1073/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1073/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α. σύμβαση μεσιτείας, δηλαδή υπόσχεση αμοιβής για την εντολή που ανατέθηκε στο μεσίτη, για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη συγκεκριμένης συμβάσεως, β. μεσιτική δραστηριότητα με τη μορφή μεσολαβήσεως ή υποδείξεως ευκαιρίας για τη σύναψη συμβάσεως, γ. σύναψη της σκοπούμενης συμβάσεως και δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1073 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1073 /2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Α. -Ζ. συζύγου Α. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης Χριστινάκη.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. -Σ. ΟΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου Δημητρίου Μπούμπουρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 20-04-2007 προσεπίκληση και την από 22-5-2007 πρόσθετη παρέμβαση που ασκήθηκε με τις προτάσεις. Εκδόθηκε η 16/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 7311/2009 όπως διορθώθηκε με την 2388/2010 απόφαση, του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-03-2010 αίτηση αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ασπασία Καρέλλου, ανέγνωσε την από 28-04-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16-3-2010 αίτηση αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 703 του Α.Κ., εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξιώσεως μεσιτικής αμοιβής είναι:
α. σύμβαση μεσιτείας, δηλαδή υπόσχεση αμοιβής για την εντολή που ανατέθηκε στο μεσίτη, για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη συγκεκριμένης συμβάσεως, β. μεσιτική δραστηριότητα με τη μορφή μεσολαβήσεως ή υποδείξεως ευκαιρίας για τη σύναψη συμβάσεως, γ. σύναψη της σκοπούμενης συμβάσεως και δ.
αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της συνάψεως της συμβάσεως. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και. εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινομένων από το ένα μέρος στο άλλο ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας συνάψεως συμβάσεως που τον ενδιαφέρει.
Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με την υπόδειξη αυτή του μεσίτη πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται αμοιβή. Όταν η σύμβαση μεσιτείας αποβλέπει μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως, οποιαδήποτε ενέργεια του μεσίτη που συντελεί στην πραγμάτωση της σκοπούμενης συμβάσεως, έστω και με παρεμβολή τρίτου προσώπου, που ενεργεί καθ' υποκατάσταση του μεσίτη, θεωρείται ότι συνιστά υπόδειξη ευκαιρίας, αρκεί μεταξύ της ενέργειας αυτής και της καταρτίσεως της συμβάσεως, για την οποία δόθηκε η εντολή, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, δηλαδή αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μεσολάβηση ή η υπόδειξη της ευκαιρίας βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε και μόνο δημιουργείται υποχρέωση προς καταβολή μεσιτικής αμοιβής.
Τα όσα έλαβαν χώρα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σχετικά με την εντολή που δόθηκε στο μεσίτη και τις ενέργειες αυτού, ως ζητήματα καθαρά πραγματικά κρίνονται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Η κρίση όμως, για τα αν αυτά που κυριαρχικά διαπιστώθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ή μη ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που έχει παραχθεί, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ως άνω ουσιαστικής διατάξεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Με σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε εγγράφως, την 17-11 -2001, μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως μεσίτριας και του εναγομένου Γ. Π. ή Π., ως μεσιτικού εντολέως, ο τελευταίος ανέθεσε στην πρώτη την καθαρή εντολή, μόνο να του υποδείξει ευκαιρία για να πωλήσει συγκεκριμένο ακίνητο.Το ακίνητο αυτό, όπως περιγράφεται στο έγγραφο της συμβάσεως, ήταν μονοκατοικία, επιφανείας 525 μ2 περίπου, σε οικόπεδο εμβαδού 8.656,61 μ2, επί των οδών ...
και ... και ..., στη θέση ... της ... . Η έκταση της μεσιτικής εντολής ήταν η ενημέρωση - πληροφόρηση του μεσιτικού εντολέως για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτόν δυνατότητας καταρτίσεως της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως, δηλαδή του ενδιαφέροντος τρίτων (ή τρίτου) υποψηφίων αντισυμβαλλομένων του, να αγοράσουν το επίδικο, με την αναφορά των στοιχείων των τρίτων ενδιαφερομένων προσώπων, ώστε να καθίσταται δυνατή η απ' ευθείας διαπραγμάτευση μαζί τους, για την πώληση του επιδίκου.
Η μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2 % επί του τιμήματος πωλήσεως που θα συμφωνηθεί, πλέον Φ.Π.Α. (19%). Δήλη ημέρα πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής συμφωνήθηκε η 11η ημέρα από την κατάρτιση της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως .Σχετικώς στο έγγραφο της συμβάσεως αυτής αναγράφεται: "Ο υπογράφων Γ. Α. Π., με την παρούσα μου επιστολή, σας δίνω την εντολή να προωθήσετε, χωρίς δημοσίευση - καταχώριση οποιουδήποτε κειμένου ή φωτογραφίας είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, την πώληση του ακινήτου επί της οδού ...
και ... και ... στη θέση ... ..., υποδεικνύοντας αγοραστή. Υπόσχομαι, σε περίπτωση πραγματοποιήσεως της πωλήσεως, με οποιονδήποτε πελάτη του γραφείου σας, τον οποίο, προ οποιασδήποτε επιδείξεως του ακινήτου, θα μου γνωστοποιείτε, εγγράφως με FΑΧ, να σας καταβάλω τη συμφωνούμενη μεσιτεία, 2 % επί του συμφωνηθησομένου τιμήματος, πλέον Φ.Π.Α., με το νόμιμο τόκο μετά παρέλευση δεκαημέρου από τις καταρτίσεως της σχετικής οριστικής συμβάσεως, χωρίς όχληση".
Με σύμβαση δε που καταρτίσθηκε εγγράφως, την 17-11-2004, μεταξύ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Α. -Ζ. συζ. Α. Μ., ως μεσιτικής εντολέως, η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη, την καθαρή εντολή, μόνο να της υποδείξει ευκαιρία για να αγοράσει συγκεκριμένο ακίνητο. Το ακίνητο αυτό είναι το επίδικο.
Η έκταση της μεσιτικής εντολής ήταν η ενημέρωση - πληροφόρηση της μεσιτικής εντολέως για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης, προηγουμένως, σε αυτήν δυνατότητας καταρτίσεως της σκοπούμενης συμβάσεως, δηλαδή του ενδιαφέροντος τρίτων ( ή τρίτου ) υποψηφίων αντισυμβαλλομένων της, να πωλήσουν το επίδικο, με την αναφορά των στοιχείων των τρίτων ενδιαφερομένων προσώπων, ώστε να καθίσταται δυνατή η απ' ευθείας διαπραγμάτευση μαζί τους, για την αγορά του επιδίκου.
Η μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε σε ποσοστό 2 % επί του πραγματικού τιμήματος αγοράς, που θα συμφωνηθεί, πλέον Φ.ΠΑ (19 %). Δήλη ημέρα πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής συμφωνήθηκε η 11η ημέρα από την κατάρτιση της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως. Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι κατά τις υπάρχουσες πιο πάνω εντολές, η ομόρρυθμη εταίρος της ενάγουσας Α. - Ε.
Ι. Π., υπέδειξε στην Α. Μ. την ευκαιρία προς αγορά, για το επίδικο. Συγκεκριμένα της ανέφερε, α) τα ονόματα των κυρίων του επιδίκου, ως τρίτων, δηλαδή του Γ. Π. ή Π. και της μητέρας του Κ. χήρας Α. Π. ή Π., β) το εμβαδόν του οικοπέδου 8.656,61 μ2, καθώς και τους ορόφους της μονοκατοικίας, τα υπνοδωμάτια, την πισίνα, το γκαράζ και τους λοιπούς βοηθητικούς χώρους, γ) το συντελεστή δομήσεως.
Την 17-11-2004 η αυτή ως άνω ομόρρυθμη εταίρος της ενάγουσας (Α. - Ε. Π. ) υπέδειξε στον Γ. Π. ή Π., την ευκαιρία προς πώληση, για το επίδικο ακίνητο. Συγκεκριμένα του ανέφερε, το όνομα της υποψηφίας αντισυμβαλλομένης του, ως τρίτης, δηλαδή της Α. -Ζ. συζ. Α. Μ. ή "κάποιου μέλους της οικογένειας της", κατοίκων ... . Μετά την 17-11- 2004 η ενάγουσα, με την αυτή ως άνω ομόρρυθμη εταίρο της, την 23 - 11 - 2004 "επέδειξε εξωτερικά" το επίδικο στην Α.
Μ.. Για την " επίδειξη εξωτερικά " του επιδίκου, η ενάγουσα ενημέρωσε τον Γ. Π. ή Π., την 13-9 -2006, με FΑΧ. Το χρόνο της υποδείξεως της ευκαιρίας (17-11-2004 ) οι πιο πάνω κύριοι του επιδίκου ακινήτου ήθελαν την πώληση του και η Α. Μ. ήθελε την αγορά του. Με την ορισμένη αναφορά, την 17-11 -2004 από την ενάγουσα στην Α. Μ., των στοιχείων των κυρίων του επιδίκου, καθώς και με την ορισμένη αναφορά, την 17-11-2004, από την ενάγουσα στον Γ.
Π. ή Π. των στοιχείων της Α. Μ., καθίστατο δυνατή η απ' ευθείας διαπραγμάτευση για την πώληση - αγορά του επιδίκου και, εφόσον όλοι οι υποψήφιοι συμβαλλόμενοι ήθελαν, την 17-11-2004, την πώληση και αγορά του, υπήρχε τότε, δυνατότητα καταρτίσεως της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως. Μετά την ως άνω υπόδειξη ευκαιρίας από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, καταρτίσθηκε, την 14-12-2006, εγκύρως, η σκοπούμενη σύμβαση μεταξύ των κυρίων του επιδίκου, ως πωλητών και του μέλους της οικογένειας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Α. - Α.
θυγ. Α. και Α. - Ζ. Μ., ως αγοράστριας, με τα ... και ... /14-12- 2006 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ζαφειρίας Σουρή - Κωνσταντίνου. Το τίμημα πωλήσεως - αγοράς συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 5.936.222,69 ευρώ, ήτοι 2.807.700 ευρώ, που αναγράφεται στο πρώτο από τα ως άνω συμβόλαια και 3.128.522,69 ευρώ, που αναγράφεται στο δεύτερο από τα παραπάνω συμβόλαια.
Το τίμημα αυτό αντιστοιχούσε, τον χρόνο εκείνο (14-12-2006 ) στην πραγματική αγοραία αξία του επιδίκου. Η έγκυρη κατάρτιση της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως (πωλήσεως -αγοράς του επιδίκου ), κατέληξε το Εφετείο, ήταν αποτέλεσμα της υποδείξεως ευκαιρίας από την ενάγουσα και έτσι αυτή έχει αξίωση θεμελιούμενη αυτοτελώς σε μόνη την υπόδειξη ευκαιρίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως αβάσιμη και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Α. Μ., ως μεσιτικός εντολέας οφείλει τη συμφωνημένη μεσιτική αμοιβή των 141.282 ευρώ.
Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 703 του Α.Κ. που εφαρμόσθηκε, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε.
Ειδικότερα πλήρεις και σαφείς είναι οι αιτιολογίες, ως προς τη μεσιτική εντολή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, με περιεχόμενο μόνο την υπόδειξη ευκαιρίας προς αγορά ακινήτου, για την υπόδειξη ευκαιρίας (του ακινήτου του Γ. Π. ή Π. ) στις 17-11-2004, με ταυτόχρονη υπόδειξη της ευκαιρίας αυτής προς τον ενδιαφερόμενο προς πώληση του πιο πάνω ακινήτου Γ.
Π. ή Π., προκειμένου τα μέρη να έλθουν σε απευθείας διαπραγματεύσεις, για την προς την αναιρεσείουσα επίδειξη του ως άνω ακινήτου στις 23-11-2004, για τη βούληση των Α. Μ. και Γ. Π. ή Π. προς κατάρτιση της σκοπούμενης συμβάσεως και για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσολαβητικής δραστηριότητας της ενάγουσας και του επελθόντος αποτελέσματος, ήτοι τη σύναψη της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ. Πολ.Δ, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 707 Α.Κ, αν η συμφωνημένη αμοιβή είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη στο μέτρο που αρμόζει. Με τον όρο δυσανάλογα μεγάλη νοείται η υπέρμετρη αμοιβή σε σχέση τόσο με τη μεσιτική παροχή και συγκεκριμένα τους κόπους, τις προσπάθειες (έστω και άγονες), τις δαπάνες, τη χρονική απασχόληση αλλά και τον τρόπο της απασχολήσεως, όσο και με το αποκτώμενο από την επιτευχθείσα σύμβαση έννομο όφελος του εντολέα ή και το ηθικό όφελος αυτού, λαμβανομένων υπόψη και όλων των ειδικών περιστάσεων από το χρόνο συνάψεως της μεσιτείας μέχρι το χρόνο γενέσεως της αξιώσεως για αμοιβή και των τυχόν επιτόπιων συνηθειών, όπως είναι και η συνηθισμένη αμοιβή των μεσιτών της περιοχής συνάψεως της μεσιτείας για παρόμοιες συναλλαγές, καθώς και της οικονομικής καταστάσεως των μερών και κυρίως της οικονομικής δυνατότητας του εντολέα.
Η μείωση της αμοιβής μπορεί να επιδιωχθεί είτε με αγωγή είτε με ένσταση, κατά της διώκουσας την καταβολή της αμοιβής του μεσίτη αγωγής, πρέπει όμως σε κάθε περίπτωση να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, με αναφορά όλων των παραπάνω απαιτούμενων στοιχείων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1 β, 679 παρ. 1,115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' του Κ.Πολ. Δ. προκύπτει ότι στη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την απόρριψη της προβληθείσας απ' αυτή ενστάσεως του άρθρου 707 Α.Κ. για μείωση της μεσιτικής αμοιβής της αναιρεσίβλητης, ως δυσανάλογα μεγάλης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, προς αντίκρουση της εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, της οποίας είχε απορριφθεί πρωτοδίκως η αγωγή, προέβαλε μεν, επικουρικά, την ένσταση του άρθρου 707 Α.Κ, την οποία είχε προβάλει και πρωτοδίκως, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, πλην όμως η ένσταση αυτή ήταν αόριστη, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν ανέφερε με τις ως άνω προτάσεις της όλα τα απαιτούμενα ανωτέρω στοιχεία, ενώ στην κρινόμενη περίπτωση δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που δικαιολογούν την παραδεκτή προβολή της ενστάσεως αυτής το πρώτον με λόγο αναιρέσεως.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.Α.Π. 42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την από 29 - 4 -2006 σύμβαση μεσιτικής εντολής του συζύγου της προς το μεσίτη Κ. Τ. που αναφερόταν στην υπόδειξη ακινήτου προς αγορά ακινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση, γενική διαβεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο .αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν μετά νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση "...
και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το ως άνω έγγραφο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έτσι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού, όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως, καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο πού υποστηρίζει ο αναιρεσείων (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 περ. 4, 466 παρ. 1 και 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: 1 ) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, 2 ) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Εξάλλου, για τη θεμελίωση του παραπάνω λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο, του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο ,που ασκείται επικουρικά σε σχέση με το πρώτο μέρος του λόγου αυτού, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 29 4-2006 εγγράφου, ήτοι της συμβάσεως μεσιτικής εντολής του συζύγου της Α.
Μ. προς το μεσίτη Κ. Τ., ο οποίος και υπέδειξε προς το σύζυγο της το ως άνω ακίνητο, με αποτέλεσμα τη διακοπή της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ενεργειών της ενάγουσας, στο πλαίσιο της εντολής της που τη συνέδεε μ ' αυτή .Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού, αλλά αφού το ανέγνωσε, το συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα απ' αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.
Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ. Πολ. Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 17-11-2004 μεσιτικής εντολής, με την παράλειψη της ρητά προβλεπόμενης έκπτωσης 25 % επί της τελικώς υπολογιζόμενης αμοιβής της αναιρεσίβλητης είναι αόριστος καθόσον, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο της ως άνω μεσιτικής εντολής, ώστε από τη σύγκριση με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα.
Επιπλέον ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι και αβάσιμος, καθόσον δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα το από 17-11-2004 έγγραφο της ως άνω μεσιτικής εντολής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2010 αίτηση για αναίρεση της 7311/-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα 23-5-2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 23-6-2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ