρόνο διατηρούσε την πνευματική του διαύγεια και είχε την ικανότητα να προσδιορίζει ελεύθερα με λογικές σκέψεις τη βούλησή του καθώς επίσης είχε τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο της επιχειρούμενης τότε πράξης του και των συνεπειών που απέρρεαν από αυτή και να αντισταθεί έτσι σε τυχόν υποβολή του από οποιοδήποτε τρίτο και εν προκειμένω από την εξαδέλφη του πρώτη εναγομένη .
Έτσι αυτός με λογικές σκέψεις, ωραίο γραφικό χαρακτήρα και ειρμό εγκαθιστά με την διαθήκη του κληρονόμο του την πρώτη εναγομένη, αφού στην εισαγωγή αυτής αναφέρει ότι "έχει σώας τας φρένας και πλήρη επίγνωση των πράξεων του και από ουδένα επηρεασμένος με πλήρη ευχαρίστηση και ικανοποίηση ...". Εξάλλου κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ναι μεν ελάμβανε το αγχολυτικό φάρμακο ταβόρ, το οποίο σύμφωνα με τις ενδείξεις του φύλλου οδηγιών χορηγείται για την αντιμετώπιση του άγχους μεταξύ δε των ανεπιθύμητων παρενεργειών, αναφέρονται σύγχυση και προχωρημένη αμνησία, στο συγκεκριμένο όμως ασθενή, εν όψει του ότι η χρήση του εν λόγω φαρμάκου δεν ήταν παρατεταμένη, δεν αποδεικνύεται ότι είχαν εμφανισθεί τα πιο πάνω συμπτώματα ούτε αποδεικνύεται ότι έστω και παροδικά η λήψη του διετάραξε τις πνευματικές του λειτουργίες και προκάλεσε σύγχυση αυτών.
Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το ότι λίγο πριν την τρίτη αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, σε ιδιόχειρο σημείωμά του που απευθύνεται προς την πρώτη εναγομένη, η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητείται, με σαφήνεια και ωραίο γραφικό χαρακτήρα, έχοντας πλήρη επίγνωση, εξηγεί το λόγο για τον οποίο επιλέγει να θέσει τέλος στη ζωή του, προβληματίζεται για το πως το κοινωνικό και συγγενικό του περιβάλλον θα σχολιάσουν την πράξη του, ρυθμίζει την τύχη των χρημάτων που δεν έχει καταθέσει σε κάποια τράπεζα και τη διαβεβαιώνει ότι από εκεί που θα βρίσκεται θα προστατεύει το "Γ.".
Για την ανωτέρω κατάσταση της υγείας του διαθέτη και ειδικότερα για το ότι είχε τη δυνατότητα να είχε συνείδηση των πράξεων του και ικανότητα χρήσης του λογικού κατηγορηματικό, και με σαφήνεια καταθέτουν οι μάρτυρες της εκκαλούσας Ν. Α. και Χ. Ν. πρώτα εξαδέλφια του θανόντος, οι οποίοι έχουν ίδια αντίληψη για όσα καταθέτουν και συγκεκριμένα για το κρίσιμο γεγονός της ψυχικής και διανοητικής του κατάστασης.
Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών δεν αναιρούνται κατά τρόπο που να μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική δικαστική κρίση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας Χ. Σ. και Α. Μ., οι οποίες δεν είναι ικανές να στηρίξουν διαφορετική δικαστική πεποίθηση για σοβαρή δηλαδή διανοητική και ψυχική διαταραχή του διαθέτη σε βαθμό που να περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας του για τον μετά το θάνατό του χρόνο με λογικούς υπολογισμούς, δεδομένου ότι αυτοί δεν είχαν προσωπική με αυτόν επικοινωνία και επαφή κατά τον τελευταίο χρόνο πριν από το θάνατο του δηλαδή το έτος 1996 και έτσι δεν είχαν άμεση αντίληψη για την κατάσταση της υγείας του.
Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος, όπως ο ίδιος καταθέτει, δεν είχε μαζί του κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα καμία επαφή και ο δεύτερος γιος της ενάγουσας, προφανώς και αυτός δεν είχε επαφή με αυτόν, παρά τα όσα περί φιλικών μετ' αυτού συναντήσεων αναφέρει στην κατάθεσή του, η οποία δεν κρίνεται αξιόπιστη, δεδομένου ότι αναφέρεται σε δυο περιστατικά που συνέβησαν το έτος 1996 επικαλούμενος ότι ο θανών θείος του εργαζόταν, ενώ αυτός, όπως προεκτέθηκε, είχε από το 1991 συνταξιοδοτηθεί, γεγονός που προφανώς θα εγνώριζε εάν έστω και τυπικά είχε μετ' αυτού επικοινωνία κατά τα τελευταία πριν από το θάνατό του έτη.
Εξάλλου η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο και ιδίως από την με επίκληση προσκομιζόμενη ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου ψυχιάτρου Α. Σ., που συνέταξε με εντολή της ενάγουσας, δεδομένου ότι ο ιατρός αυτός χορήγησε την εν λόγω σχετική περί της κατάστασης της υγείας του διαθέτη βεβαίωση με βάση τα τρία πιστοποιητικά νοσηλείας του και τα πιστοποιητικά θανάτου του, χωρίς ποτέ στο παρελθόν να γνωρίζει και να έχει οποιαδήποτε επαφή και σχέση με το θανόντα ούτε ιδία αντίληψη για την κατάσταση της υγείας του κατά το χρόνο σύνταξης των επίμαχων διαθηκών, τέσσερα δε έτη μετά το θάνατο του, γνωματεύει κατά τρόπο γενικό και αόριστο ότι τα άτομα με τάσεις αυτοκαταστροφής και συνακόλουθα ο διαθέτης, αδυνατούν να κάνουν υπεύθυνες πράξεις συναλλαγής.
Εξάλλου εάν πράγματι αλήθευε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο διαθέτης καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 1996 δεν είχε συνείδηση των πράξεων του και εστερείτο της δυνατότητας χρήσεως του λογικού, θα μεριμνούσε να τεθεί ο ασθενής εξάδελφος της υπό δικαστική συμπαράσταση για την προστασία των υλικών συμφερόντων του και δεν θα παρίστατο απλός θεατής στην κατάσταση αυτή.
Επομένως ο διαθέτης κατά το χρόνο συντάξεως της επίμαχης διαθήκης ήταν ικανός για τη σύνταξή της και συνεπώς πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη και κατά τις δύο βάσεις της, κυρία και επικουρική. Ακολούθως το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ικανότητας του διαθέτη για τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο διαθέτης μέχρι το τέλος του 1995 διήγε μία απολύτως φυσιολογική ζωή, από τις αρχές του 1996 "άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά και, ειδικότερα, "διακατέχονταν από μελαγχολία, άγχος και φόβο για το τι θα του συμβεί", ενώ μετά την πάροδο του χρόνου απέφευγε τους συγγενείς και τους φίλους, κλείνονταν στον εαυτό του και λάμβανε φάρμακα (ταβόρ) για να είναι ήρεμος και να κοιμάται" την επομένη, επίσης, ημέρα της σύνταξης της επίμαχης διαθήκης (2-8-1996) έλαβε άγνωστο αριθμό δισκίων ταβόρ, του προκάλεσε φαρμακευτική δηλητηρίαση, στη συνέχεια, από 16-9-1996 έως 20-9-1996 νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός με διάγνωση και πάλι φαρμακευτική δηλητηρίαση, λόγω λήψεως δισκίων ταβόρ.
Ενώ στις 22-10-1996 επίσης εισήχθη στο ίδιο νοσοκομείο και νοσηλεύτηκε μέχρι 25-10-1996 με διάγνωση απόπειρα αυτοκτονίας σε έδαφος ψυχωσικής συνδρομής, ακολούθως δε νοσηλεύθηκε μέχρι τις 6-11-1996 στην ψυχιατρική κλινική του εν λόγω νοσοκομείου με διάγνωση "καταθλιπτικό επεισόδιο" και τελικά 31.12.1996 έπεσε στις γραμμές του τρένου, υπέστη βαρύτατες κακώσεις από τις οποίες επήλθε ο θάνατος του.
Μολονότι όμως δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο διαθέτης παρουσίαζε έντονες ψυχικές διαταραχές, εξαιτίας των οποίων αποπειράθηκε τρεις φορές να αυτοκτονήσει, ενώ από τις αρχές του έτους 1996 έκανε χρήση ηρεμιστικών φαρμάκων (TAVOR), εξαιτίας της μεγάλης χρήσης των οποίων και νοσηλεύθηκε δύο φορές, δέχθηκε περαιτέρω, εντελώς όμως αντιφατικά ότι " ο διαθέτης κατά τον κρίσιμο χρόνο διατηρούσε την πνευματική του διαύγεια και είχε την ικανότητα να προσδιορίζει ελεύθερα με λογικές σκέψεις τη βούλησή του καθώς επίσης είχε τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο της επιχειρούμενης τότε πράξης του και συνεπειών που απέρρεαν από αυτή και να αντισταθεί έτσι σε τυχόν υποβολή του από οποιοδήποτε τρίτο και εν προκειμένω από την εξαδέλφη του πρώτη εναγομένη".
Έτσι, όμως δημιουργείται αμφιβολία περί του εάν ο διαθέτης μπορούσε να χειριστεί λογικά τα δεδομένα της πραγματικότητας, τις ηθικές αξίες και κατ' επέκταση να κάνει υπεύθυνες πράξεις συναλλαγές. Αμφιβολία δημιουργείται, επίσης, περί του εάν η βούληση του διαθέτη κατά τον παραπάνω χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης ήταν ελεύθερη στο βαθμό, που είναι του ομαλά ψυχικού ανθρώπου δηλ.
αν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί σε υποβολή προερχόμενη από άλλους. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1719 περ. 4 ΑΚ και επομένως στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6956/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ