Legislator Case Law & Legislation
1072/2020 AI generated

1072/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1072/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του ΑΚ, 62, 313 παρ. 1 στοιχ. δ και 286 επ. του ΚΠολΔ. που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι, αν ο διάδικος ήταν στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για τη διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, άλλως είναι απαράδεκτα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του.

Legislator headnote

AI generated

1072/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 και 2 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31/2.3.2011), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθ. 72§2 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.6.2011),10§1 και 13§1 ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α' 41/1.3.2012), άρθ. 23§1 Β α και β και άρθ. 26§9 του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθ. 72§21 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.6.2011) και της σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της τελευταίας ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, ΥΑ Φ.80000/οικ. 32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/2011) συνάγεται ότι στο συσταθέν Ν.Π.Δ.Δ.

Keywords

AI generated
deportation despite health issues health insurance voucher fee freedom to choose healthcare provider pre-service medical impairment termination of benefits mandatory health insurance
AI generated
1557/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
395/2023
Supreme Court dismisses appeal against employer's termination citing good faith limits on contract termination rights.
1704/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
643/2010
Supreme Court partially allows appeal on unpaid vacation pay but dismisses procedural grounds regarding unproven working hours.
1612/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1072 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1072/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.ΠΕ. Αττικής), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. Δ. του Ι., 2 Π. Δ. του Γ., 3 Κ. Χ. του Γ., 4. Λ. Χ. του Σ., 5Γ. Α. - Ε. του Γ., 6 Μ. Δ. του Β., 7. Ψ. Ι. του Α., 8 Μ. Σ. του Κ., 9 Σ. Ν. του Ε., 10. Ζ. Γ. του Ι., 11 Α. Α. του Κ., 12 Ο. Ζ. του Λ., 13Τ. Ε. - Γ. του Π., 14.Κ. Φ. του Κ., 15 Θ. Ν. του Π., 16 Μ. Π. του Κ., 17. Σ. Ε. του Κ., 18 Κ. Π., 19Σ. Π. του Α., 20 Π. Ε. του Ε., 21. Κ. - Κ. Δ. του Μ., 22 Α. Γ. του Β., 23Κ. Χ. του Κ. 24Π. Ε. του Γ. 25 Β. Ε. του Β., 26Π. Β. του Λ., 27Ν. Σ. του Τ., 28. Κ. Ε. του Μ., 29 Σ. Δ. του Χ., 30Ν. Ε. του Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 31. Σ. Ι. του Ν., 32 Α. Γ. του Π., 33 Α. - Κ. Η. του Χ. 34. Ζ. Κ. του Ι., 35 Κ.-Χ. Ν. του Γ., 36Β. Α. του Μ., 37. Γ. Μ. του Ν., 38 Λ. Π. του Κ., 39. Χ. Π. του Χ., 40 Π. Ε. του Α., 41 Σ. Β.-Ά. του Ι., 42. Π. Θ. του Α., 43Σ. Ε. του Κ., 44. Μ. Ε. του Δ., 45Λ. Χ. του Ν., 46 Μ. - Α. Ξ. του Δ., 47 Α. Χ. του Α. απάντων κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νεοκλή Γαλανόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 647/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 549/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35 του ΑΚ, 62, 313 παρ. 1 στοιχ. δ και 286 επ. του ΚΠολΔ. που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι, αν ο διάδικος ήταν στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για τη διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, άλλως είναι απαράδεκτα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του.

Διαφορετικά, η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη (απαράδεκτη) και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται, με την ιδιότητα αυτή, στη συζήτηση (Ολ.ΑΠ 24/1987, ΑΠ 259/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η από 11-10-2017 (αρ.

εκθ. καταθ.684/11-10-2017) αίτηση αναιρέσεως που απευθύνεται, μεταξύ άλλων, και κατά του τριακοστού των αναιρεσιβλήτων Ν. Ε. του Κ. ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος κατά την δίκη που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 549/7-2-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με τις κατατεθείσες προτάσεις κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης, ο δικηγόρος Νεοκλής Γαλανόπουλος, ως πληρεξούσιος δικηγόρος που εκπροσώπησε τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, δήλωσε ότι ο ανωτέρω απεβίωσε στις 26- 8-2017 και προσκόμισε τη σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου.

Πράγματι, από την από 24-6-2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου Αθηναίων αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 26-8- 2017, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 11-10-2017, ήτοι σε μεταγενέστερο του θανάτου χρόνο.

Από κανένα όμως στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο άσκησης της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον είχε λάβει καθ' οιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του εν λόγω διαδίκου. Αντιθέτως, κατά τα προαναφερόμενα, ο ανωτέρω δικηγόρος, ως πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου αυτού, δήλωσε για πρώτη φορά το θάνατό του .Επομένως ,η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά και κατά του διαδίκου Ν.

Ε., στο πρόσωπο του οποίου, μετά την κατά τα ανωτέρω παραδεκτά γενόμενη δήλωση του θανάτου του (ΚΠολΔ 287) επήλθε διακοπή της παρούσας δίκης ως προς αυτόν,απλό ομόδικο με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

2. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 και 118 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, συνάγεται ότι τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν, εκτός των άλλων στοιχείων, τη διεύθυνση κατοικίας και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο. Η παράλειψη των στοιχείων αυτών δεν συνεπάγεται από μόνο το λόγο αυτό ακυρότητα του δικογράφου, γιατί η τήρηση της υποχρέωσης αυτής δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας, ούτε για την παράβαση αυτής χωρεί αναίρεση ή αναψηλάφηση.

Συνεπώς, η δυνατότητα προβολής βασίμως της ενδεχόμενης ακυρότητας του δικογράφου για παράβαση διάταξης, που ρυθμίζει τη διαδικασία, και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης προϋποθέτει τη συνδρομή βλάβης στο διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΚΠολΔ159 παρ.3,160 αρ.1).Ως βλάβη εν προκειμένω θεωρείται η δικονομική, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ.

άρθρο 110 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. (ολ.ΑΠ 12/2000, ΑΠ 1507/2018). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. (ΑΠ 139/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή νοηματική του απόδοση, μέμφεται την προσβαλλόμενη για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας του δικογράφου της έφεσης λόγω της μη αναφοράς σ' αυτό της διεύθυνσης κατοικίας και του αριθμού φορολογικού μητρώου των εκεί εκκαλούντων, την οποία είχε προτείνει με τις από 31/10/2016 κατατεθείσες προτάσεις του ως εφεσίβλητο.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτούς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ561 αρ.2), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, σε σχέση με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, έκρινε ότι η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της διεύθυνσης κατοικίας και του αριθμού φορολογικού μητρώου των εκκαλούντων-εναγόντων δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφόσον η τήρηση της υποχρέωσης αυτής δεν έχει ορισθεί με ποινή ακυρότητας ,άλλωστε τα στοιχεία αυτά μπορούν να συμπληρωθούν εκ των υστέρων και απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό.

Όμως, ο με το ανωτέρω περιεχόμενο ισχυρισμός περί ακυρότητας του δικογράφου της έφεσης, όπως είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με τις από 31-10-2016 προτάσεις του εκεί εφεσίβλητου-εδώ αναιρεσείοντος, χωρίς επίκληση βλάβης, ήταν αόριστος και ως τέτοιος απορριπτέος. Το Εφετείο που τον απέρριψε με την ανωτέρω αιτιολογία, μη κηρύσσοντας απαράδεκτο, ορθώς έκρινε κατ' αποτέλεσμα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατ'ορθή υπαγωγή από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. είναι αβάσιμος.

3. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξαιτίας αυτής αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και ενέργεια του δεδικασμένου από αυτήν (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 38/2020, 158/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 αρ.2) προκύπτει ότι ως προς την εκεί 63η εκκαλούσα - ενάγουσα Δ. Π. του Κ., εδώ 38η αναιρεσεσίβλητη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιέχει στο διατακτικό αυτής τις ακόλουθες διατάξεις: "

Απορρίπτει την έφεση ως προς τους υπό στοιχεία ...και 63η εκκαλούντες. Επιβάλλει σε βάρος των ανωτέρω εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ." και ακολούθως, αφού δέχεται και κατ' ουσία την έφεση, κατά τα λοιπά, εξαφανίζει την εκεί εκκαλουμένη, δικάζει εκ νέου την αγωγή και μεταξύ άλλων 1) "Αναγνωρίζει ότι το δεύτερο εφεσίβλητο (εδώ αναιρεσείον)-καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες -εκκαλούντες με τα στοιχεία ...63η (εδώ 38η αναιρεσίβλητη) - το ποσό των δύο χιλιάδων εκατόν δώδεκα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (2.112,96) στον καθένα εξ αυτών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.) 2)Υποχρεώνει το δεύτερο εφεσίβλητο να καταβάλει στους ενάγοντες - εκκαλούντες με τα στοιχεία ... ,63η (εδώ 38η αναιρεσίβλητη),...

το ποσό των έντεκα χιλιάδων οκτακοσίων έντεκα (11.811) ευρώ στον καθένα εξ αυτών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και 3)Αναγνωρίζει ότι οι ανωτέρω ενάγοντες - εκκαλούντες είναι δικαιούχοι του ένδικου νοσοκομειακού επιδόματος και ότι οι εφεσίβλητοι, ως καθολικοί διάδοχοι του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, οφείλουν να εντάξουν από την 1-1-2008 και εφεξής στις τακτικές αποδοχές τους και να καταβάλουν σ' αυτούς για το ένδικο νοσοκομειακό επίδομα το ποσό των τριακοσίων δέκα (310) ευρώ μηνιαίως.

Επιβάλλει σε βάρος των εφεσίβλητων τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων - εκκαλούντων, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ"..Οι ανωτέρω διατάξεις, σε σχέση με την 63η εκκαλούσα Δ. Π. - εδώ 38η αναιρεσίβλητη, με τις οποίες το μεν απορρίπτεται η έφεση ως προς αυτή, το δε γίνεται δεκτή και, κατόπιν εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, γίνεται εν μέρει δεκτή η αγωγή, είναι αντιφατικές και καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση αυτής.

Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως ως προς την 38η αναιρεσίβλητη, Δ. Π. του Κ., κατά το μέρος που αποδίδεται η από τον αρ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως ο λόγος αυτός παραδεκτά συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση, είναι βάσιμος Παρέπεται ότι λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή (38η) αποβαίνει περιττή.? 4.

Από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 και 2 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31/2.3.2011), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με τα άρθ. 72§2 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.6.2011),10§1 και 13§1 ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α' 41/1.3.2012), άρθ. 23§1 Β α και β και άρθ. 26§9 του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθ. 72§21 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.6.2011) και της σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της τελευταίας ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, ΥΑ Φ.80000/οικ. 32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/2011) συνάγεται ότι στο συσταθέν Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), που αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετούσε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ...

μεταφέρθηκαν αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον ΕΟΠΥΥ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ.1 και 33 παρ 9 του ν.3918/2011 το τελευταίο αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.

Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό...εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 και 2 του ν. 4238/2014 (ΦΕΚ Α' 38/17/02/2014) "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και λοιπές διατάξεις", στο συσταθέν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣ.Υ.) Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) της Χώρας, (άρθρο 1) μεταφέρονται οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ του ΕΟΠΥΥ, εξαιρουμένων των φαρμακείων, και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.Πε.

ως αποκεντρωμένες μονάδες τους. Κατά το άρθρο 16 παρ.1 του ίδιου νόμου, υπό τον παράτιτλο Διαθεσιμότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ., 1. Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται / μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων ΔΥΠε....Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του ίδιου νόμου ,υπό τον παράτιτλο Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

προς Δ.Υ.Πε, ορίζεται: "1. Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται / μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.

Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται, αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας.... Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014. Επίσης, κατά το άρθρο 21 παρ.9 του ίδιου νόμου, η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε..

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το μεταφερόμενο προσωπικό από τις Μονάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ του ΕΟΠΥΥ σε αποκεντρωμένες μονάδες ΔΥΠε οι εκκρεμείς δίκες του προσωπικού των εντασσομένων μονάδων συνεχίζονται από τις ΔΥΠε.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι, ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης.

Ειδικότερα, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή ενίοτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα (ΑΠ 723/2014, ΑΠ 112/2008).

Κατά συνέπεια, η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ465/2019, ΑΠ1006/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ότι από το υπ'αρ....10-10-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του ΕΟΠΥΥ προκύπτει ότι η στο δικόγραφο της αγωγής και της έφεσης υπό στοιχείο 24η ενάγουσα-εκκαλούσα Τ.

Ε. - Γ. του Π. μεταφέρθηκε στην 1η ΔΥΠΕ και επομένως η δίκη ως προς αυτή (εδώ 13η αναιρεσίβλητη) συνεχίζεται από το δεύτερο εφεσίβλητο. (εδώ αναιρεσείον). Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά δέχθηκε τυπικά την έφεση και ως προς την ανωτέρω Τ. Ε. - Γ. του Π.,24η εκκαλούσα - ενάγουσα - εδώ 13η αναιρεσίβλητη, εξαφάνισε και ως προς αυτή την αγωγή και τη δέχθηκε κατ' ουσίαν.

Με τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο/ δεχόμενο ότι υπόχρεο για τις ένδικες αξιώσεις λόγω της μεταφοράς στη ΔΥΠΕ για την εδώ 13η αναιρεσίβλητη είναι το αναιρεσείον, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως ως προς την αναιρεσείουσα Τ.

Ε. - Γ., είναι αβάσιμος. Επίσης .παραδεκτά η από 24-2-2016 έφεση των εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης απευθύνθηκε κατά του εδώ αναιρεσείοντος που συνεχίζεται και ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη (ν.4238/2014, άρθρο 21 παρ.9.) και ο δεύτερος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ για παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτου του ενδίκου μέσου της έφεσης, είναι αβάσιμος. 5.

Με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 437/1977 (ΦΕΚ Α 134), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 204), οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 του Α.Ν. 1846/1951).

Κατόπιν αυτού, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ως άνω Ν.Δ/τος 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ.3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α'179), όπως η παράγραφος 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιο της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται ενταύθα) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν".

Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται επομένως και οι απαιτήσεις εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 696/2015,). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ 3 του Ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247)(που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών), δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, καθότι όπου ο νομοθέτης θέλησε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 25/2018, ΑΠ 121/2016, ΣτΕ 1297/2011).

Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ΑΝ 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, σαν να είναι το ίδιο το Δημόσιο, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ.6 του ιδίου νόμου (ΑΝ 1846/1951) που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ ή από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία ως εκ του περιεχομένου της δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 1389/2019, 25/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το Δικαστήριο της ουσίας με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικό περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.

ΑΠ 31/2020, 6/2019). 6. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι κατά του ΙΚΑ μισθολογικές αξιώσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή Ειδικότερα, με τον αναιρετικό αυτό λόγο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει ότι, εφόσον το ΙΚΑ εξομοιώνεται με το Δημόσιο ως προς τα οικονομικά και δικονομικά του προνόμια (άρθρα 19 παρ.1 του Α.Ν 1846/1951 και 5 του Ν. 3210/1955), εξυπακούεται ότι απολαμβάνει και του (οικονομικού) προνομίου της διετούς παραγραφής των κατά του Δημοσίου εξ αποδοχών αξιώσεων των υπαλλήλων του, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν. 2362/1995.

Κατά τους ισχυρισμούς του, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ειδικότερη, αφού ρυθμίζει παραγραφή αξιώσεων εξ απολαβών, σε σχέση με εκείνη της παρ.6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 παρ.2 του Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 παρ.1 του Ν. 825/1978, που είναι γενική και ρυθμίζει τα της παραγραφής γενικά οποιασδήποτε απαίτησης κατά του ΙΚΑ και, ως εκ τούτου, κατισχύει της τελευταίας.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα και την αναιρεσιβαλλόμενη (ΚΠολΔ 561 αρ.2), κατά παραδοχή της προταθείσας ένστασης του εναγομένου πενταετούς παραγραφής, κατά το άρθρο 40 του ΑΝ 1846/1951, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις των εναγόντων, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31- 12-2002, διότι από το χρόνο που γεννήθηκαν μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα την 31-12-2017, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την προταθείσα κυρίως ένσταση του εναγομένου διετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων κατά το άρθρο 90 παρ.3 του ν.2362/1995..

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 40 του α.ν. 1846/1951 που ήταν εφαρμοστέα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες στην παρούσα ανωτέρω με αρ.2 ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

7. Με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ" ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ.

δ' του ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ).

Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη, σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών.

Σε κάθε περίπτωση, με την παρ.Β-1 του ίδιου άρθρου 8 ορίστηκε περαιτέρω ότι για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.

8. Κατά το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α'98) ορίστηκε ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος".

Με την 2043269/ 6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολο τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.

Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 του π.δ. 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ") σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ.10 αυτού, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του IKA) (ΑΠ 1389/2019, 382/2018).

9. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, Ολ.ΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 28/1992).

10. Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 1467/2014).

11. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμιο Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α'53) από την 18-2-2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την 18-2-2004 εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 1389/2019, 832/2015). 12.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ενάγοντες (συνολικά εβδομήντα επτά, μεταξύ των οποίων και οι εδώ σαράντα επτά αναιρεσίβλητοι), με την από 31-12-2007 (αρ.κατ.6638/2007) αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλέσθηκαν ότι συνδέονται με το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία 'Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), στη θέση του οποίου ως προς τους ήδη αναιρεσίβλητους υπεισήλθε το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνταν σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας τους δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.5 περ.

α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο. Ζήτησαν δε, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8παρ.5 περ.α του ν.3205/2003,άλλως με βάση την αρχή της ισότητας, κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, αλλά και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, κατά το άρθρο 22 παρ.1 εδ.

β' του Συντάγματος, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 15.620,70 ευρώ, ως νοσοκομειακό επίδομα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 31-12-2007, με το νόμιμο τόκο. Τα ανωτέρω ποσά οι ενάγοντες παραδεκτώς περιόρισαν εν μέρει σε αναγνωριστικά.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 647/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες, εδώ αναιρεσίβλητοι, άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 549//2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή απορρίφτηκε αυτή λόγω παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων του χρονικού διαστήματος από 1.1.2002 έως 31-12-2007 και έγινε εν μέρει δεκτή κατά τα λοιπά.

13. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, υπηρετούν ως ιατροί - υπάλληλοι, με συμβάσεις Ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλήρους απασχολήσεως, σε υγειονομικούς σχηματισμούς του αναιρεσείοντος, στην περιφέρεια του Νομού Αττικής.

Ότι αυτοί, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2007 (κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα για καθένα χρονικά διαστήματα), υπηρετούν με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε τοπικές και Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, ήδη Κέντρα Υγείας, και παρέχουν στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές).

Ότι οι συνθήκες εργασίας τους είναι το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας των ιατρών που υπηρετούν σε κέντρα υγείας ή κέντρα ψυχικής υγιεινής ή άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως του δημόσιου τομέα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε ότι το διεκδικούμενο νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβαλλόταν στους ενάγοντες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί αφ' ενός μέχρι την 17-2-2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18-2-2004, ευθέως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 εδ.

β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη απασχόληση στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του αναιρεσείοντος.

Εξ άλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες

που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα: α) του είδους των παρεχομένων, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, υπηρεσιών (οδοντιατρικής, ιατρικής διάγνωσης και περίθαλψης, εργαστηριακής εξυπηρέτησης, υγιεινής και πρόνοιας) και β) των συνθηκών υπό τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, στους κατά τόπους οικείους χώρους των οργανωμένων μονάδων περίθαλψης του αναιρεσείοντος, όμοιες με εκείνες των λοιπών ιατρών που απασχολούνται στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του ΕΣΥ.

Τα περιστατικά αυτά, που δέχτηκε η προσβαλλόμενη, καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και δικαιολογούν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, την εφαρμογή αυτών. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδονται κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις που αναφέρονται στο λόγο αυτό, που αφορά τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς, που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδονται οι από τους αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.

14. Με τις σκέψεις αυτές και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει: 1)να γίνει δεκτή ως προς την αναιρεσίβλητη Δ. Π. του Κ., 38η αναιρεσίβλητη, να αναιρεθεί ως προς αυτή η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.2) Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσείοντος διότι, λόγω της κοινής παράστασης για όλους τους αναιρεσίβλητους, δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα γ'αυτήν. 3)να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, εκτός του τριακοστού, Ν. Ε. του Κ., ως προς τον οποίο επήλθε διακοπή της παρούσας δίκης κατά τα εκτιθέμενα στο υπό στ.1 της παρούσας και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Παρατηρείται ότι το αναιρεσείον δεν εκπροσωπήθηκε μέσω του νομικού συμβουλίου του Κράτους ώστε να συντρέχει περίπτωση επιβολής μειωμένων σε βάρος του δικαστικών εξόδων (ΑΠ 18/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 549/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την Δ. Π. του Κ., 38η αναιρεσίβλητη.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.

Απορρίπτει την από 11-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 549/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, εκτός του τριακοστού, Ν. Ε. του Κ., ως προς τον οποίο επήλθε διακοπή της παρούσας δίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που νίκησαν, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ