Supreme Court remands appeal for retrial due to failure to substantiate civil law findings on breach of contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's judgment regarding a breach of contract dispute. The appellants argued the lower court failed to substantiate its factual findings and legal conclusions on the breach. The court ruled that the lower court's failure to provide sufficient reasoning for its findings on the breach of contract constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; A judgment is subject to cassation if the court fails to substantiate its findings of fact or apply substantive law rules correctly, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1072 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1072/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Ζ. του Κ., 2) Κ. Μ. του Γ., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κολιούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Κελαϊδή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2625/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 4206/2014 μη οριστική και 3128/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/3/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί της από 19.10.2010 αγωγής του αναιρεσιβλήτου Χ. Τ. κατά των αναιρεσειουσών 1)Α. Ζ. και 2) Κ. Μ., με αντικείμενο τη διάρρηξη καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων από την πρώτη αναιρεσείουσα προς τη δεύτερη, θυγατέρα της, εκδόθηκε η 2625/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αγωγή, απαγγέλλοντας διάρρηξη για ικανοποίηση απαίτησης 160.000 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 9-9-2013 έφεση του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου (κατατεθείσα στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 9-9-2013) και η από 9-9-2013 (κατατεθείσα στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 11-9-2013) έφεση των αναιρεσειουσών - εναγομένων, που, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, εκτιμήθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως παραδεκτή αντέφεση.
Επί της έφεσης και της αντέφεσης, που συνεκδικάσθηκαν από το (Τριμελές) Εφετείο Αθηνών, εκδόθηκε η 4206/2014 μη οριστική απόφασή του, που ανέβαλε τη συζήτησή τους μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί δύο ανακοπών και των προσθέτων λόγων της πρώτης από αυτές, τις οποίες είχε ασκήσει η πρώτη εναγομένη κατά της 13642/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί για την πληρωμή της απαίτησης του ενάγοντος, προς ικανοποίηση της οποίας ζητείτο η διάρρηξη.
Ακολούθως, μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επ' αυτών των ανακοπών και των πρόσθετων λόγων της πρώτης, εκδόθηκε επί της εφέσεως και αντεφέσεως η 3128/2017 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 3370/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αντέφεση κατ'ουσίαν, δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, δεχόμενο (κατ' αποτέλεσμα εν μέρει) την αγωγή του, απήγγειλε τη διάρρηξη των δικαιοπραξιών ως προς την απαλλοτρίωση των προσδιοριζόμενων δύο ακινήτων μέχρι του ποσού των 176.506,19 ευρώ.
Η από 27-3-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και της συμπροσβαλλόμενης, κατ'άρθρο 553 παρ. 2 ΚΠολΔ, προηγηθείσας μη οριστικής 4206/2014 απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτές δέχθηκαν τα ακόλουθα: Α) Η ανωτέρω μη οριστική απόφαση: "...Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι διατηρεί εναντίον της πρώτης εναγομένης αξίωση 176.506,19 ευρώ δυνάμει της 13642/2009 διαταγής πληρωμής. Ότι η οφειλέτριά του με τα υπ' αριθμ. …/2010 και …/2010 συμβόλαια γονικής παροχής απαλλοτρίωσε τα περιουσιακά της στοιχεία, δεδομένου ότι τα μεταβίβασε στη συνεναγόμενη θυγατέρα της. Ότι οι απαλλοτριώσεις αυτές έγιναν προς βλάβη της περιουσίας του, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, αφού δεν υπάρχει άλλη περιουσία.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε τη διάρρηξη των προαναφερόμενων καταδολιευτικών συμβάσεων. Από την επανεκτίμηση των εγγράφων που νομότυπα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων κατέστη νόμιμος κομιστής της με αριθμό …-… επιταγής της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. , ποσού 160.000 ευρώ , με ημερομηνία εκδόσεως 17.5.2009, την οποία εξέδωσε η πρώτη εναγόμενη σε διαταγή του και σε χρέωση του με αριθμό … λογαριασμού της στην ως άνω Τράπεζα.
Στις 18.5.2013 ο ενάγων εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε και σφραγίστηκε λόγω ανάκλησης με ανεπαρκές υπόλοιπο , όπως βεβαιώθηκε στο σώμα αυτής. Στη συνέχεια, ο ενάγων προέβη στην έκδοση της υπ' αριθμ. 13642/2009 διαταγής πληρωμής, με την οποία η πρώτη εναγόμενη υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό της επιταγής πλέον τόκων και εξόδων.
Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής η πρώτη εναγόμενη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 23.10.2009 ανακοπή, τους από 15.9.2010 πρόσθετους λόγους αυτής και την από 21.3.2011 ανακοπή. Με τους λόγους των ανακοπών της, τους οποίους εκθέτει και στην κρινόμενη αντέφεσή της, η πρώτη εναγόμενη διατείνεται ότι η επιταγή αυτή λήφθηκε από τον ενάγοντα κατόπιν τέλεσης απάτης σε βάρος της, καθόσον αυτός την έπεισε, εκμεταλλευόμενος την απειρία της και την στενή προσωπική τους σχέση, να εκδώσει και του παραδώσει την επίδικη επιταγή προκειμένου να προβεί σε επενδύσεις σε ακίνητα στη ….
Το ως άνω Δικαστήριο με την με αριθμό 439/2013 απόφασή του συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων τις ως άνω ανακοπές και τους πρόσθετους λόγους ανακοπής και, στη συνέχεια, προέβη στην απόρριψη αυτών. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η πρώτη εναγόμενη με έφεση, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για τις 20.3.2014, οπότε και ματαιώθηκε, προσδιορίστηκε δε αυτή με επιμέλεια του ενάγοντα για τη δικάσιμο της 16.10.2014 ....
Κατόπιν αυτών και δεδομένου ότι ακόμη δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση σχετικά με την ύπαρξη ή μη της απαίτησής του ενάγοντα κατά της πρώτης εναγόμενης, η συζήτηση της παρούσης υπόθεσης πρέπει να αναβληθεί μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της προαναφερόμενης εφέσεως...
Συνεπώς , το παρόν Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να διατάξει... την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθούν τελεσίδικα η από 23.10.2009 και με αριθμό κατάθεσης 200860/1748/2009 ανακοπή, οι από 15.9.2010 και με αριθμό κατάθεσης 176050/1755/2010 πρόσθετοι λόγοι ανακοπής και η από 21.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 49614/549/2011 ανακοπή , επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 439/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.".
Β) Η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση: "... Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με την από 19-10-2010 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι η απαίτησή του με βάση την υπ'αριθ. 13642/2009 διαταγή πληρωμής , ανερχόταν στο ποσό των 176.506,19 ευρώ, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, ποσό μέχρι του οποίου έπρεπε να διαταχθεί η διάρρηξη των κρίσιμων δικαιοπραξιών.
Αξίωση για διάρρηξη πέραν του ποσού αυτού δεν είναι νόμιμη, ούτε μπορεί να ζητηθεί τέτοια για απαιτήσεις, που εισάγονται το πρώτον με το δικόγραφο της εφέσεως κατά παράβαση του άρθρου 526 ΚΠολΔ, όπως επιχειρεί ο εκκαλών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που διέταξε τη διάρρηξη μέχρι του ποσού των 160.000 ευρώ έσφαλε και γι' αυτό θα πρέπει , κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της ανωτέρω έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη...
να κρατηθεί και να δικασθεί κατ' ουσίαν η αγωγή και να γίνει αυτή δεκτή για το παραπάνω ποσό... κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα. Με την από 9-9-2013 έφεσή τους, η οποία εκτιμήθηκε από το Δικαστήριο τούτο με την υπ' αριθ. 4206/2014 απόφασή του ως αντέφεση, οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και δέχθηκε τα ως αποδειχθέντα αναφερόμενα στο σκεπτικό του πραγματικά περιστατικά, ενώ επιπλέον στερείται πλήρους και επαρκούς αιτιολογίας.
Ουσιαστικά δε αμφισβητούν την αξίωση του εφεσιβλήτου κατά της πρώτης εξ αυτών. Όμως, η αξίωση του εφεσιβλήτου με βάση την κρίσιμη υπ' αριθ. 13642/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου , όπως δέχθηκε η υπ' αριθ. 439/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη λόγω απορρίψεως της κατ'αυτής ασκηθείσης εφέσεως με την υπ'αριθ. 1471/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να ερευνήσει και πάλι την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης του εφεσιβλήτου, απορριπτομένης όθεν ως αβάσιμης στο σύνολό της ανωτέρω έφεσης των εκκαλουσών.". Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, τη δέχθηκε, απαγγέλλοντας τη διάρρηξη των δικαιοπραξιών που καταρτίσθηκαν με το υπ' αριθ.
…/…-2-2010 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Νίκαιας Δημητρίου Κανάρη - Βυλλιώτη καθώς και με το υπ' αριθ. …/2010 συμβόλαιο παραίτησης από το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας λόγω γονικής παροχής του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, ως προς τα δύο πρώτα ακίνητα του πρώτου συμβολαίου, ήτοι ως προς τα περιγραφόμενα δύο καταστήματα, μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξη χιλιάδων πεντακοσίων έξι ευρώ και δεκαεννέα λεπτών (176.506,19).
Οι ανακοπές των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω, χρόνο, πριν αντικατασταθούν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, επιτελούν, κατ` αρχήν, παρεμφερή λειτουργία με εκείνη των ένδικων μέσων, αφού βάλλουν κατά της νομιμότητας της διαταγής πληρωμής, όπως ακριβώς τα ένδικα μέσα βάλλουν κατά της νομιμότητας της δικαστικής αποφάσεως.
Ακόμη δε και από την άποψη των επερχόμενων αποτελεσμάτων, η ευδοκίμηση των ανωτέρω ανακοπών εξαφανίζει τον εκτελεστό τίτλο της διαταγής πληρωμής, όπως ακριβώς και η ευδοκίμηση των ενδίκων μέσων εξαφανίζει τη δικαστική απόφαση. Σε περίπτωση δε υπάρξεως τελεσίδικης δικαιοδοτικής κρίσεως περί του κύρους της διαταγής πληρωμής, η τελεσίδικη απόφαση παράγει και αναπτύσσει πλήρες δεδικασμένο ως προς την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής, κατ` άρθρο 331 ΚΠολΔ, και την οπλίζει με ωριμότητα και δύναμη ισοσθενή προς εκείνη της τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως, προς την οποία και εξομοιώνεται πλήρως.
Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμον να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 5/2020).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 631, 632 παρ. 1, 633 παρ. 2, 904 παρ. 2, 933 παρ. 3 και 330 ΚΠολΔ, η κατά τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία δεν φέρει χαρακτήρα δικαστικής απόφασης, αλλ` αποτελεί απλώς τίτλο εκτελεστό, αποκτά επίσης ισχύ δεδικασμένου και ισοδυναμεί συνεπώς με τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης, όχι μόνο μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής που ασκήθηκε κατ` αυτής, αλλά και μετά την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών προς άσκηση ανακοπής των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε δεν μπορεί να προσβληθεί πλέον, παρά μόνο με αναψηλάφηση (ΟλΑΠ 340/1997, 6/1996).
Σ' αυτή την περίπτωση ειδικότερα, εάν δεν ασκηθεί εμπροθέσμως η προβλεπόμενη στο άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπή κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου (όπως και αν εχώρησε παραίτηση από τυχόν ασκηθείσα ανακοπή) και χωρήσει εκ νέου επίδοση της διαταγής πληρωμής, μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να ασκηθεί (εμπροθέσμως) ανακοπή κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού, επέρχεται τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως που επιδικάζεται με τη διαταγή πληρωμής (ΑΠ 191/2020, 111/2012, 1494/2003).
Αυτό το δεδικασμένο αποκλείει την αμφισβήτηση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ΑΠ 1341/2019, 1116/2018). Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έννοια και την έκταση που του προσέδωσε η απόφαση, καθώς και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφσόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις (ΑΠ 108/2019, 912/2018, 1559/2017).
Ο λόγος δε αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Τέτοια έγγραφα αποτελούν και τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης που χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά, όπως οι αποφάσεις επί άλλων δικών μεταξύ των ίδιων διαδίκων (ΑΠ 1942/2014, 1456/2013).
Παραμόρφωση δε του περιεχομένου εγγράφου κατά την παραπάνω έννοια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (ΑΠ 374/2012, 192/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησής τους επικαλούνται αιτιάσεις από τους αριθμούς 16 α' και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως του ενάγοντος κατά της πρώτης από αυτές βάσει της 439/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την πρώτη ανακοπή της και τους πρόσθετους λόγους αυτής και τη δεύτερη ανακοπή της κατά της 13642/2009 διαταγής πληρωμής και η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της εφέσεως που άσκησαν κατ' αυτής της απόφασης με την 1471/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω απόφασης, που κατέστη τελεσίδικη, δεδομένου ότι αυτή αποφάνθηκε ότι οι ανακοπές τους είναι απαράδεκτες διότι ασκήθηκαν εκπροθέσμως, άλλως δε ότι η πρώτη απ' αυτές θεωρείται μη ασκηθείσα, με συνέπεια το δεδικασμένο, που παράγεται από την κρίση της, να εξαντλείται σε αυτό το κριθέν δικονομικό ζήτημα κατ' άρθρο 322 παρ.
εδ. β' ΚΠολΔ και να μην υφίσταται δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της ύπαρξης της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, η οποία δεν ερευνήθηκε κατ' ουσίαν. Από την παραδεκτή επισκόπηση της 439/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 1471/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αντικατέστησε εν μέρει τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορρίπτοντας την έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου, προκύπτει ότι με αυτές έγινε δεκτό πως η πρώτη από τις ανακοπές της πρώτης αναιρεσείουσας κατά της 13642/2009 διαταγής πληρωμής, στρεφόμενη κατά του αναιρεσιβλήτου, δεν ασκήθηκε δια νόμιμης επιδόσεώς της σε εκείνον εντός της προθεσμίας του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι εντός 15 εργασίμων ημερών από την πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής στην ως άνω αναιρεσείουσα, που έλαβε χώρα στις 2-11-2009, η δε δεύτερη ανακοπή της δεν ασκήθηκε επίσης εντός της προθεσμίας του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, ήτοι εντός νέας προθεσμίας 10 εργασίμων ημερών από τη δεύτερη επίδοσή της, που έλαβε χώρα στις 25-11-2009, αλλά αυτές επιδόθηκαν νομίμως αργότερα (η πρώτη στις 13-5-2010 και η δεύτερη στις 23-3-2011), αφού είχαν παρέλθει οι προθεσμίες προς άσκηση ανακοπής κατ' άρθρο 632 παρ. 2 αλλά και κατ'άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ αντιστοίχως, με συνέπεια να έχει ήδη κατά την άσκησή τους εξοπλισθεί η διαταγή πληρωμής με δύναμη δεδικασμένου και να είναι οι ανακοπές (και οι πρόσθετοι λόγοι της πρώτης) γι' αυτό τον λόγο απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Σύμφωνα με αυτά κρίθηκε τελεσιδίκως ότι η διαταγή πληρωμής εξοπλίσθηκε με δύναμη δεδικασμένου και το Εφετείο δεν δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά τον νόμο δεδικασμένο από τις ως άνω αποφάσεις ως προς αυτό το ζήτημα, ούτε παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, αλλ' αντιθέτως προσέδωσε σε αυτές το νόημα που πράγματι έχουν.
Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον οι αναιρεσείουσες εσφαλμένως φαίνεται να υπολαμβάνουν πως η κρίση επί των ανωτέρω ανακοπών εξαντλείτο στο δικονομικό μόνο ζήτημα της εκπρόθεσμης άσκησης των ανακοπών, ενώ, κατά τα προεκτιθέμενα, η εκπρόθεσμη άσκησή τους είχε, εκ του νόμου και συγκεκριμένα κατ' άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως περαιτέρω διαγνωσθείσα συνέπεια να εξοπλισθεί η διαταγή πληρωμής με δύναμη δεδικασμένου, γεγονός που οδήγησε στην τελεσίδικη απόρριψή τους γι' αυτή την αιτία και που είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσβληθεί το κύρος της της διαταγής πληρωμής και επομένως να ερευνηθεί η ύπαρξη της απαίτησης του αναιρεσείοντος, που διατάχθηκε τελεσιδίκως να του καταβάλει η πρώτη αναιρεσείουσα, παρά μόνο με αναψηλάφηση.
Η έκδοση δε διαταγής πληρωμής, η οποία μάλιστα έχει εξοπλισθεί με δύναμη δεδικασμένου, αρκεί για να προσδώσει στον αναιρεσείοντα την ιδιότητα του δανειστή της πρώτης αναιρεσείουσας, που προβλέπεται από το άρθρο 939 ΑΚ, και να επιστηρίξει πλήρως το έννομο συμφέρον του προς άσκηση αγωγής διάρρηξης καταδολιευτικών απαλλοτριώσεων, δεδομένης και της λειτουργίας της απαγγελλόμενης διάρρηξης κατ' άρθρο 992 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ, η οποία επιτρέπει να επισπευσθεί κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου προς ικανοποίηση απαιτήσεως, που δεν επιδικάζεται με την απόφαση περί διάρρηξης αλλά στηρίζεται σε άλλο εκτελεστό τίτλο.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι : 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα της και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 243/2019), 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε του οφειλέτη πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών (βλ. ως προς τα ανωτέρω στοιχεία: ΟλΑΠ 15/2012), η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1319/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017).
Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 914/2020, 28/2017, 778/2015,1217/2014). Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1001/2007, ΑΠ 651/2008) και τέτοια είναι κατ` αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ` αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, ιδίως δε τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 914/2020, 928/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως, αντιστοίχως δε και της αντεφέσεως, πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους αυτών, δηλαδή της αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης, επειδή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό εξαιτίας του σφάλματος αυτού, αφού το Εφετείο, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδομένων ειδικότερων σφαλμάτων εκτιμήσεως (ΑΠ 250/2014, 367/2011, 1608/2008).
Εξάλλου, εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, σύμφωνα με την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 15/2006, 1/1999, ΑΠ 1420/2013, 1703/2009).
Ειδικότερα δε, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν το δικαστήριο σωστά εφάρμοσε τον νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς αιτιολογίες πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για πραγματικά ζητήματα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και επομένως κρίνεται αναιρετικώς η επάρκεια των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες, ως αναγκαίες, κατέληξε το δικαστήριο στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με έφεση ή παραδεκτώς με αντέφεση), που έκρινε την αγωγή του εφεσιβλήτου- ενάγοντος βάσιμη ή εν μέρει βάσιμη και κατ` ουσίαν, και το Εφετείο, το οποίο έχει την εξουσία λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (ή αντεφέσεως) του εκκαλούντος (ή αντεκκαλούντος)-εναγομένου, με την οποία πλήττεται η παραδοχή της αγωγής, δεν ερευνά πλήρως την ουσιαστική βασιμότητά της, ενόψει του προτεινόμενου παραπόνου για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 250/2014), ώστε, αφού διαπιστωθεί ότι συντρέχουν όλες οι τασσόμενες από τον νόμο ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παραδοχή της, ακολούθως να απορρίψει την έφεση (ή αντέφεση).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης εφέσεως των αναιρεσειουσών, που κρίθηκε από το Εφετείο ως παραδεκτή αντέφεση, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σ` αυτό διαλαμβάνεται ως λόγος εφέσεως η αιτίαση ότι "Η πρωτοβάθμια απόφαση με την εξενεχθείσα κρίση της έσφαλε ...
τόσο προς την ορθή εκτίμηση και την ορθή υπαγωγή των προβληθέντων και αποδειχθέντων εκ του συγκομισθέντος αποδεικτικού υλικού πραγματικών γεγονότων στις διατάξεις των ανωτέρω (εφαρμοστέων) κανόνων", αποδίδοντας στην απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σφάλμα (και) ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδειχθέντων, ενώ με το αιτητικό της ζητήθηκε και με βάση τον λόγο αυτό η εξαφάνιση της εκκαλουμένης.
Το Εφετείο, παρότι εκτίμησε και δέχθηκε πως η αντέφεση περιλαμβάνει και λόγο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, προδήλως επειδή ο λόγος αυτός επικεντρώθηκε στη συνέχεια, κατά το κείμενο της αντεφέσεως, στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, αρκέσθηκε στην αιτιολογία ότι η ύπαρξη της απαίτησής του καλύπτεται από το δεδικασμένο της διαταγής πληρωμής (μοναδικό ζήτημα, με το οποίο είχε ασχοληθεί και η ανωτέρω μη οριστική απόφαση του Εφετείου), χωρίς να προβεί στην περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της αγωγής ως προς τα υπόλοιπα απαιτούμενα κατ' άρθρα 939, 941, 942 ΑΚ για την παραδοχή της, αναφερόμενα ανωτέρω, πραγματικά περιστατικά (πρόθεση βλάβης εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας, αφερεγγυότητα της κατά τη συζήτηση της αγωγής) και απέρριψε την αντέφεση.
Επομένως το Εφετείο, που περιόρισε τις πραγματικές παραδοχές του μόνο στο ζήτημα της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, η οποία επιδικάσθηκε τελεσιδίκως με τη διαταγή πληρωμής, χωρίς να προβεί στην καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Στις παραδοχές του, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού του και αποτελούν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την απαγγελία της διάρρηξης και μάλιστα μέχρι το συγκεκριμένο αναφερόμενο στο διατακτικό της απόφασης αυτής ποσό, το οποίο περιλαμβάνει και δικαστικά έξοδα, χωρίς να αιτιολογείται και η κρίση ως προς το ύψος τους (από ποιες δικαστικές ενέργειες προέκυψαν και οι αποφάσεις που τα επέβαλλαν, ενώ οι τόκοι υπερημερίας προκύπτουν από απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, εφόσον όμως και ως προς αυτούς καθορισθεί η έναρξη της τοκοδοσίας).
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι από αυτά εξαρτάτο η παραδοχή ή μη της αντέφεσης και κατ'επέκταση της αγωγής, η παράλειψη δε παράθεσής τους στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλομένης απόφασης έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος, ενόψει δε της αναιρετικής του εμβέλειας παρέλκει η έρευνα του τρίτου λόγου αυτής, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενες ότι σ' αυτήν προσδιορίσθηκε το ύψος του ποσού μέχρι το οποίο απαγγέλθηκε η διάρρηξη χωρίς αποδείξεις αλλά μόνο βάσει του αιτήματος της αγωγής.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3128/2017 του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 3370/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δυνατή.
Ο αναιρεσίβλητος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να καταδικασθεί λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών (άρθ. 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, και να διαταχθεί η επιστροφή σ'αυτές του παραβόλου, που κατέθεσαν κατά την άσκηση της αίτησής τους (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3128/2017 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 3370/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησής τους.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου