1073/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 707/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4682/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/12/2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1073/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1073 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1073/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΛΥΚΕΜ ΑΕ" και έδρα στο Κρυονέρι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΑΕ" και έδρα στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λαγούρο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 707/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4682/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/12/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 16/5/0227 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Και η μεν κρίση (α) περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθείσα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη εκείνη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Στον ίδιο έλεγχο υπόκειται η κ'ριση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, ήτοι ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν τη νομική έννοια της συνυπαιτιότητας. Αντίθετα, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ποσοστό κατά το ποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση καθώς και η κρίση περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζημίου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών".
Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς". Τέλος, κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του ΚΟΚ, "η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατεύθυνσης επιβάλλεται να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός".
Στην προκείμενη περίπτωση το ως εφετείο δικάσαν πολυμελές πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις 19.6.2002 και περί ώρα 13.53 π.μ. η Χ1 (αναιρεσείουσα) εκινείτο επί της οδού ... στην ...... Αττικής, η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ....ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, με κατεύθυνση προς την οδό ..., έχοντας πρόθεση στη διασταύρωση με την οδό ...
να στρίψει αριστερά και να συνεχίσει την πορεία της επί της οδού .... με κατεύθυνση προς ..... .Κατά τον ίδιο χρόνο ο Γ1 οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΦ αυτοκίνητο που ανήκε κατά κυριότητα στην ανώνυμη εταιρία "ΠΟΛΥΚΕΜ ΑΕ" (πρώτη αναιρεσίβλητη) και ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΑΕ" (τρίτη αναιρεσίβλητη) και εκινείτο στην ίδια περιοχή επί της οδού ....
με κατεύθυνση προς την πλατεία .... . Όταν η ενάγουσα Χ1 έφθασε στην συμβολή της οδού .... με την οδό ...., όπου πριν από τον κόμβο και επί της οδού .... υπάρχει πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας [STOP], αντιλήφθηκε το φορτηγό αυτοκίνητο με οδηγό τον Γ1 να κινείται από αριστερά της στην οδό .... έχοντας αναμμένο τον δεξιό δείκτη κατεύθυνσης.
Η ενάγουσα θεωρώντας ότι ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου θα στρίψει δεξιά στην οδό ....., σύμφωνα με την προειδοποίηση του δείκτη κατεύθυνσης και πιστεύοντας ότι με την είσοδό της στον κόμβο δεν εμποδίζει αυτό τον ελιγμό στροφής του φορτηγού αυτοκινήτου, δεν σταμάτησε για να παραχωρήσει προτεραιότητα στο προαναφερόμενο ....
ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο, αλλά συνέχισε την πορεία της και εισήλθε στη διασταύρωση. Πλην όμως ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος είχε ξεχάσει αναμμένο το δεξιό του φλάς από προηγούμενη αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας και δεν είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό ....., εξακολούθησε την ευθεία πορεία του επί της οδού ....., με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν, το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της ενάγουσας Χ1 με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γ1.
Ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών το ατύχημα προκλήθηκε από συνυπαιτιότητα [άρθρο 300 του ΑΚ] που πρόβαλαν οι εναγόμενες (αναιρεσίβλητες) ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρουν με σχετικό λόγο της κρινόμενης έφεσης, διότι η ως άνω οδηγός κατά την οδήγηση δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε κα από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, δηλαδή δεν σταμάτησε για να παραχωρήσει προτεραιότητα στο όχημα που εκινείτο στην οδό που πλησίαζε, παρότι στην πορεία της και πριν από την είσοδό της στον κόμβο υπήρχε πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας [κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 2696/1999].
Αλλά και ο Γ1, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου ...... ευθύνεται σε ποσοστό 20% γιατί δεν κατέβαλε την επιμέλεια το μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, δηλαδή οδηγούσε χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και άφησε αναμμένο το δεξιό δείκτη κατεύθυνσης, μολονότι ολοκληρώθηκε ο ελιγμός για τον οποίο τον είχε χρησιμοποιήσει, δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του εσφαλμένες εντυπώσεις στην ενάγουσα [κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 21 παρ. 3 του ν. 2696/99]......" Όμως με τέτοιες παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ψευδώς ερμήνευσε τις αόριστες αυτές νομικές έννοιες της συνυπαιτιότητας και τις αιτιώδους συνάφειας, καθόσον έκρινε εσφαλμένα, με βάση τα περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ως αποδειχθέντα, ότι συγκροτούνται εδώ οι ως άνω νομικές έννοιες, ενώ είναι φανερό, υπό τις δεδομένες ως άνω παραδοχές, ότι το ατύχημα δεν θα συνέβαινε αν ο οδηγός του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης ακολουθούσε την πορεία που έδειχναν οι δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης αυτού.
Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στη νομική πλημμέλεια από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔικ (ή εδ. 1 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα) και γι' αυτό, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου αναιρέσεως, που προσάπτει, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, στην προσβαλλομένη την άνω πλημμέλεια, πρέπει να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο δικαστήριο, το οποίο είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Αναιρεί την 4622/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
-
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ