Legislator Case Law & Legislation
1072/2023 AI generated

Supreme Court quashes labor dispute appeal due to insufficient reasoning on interest in seeking alternative employment.

Case Number 1072/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute between an employee and a bank. The appellant argued the lower court failed to adequately justify why he lacked interest in finding alternative employment, a crucial factor for awarding back pay. The court held that the lower court omitted essential factual premises regarding potential earnings from other jobs, violating the requirement for a complete and reasoned judgment under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; A judgment must contain all factual premises necessary to justify the decision, and the omission of essential reasoning regarding the plaintiff's interest in alternative employment constitutes a ground for cassation.

Keywords

AI generated
labor dispute cassation appeal insufficient reasoning interest in employment back pay award Code of Civil Procedure factual premises

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1072 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1072/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και δήλωσαν ότι η ως άνω τράπεζα είναι καθολική διάδοχος της ομώνυμης τράπεζας που προήλθε από διάσπαση της τελευταίας διά της απόσχισης του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1007/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2386/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-4-2021 και με αριθ. κατ. 2672/339/28-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2386/6-5-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 31-8-2017 και με αριθ. κατ. 569832/504296/2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθ. 1007/29-6-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-12-2011 και με αριθ. κατ. 231246/6640/29-12-2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Με την από 27-12-2011, ως άνω, αγωγή ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την Τράπεζα ... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχοντας τις υπηρεσίες του ως Διευθυντής στο κατάστημα ..., ενώ από το έτος 2000, οπότε η Τράπεζα ... συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την εναγομένη Τράπεζα ..., συνέχισε να παρέχει ανελλιπώς τις υπηρεσίες του στην τελευταία, υπαχθείς στον Οργανισμό Προσωπικού αυτής.

Ότι στις 11-12-2002 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, κατόπιν δε άσκησης αγωγής κατ' αυτής, με την εκδοθείσα με αριθ. 2086/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καθώς και η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-12-2002 έως 11-12-2003 το συνολικό ποσό των 51.063,78 ευρώ, και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ.

Ότι η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την με αριθ. 9326/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της εναγομένης και η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Ότι κατόπιν της από 31-12-2006 αγωγής του για επιδίκαση μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος 1-1-2004 έως 31-12-2006 εκδόθηκε η με αριθ. 1007/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, απορρίφθηκε όμως με την εκδοθείσα κατόπιν άσκησης από την εναγομένη έφεσης, με αριθ. 4045/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας έχει ασκήσει αίτηση αναίρεσης.

Επικαλούμενος δε με την ένδικη αγωγή εξακολούθηση της υπερημερίας της εναγομένης, ζήτησε να υποχρεωθεί να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 έως 31-12-2011 πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, το συνολικό ποσό των 255.318,90 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να του καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 1007/2017 οριστική απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 2386/2019 απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα από την εναγομένη από 31-8-2017, ως άνω, έφεση, εξαφάνισε την με αριθ. 1007/20017 πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και, κατόπιν αποδοχής της προταθείσας από την εναγομένη ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, απέρριψε την αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 656 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 ν. 4139/2013, το οποίο κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε.

Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν τον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού".

Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού. Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει:

α) την εργασία που ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη επιχείρηση, β) τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού και γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση για να είναι αιτιολογημένη (ΑΠ 694/2019, ΑΠ 855/2020, ΑΠ 414/2016).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.

Δεν υπάρχει όλως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 491/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την Τράπεζα ... στις 29-10-1991 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και τοποθετήθηκε ως Διευθυντής στο υπό ίδρυση κατάστημα ....

Το έτος 2000 η Τράπεζα ... συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με την εναγομένη Τράπεζα ... και έκτοτε ο ενάγων συνέχισε να παρέχει ανελλιπώς τις υπηρεσίες του στη νέα εργοδότριά του, στον Οργανισμό Προσωπικού της οποίας και υπήχθη. Στις 11-12-2002 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, η οποία όμως ανωτέρω καταγγελία αναγνωρίσθηκε ότι είναι άκυρη με την υπ' αριθ. 2086/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του καθώς και η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 51.063,78 ευρώ με το νόμιμο τόκο για το χρονικό διάστημα από 11-12-2002 έως 11-12-2003, καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθ. 362/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, με την 20-6-2006 νέα αγωγή του ο ενάγων αιτήθηκε την καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2006, οποία, αφού έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 1007/2009 απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα αφενός το ποσό των 153.191,34 ευρώ για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2006 με το νόμιμο τόκο, αφετέρου αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθ. 414/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο ενάγων το χρονικό διάστημα από 11-12-2002 έως 31-12-2006 για το οποίο του επιδικάσθηκαν και έλαβε από την εναγομένη τα ανωτέρω για μισθούς υπερημερίας ποσά, αλλά και για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2011, που αφορά το αιτούμενο με την υπό κρίση αγωγή του χρονικό διάστημα, που αξιώνει μισθούς υπερημερίας, ισχυρίζεται ότι δεν κατέστη δυνατό να εξεύρει εργασία, αν και κατέβαλε κάθε προσπάθεια.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός του ενάγοντος δεν κρίνεται πειστικός από το παρόν δικαστήριο. Ο ενάγων είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της ΑΣΟΕΕ και κάτοχος μεταπτυχιακών τίτλων MSC από το West Coast University και MBA, με ειδίκευση στη Χρηματοοικονομική και στη Διεθνή Οικονομική από το Claremont Graduate School of Management, ενώ είχε εργασθεί ως account officer στην BANK OF AMERICA στο Λος Αντζελες και εν συνεχεία επί πέντε έτη στην ...

ως Τμηματάρχης Ιδιωτικοποιήσεων Θυγατρικών Εταιριών, Προϊστάμενος Υπηρεσίας στη Διεύθυνση Μεγάλων Επιχειρήσεων, καθώς και Προϊστάμενος στη Διεύθυνση Διεθνών Δραστηριοτήτων. Η εμπειρία του ενάγοντος και η ανωτέρω προϋπηρεσία του αποτελούν ικανά προσόντα για την πρόσληψή του σε επιχειρήσεις, ομίλους επιχειρήσεων και σε τράπεζες, με το αντικείμενο της ειδικότητάς του, ήτοι την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε θέσεις ανάλογες των προσόντων του και του αντικειμένου ειδίκευσής του.

Ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα και νόμιμα επικαλούμενα από την εναγομένη φύλλα των εφημερίων: ... ... ... ... ... προκύπτει ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2007 έως 31-12-2011), κατά το οποίο ο ενάγων αιτείται την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, μεγάλος αριθμός τραπεζικών επιχειρήσεων και συγκεκριμένα: ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, PROTON BANK, ASPIS BANK, EUROBANK EFG, ΑΤΤΙΚΑ BANK, MARFIN EGNATIA BANK, PROBANK, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, EBBank (First Business Bank), καθώς και Μεγάλος Τραπεζικός Οργανισμός και Εταιρία Μεγάλου Τραπεζικού Ομίλου, εκδήλωσαν, μέσω των ανωτέρω δημοσιευμένων αγγελιών, ενδιαφέρον για την πρόσληψη έμπειρων και εξειδικευμένων στελεχών, για τη θέση του Διευθυντή Καταστήματος και τη θέση του Account Officer, με ανάλογα προσόντα, που κατείχε ο ενάγων, για την κάλυψη των αντίστοιχων κενών θέσεων.

Η έλλειψη ενδιαφέροντος του ενάγοντος να αναζητήσει εργασία, σε περίοδο αυξημένης ζήτησης στελεχών σε τραπεζικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις, με αντικείμενο εργασίας που προσιδιάζει στη δική του επαγγελματική εμπειρία και επιστημονική κατάρτιση και εξειδίκευση, καταδεικνύει τη βούλησή του να παραμένει θεληματικά άνεργος, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο να εισπράττει τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας από την εναγομένη, χωρίς να εργάζεται.

Ειδικότερα, ενώ ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την εξεύρεση εργασίας παραθέτοντας σωρεία λόγων που αντικειμενικά δικαιολογούν κατά την κρίση του την αδυναμία πραγματοποιήσεως της ανωτέρω επιθυμίας του, δεν αποδεικνύει με πειστικό τρόπο την προσπάθεια, που όπως ισχυρίζεται κατέβαλε προκειμένου να εργασθεί, αφού το έτος 2007 προσκομίζει 2 απαντητικές επιστολές της εταιρίας "Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί ΕΠΕ" της 8-3-2007 και της NOTOS COM HOLDINGS Μαΐου 2007, οι οποίες είναι αρνητικές ως προς το αίτημα απασχόλησής του, καθώς και μια επιστολή από 19-7-2007, που απευθύνει στην ..., χωρίς ειδικότερη αναφορά της ιδιότητάς της, σχετικά με πρόσφατη συνάντησή τους, ακολούθως το έτος 2008 προσκομίζει 3 απαντητικές επιστολές της εταιρίας ...

από 19-3-2008, της Citibank της 8-9-2008 και της POSTBANK από 18-9-2008, οι οποίες είναι αρνητικές ως προς το αίτημα της απασχόλησής του, ενώ το έτος 2011 προσκομίζει την από 15-11-2011 αποστολή του βιογραφικού του σημειώματος προς την εταιρία ... καθιστώντας τους ισχυρισμούς του περί συνεχών προσπαθειών προς εξεύρεση εργασίας χωρίς ουσιαστικό έρεισμα αληθείας.

Ειδικότερα, κρίνοντας από την αντιπαραβολή των ετών (2007 έως 2011) που ο ενάγων δεν εργάζεται και από τις προσπάθειες που κατέβαλε για την εξεύρεση εργασίας, όπως αριθμητικά αναφέρονται ανωτέρω, διαπιστώνεται παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους του προς εξεύρεση εργασίας, δημιουργώντας την πεποίθηση στο παρόν Δικαστήριο ότι δεν επιθυμεί να εργασθεί πραγματικά.

Το γεγονός αυτό καταδεικνύει δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, αφού ουσιαστικά δεν υφίσταται πραγματική βούληση να εργασθεί παρά μόνο επιθυμία προς επιδίωξη είσπραξης μισθών υπερημερίας από την εναγομένη, παραμένοντας θεληματικά άνεργος.

Εξάλλου ο ενάγων λόγω των αυξημένων προσόντων του αλλά και της πολυετούς εμπειρίας του σε θέσεις ευθύνης θα μπορούσε ευχερώς να ανεύρει άλλη εργασία, ανάλογη των ικανοτήτων του, επαγγελματικών και επιστημονικών, λαμβανομένων υπόψη της αθρόας ζήτησης ικανών στελεχών από τις ανωτέρω αναφερόμενες Τράπεζες και λοιπές εταιρίες, όπως αποτυπώνονται στις δημοσιευθείσες αγγελίες προσφοράς θέσεων εργασίας.

Όμως από κακοβουλία και αδικαιολόγητα απέφυγε να ανεύρει τέτοια εργασία με πρόθεση να αποκομίσει αδικαιολόγητη ωφέλεια με ζημία της εναγομένης από την είσπραξη των μισθών υπερημερίας. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος για τη λήψη των αιτούμενων μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2011 είναι καταχρηστική, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της σχετικής εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως της εναγομένης και του σχετικού λόγου εφέσεως ως βάσιμου".

Με την παραπάνω αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε, δίκασε και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, τόσο κατά το κεφάλαιο επιδίκασης μισθών υπερημερίας, όσο και (σιωπηρώς) κατά το αναγκαστικά συνεχόμενο κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Με τις, ως άνω, παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά τη συνδρομή των παρακάτω απαιτουμένων για τη θεμελίωση της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος στοιχείων, με το να δεχθεί, ειδικότερα, ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπερημερίας της εναγομένης:

α) μπορούσε να ανεύρει άλλη εργασία, σε θέση ανάλογη των προσδιοριζομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση προσόντων του, του αντικειμένου της ειδικότητας και της επιστημονικής του κατάρτισης, καθώς και της επαγγελματικής του εμπειρίας, όπως σε θέσεις Διευθυντή Καταστήματος ή Account Officer σε Τράπεζα, για την κάλυψη των οποίων είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον διάφορες Τράπεζες μέσω αγγελιών δημοσιευμένων σε εφημερίδες και ιστοσελίδες, β) μπορούσε ευχερώς να παράσχει την εργασία του σε τέτοια ανάλογη θέση, λόγω των αυξημένων, συναφών προς τις θέσεις αυτές, προσόντων του και της πολυετούς εμπειρίας του σε θέσεις ευθύνης, γ) απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την ανεύρεση άλλης εργασίας, ανάλογης των προσόντων του, παραμένοντας θεληματικά άνεργος και επιδιώκοντας να εισπράττει από την εναγομένη τους μισθούς υπερημερίας.

Για τη θεμελίωση δε του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στις παραδοχές του ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, μεγάλος αριθμός τραπεζικών επιχειρήσεων (που προσδιορίζονται), καθώς και μεγάλος τραπεζικός οργανισμός και εταιρία μεγάλου τραπεζικού ομίλου, εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την πρόσληψη έμπειρων και εξειδικευμένων στελεχών, για τις προαναφερόμενες θέσεις του Διευθυντή Καταστήματος και του Account Officer, μέσω των αναφερομένων αναλυτικά αγγελιών, που δημοσιεύθηκαν κατά τα έτη 2207, 2008, 2009, 2020 και 2011 σε προσδιοριζόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εφημερίδες και ιστοσελίδες.

Η δημοσίευση των αγγελιών δεν συνιστά προσφορά εργασίας προς τον ενάγοντα, ειδικώς, πλην όμως, μέσω των αγγελιών, παρεχόταν σ' αυτόν η δυνατότητα, εάν το επιθυμούσε, αφενός μεν να λάβει γνώση των διαθεσίμων θέσεων εργασίας, αφετέρου δε να διεκδικήσει κάποια από αυτές, υποβάλλοντας σχετικές αιτήσεις προς τους αντίστοιχους εργοδότες.

Τη μη υποβολή από τον ενάγοντα αιτήσεων για την πρόσληψή του σε κάποια από τις θέσεις αυτές, καθώς και την εκ μέρους του υποβολή στις αναφερόμενες επιχειρήσεις μόνο των προσδιοριζομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πέντε αιτήσεων και ενός βιογραφικού σημειώματος, συνολικά για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα των πέντε ετών (2007 έως 2011), συναξιολόγησε, με επαρκή αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις, ως άνω, παραδοχές του, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί έλλειψης ενδιαφέροντος του ενάγοντος για αναζήτηση άλλης ανάλογης εργασίας, την οποία μπορούσε να ανεύρει και να παράσχει.

Δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας η περαιτέρω μνεία περί του ότι οι ανωτέρω επιχειρήσεις προέβησαν στη συνέχεια σε προσλήψεις τραπεζικών στελεχών που είχαν την ηλικία του αναιρεσείοντος ή περί του ύψους των αποδοχών των προσληφθέντων, ούτε αν αυτός θα προσλαμβανόταν λαμβανομένης υπόψη ή μη της προϋπηρεσίας του, ούτε αν θα ίσχυε γι' αυτόν μετά την πρόσληψή του ο Οργανισμός Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, ούτε ο τρόπος με τον οποίο θα γινόταν η επιλογή αυτού, ούτε απαιτείτο να διευκρινισθεί αν αυτός υπερείχε ή όχι σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα σε σχέση με τους λοιπούς συνυποψήφιους του προς πρόσληψη, ούτε η μνεία της συγκεκριμένης επιχείρησης από τις περισσότερες όπου θα μπορούσε να προσληφθεί, ούτε τέλος η αναφορά περαιτέρω πράξεων και μάλιστα αξιόποινων προς κατάδειξη της κακοβουλίας του, αφού για τη στοιχειοθέτηση αυτής αρκεί η ηθελημένη αποφυγή αυτού να προβεί σε εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία ευχερώς μπορεί να ανεύρει και παράσχει, προκειμένου να εισπράττει τις αποδοχές υπερημερίας χωρίς να εργάζεται.

Περαιτέρω, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές περί της ωφέλειας, που θα αποκόμιζε ο ενάγων, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι από την άλλη ανάλογη εργασία του θα ελάμβανε ανάλογες αποδοχές, με αυτές, που ελάμβανε ως εργαζόμενος στην εναγομένη, ή άλλες αποδοχές.

Το παραπάνω ζήτημα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι ουσιώδες για την έκβαση της δίκης και πρέπει να αναφέρονται τα σχετικά με αυτό πραγματικά περιστατικά στην απόφαση, για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Κατόπιν των παραπάνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, Δεδομένου δε ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων.

Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατάθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Αναιρεί τη με αριθ. 2386/6-5-2019 απόφαση του Μονομελούς εφετείου Αθηνών.

-Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

-Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ