Supreme Court allows appeal against labor court decision on overtime pay calculation errors in Greek employment law case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a multi-member First Instance Court ruling regarding overtime compensation. The appellant argued the lower court incorrectly calculated bonuses based on erroneous monthly salary figures rather than regular wages. The court found the First Instance Court had misapplied labor laws by failing to deduct previously received bonuses from the disputed amounts, constituting a double calculation error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12 §§ 3 and 4 of the General Collective Agreement of OTE; Article 560(1)(a) of the Code of Civil Procedure: A lower court decision is voidable if it erroneously applies substantive law by failing to deduct previously received bonuses when calculating disputed overtime pay, resulting in a double calculation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1072 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1072/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." ... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κυριακίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 315/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3419/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4/3/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 235/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέλαβε τη συζήτηση της υπόθεσης μέχρι εκδόσεως αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας επί του αναφερόμενου στο σκεπτικό ζητήματος. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 10/7/2018 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, δια της υπ' αριθμόν 235/2018 αποφάσεως του Τμήματος τούτου ανεβλήθη η συζήτηση της υπό κρίση από 4ης Μαρτίου 2016 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 3419/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρι εκδόσεως αποφάσεως της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου επί του παραπεμφθέντος ενώπιον αυτής δια της υπ' αριθμόν 1855/2017 αποφάσεως του Α2 Τμήματος ζητήματος, εάν η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά των δημοσιευθεισών προ της 1ης Ιανουαρίου 2016 και μη επιδοθεισών αποφάσεων είναι τριετής, εξακολουθούσα και μετά την 1η Ιανουαρίου 2016, ή διετής. Επί του εν λόγω ζητήματος εξεδόθη ήδη η υπ' αριθμόν 10/2018 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, συνεπώς παραδεκτώς δια της από 10ης Ιουλίου 2018 κλήσεως του αναιρεσείοντος φέρεται προς συζήτηση η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως.
Επειδή, αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος την από 10ης Μαΐου 2009 αγωγή, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθμόν 325/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως μη νόμιμη. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 31ης Μαρτίου 2010 έφεση, η οποία απερρίφθη αντιμωλία των διαδίκων με την προαναφερομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εν συνεχεία, ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, και εμπροθέσμως, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 564 ιδίου Κώδικος, αφού με την ως άνω απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου έγινε δεκτό ότι η προαναφερομένη προθεσμία είναι τριετής.
Συνεπώς, πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος η υπό κρίση αίτηση να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. α' και 3 παρ. 1 Α.Ν. 539/1945, όπως το άρθρο 2 παρ. 1 έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3302/2004, και 3 παρ. 16 εδ. α' Ν. 4504/1966, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Κάθε μισθωτός από την έναρξη της εργασίας του σε υπόχρεη επιχείρηση και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών συνεχούς απασχόλησης, δικαιούται να λάβει ποσοστό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές κατ' αναλογία με το χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση..." και "Οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του Α.Ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη τας αποδοχάς ενός 15ημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβομένους, των 13 δε εργασίμων ημερών, διά τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς", προκύπτει ότι οι μισθωτοί δικαιούνται αδείας αναψυχής μετ' αποδοχών καθ' έκαστο ημερολογιακό έτος, κατά την οποία λαμβάνουν τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούντο κατά τον αντίστοιχο χρόνο, ως επίσης δικαιούνται και επιδόματος αδείας, το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου ως προς τους αμειβομένους με μηνιαίο μισθό και των δέκα τριών εργασίμων ημερών ως προς τους αμειβομένους κατ' άλλον τρόπο.
Συνήθεις αποδοχές κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων θεωρούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, ως και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, εις χρήμα ή είδος, εφ' όσον δίδεται σταθερώς και μονίμως ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας, όπως η αμοιβή της υπερεργασίας, της νομίμως παρεχομένης υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και τις αργίες ή κατά την νύκτα, όχι όμως και το επίδομα αδείας, αφού ο υπολογισμός αυτού γίνεται βάσει των αποδοχών αδείας.
Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 2 της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας υπ' αριθμόν 19040/1981 (ΦΕΚ 742, τ. Β', της 9ης Δεκεμβρίου 1981), εκδοθείσης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 1082/1980 και του Α.Ν. 1777/1951, κυρωθέντος δια του Ν. 1901/1951, αντιστοίχως "'Ολοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται, από τους πάσης φύσεως εργοδότες τους:
α) Επίδομα εορτών Χριστουγέννων ίσο με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο και β) Επίδομα εορτών Πάσχα, ίσο με μισό μηνιαίο μισθό, για τους αμειβόμενους με μισθό, και με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο" και "1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα υπολογίζονται βάσει των πράγματι καταβαλλομένων μισθών ή ημερομισθίων την 10 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, για το επίδομα Χριστουγέννων και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα για το επίδομα Πάσχα, ή την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως.
Σαν καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο νοείται το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, από τις οποίες εξαιρείται μόνο το επίδομα "δυσχερούς διαβιώσεως" το οποίο αποκλείεται από το Ν.Δ. 907/1971. 2. Τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης θεωρούνται ο μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία, κ.λ.π.) εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης από τον μισθωτό εργασίας τακτικά κάθε μήνα, ή κατά επανάληψη περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου.
Σαν τακτικές αποδοχές προσδιορίζονται ενδεικτικά εκείνες που έχουν κριθεί από την Νομολογία όπως: (α) Η προσαύξηση της νομίμου και τακτικής εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες και τις νυκτερινές ώρες, εφόσον δίνεται στον μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν τακτικό αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας, κατά τις ανωτέρω ημέρες και ώρες τακτικά κάθε μήνα ή κατά επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα διαστήματα του χρόνου. (β) Η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για την νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον ή εργασία αυτή χωρίς να απαγορεύεται από τον νόμο, παρέχεται τακτικά. (γ) Το επίδομα αδείας και λοιπές τακτικές παροχές.
Επίσης η συμπληρωματική αμοιβή η οποία χορηγείται για υπερεργασία, δηλαδή για εργασία μέχρι συμπληρώσεως των 48 ωρών την εβδομάδα και η οποία πραγματοποιείται βάσει των διατάξεων των άρθρων 3, 4 και 6 της από 26.2.75 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και της υπ' αριθμ. 6/79 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κατακυρώθηκε με τον Ν. 1082/1980, υπολογίζεται στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αν κατά τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα η ανωτέρω υπερεργασία πραγματοποιείται τακτικά.
Σαν τακτική υπερεργασία θεωρείται όχι μόνο η συνεχής αλλά και εκείνη η οποία εμφανίζει ορισμένη συχνότητα επαναλήψεως από την φύση της και σύμφωνα με το πρόγραμμα του εργοδότη. Η ανωτέρω αμοιβή (υπερωρίας και υπερεργασίας) υπολογίζεται βάσει του ποσού ίσου με τον μέσο όρο των αμοιβών τούτων, τις οποίες έλαβε κάθε μισθωτός κατά τις χρονικές περιόδους, του άρθρου 1 της παρούσας ή μέχρι λύσεως της σχέσεως εργασίας χρονικό διάστημα".
Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι οι απασχολούμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δικαιούνται επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, τα οποία υπολογίζονται βάσει των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, ως τακτικές δε αποδοχές θεωρούνται ο μισθός ή το ημερομίσθιο, ως και πάσα άλλη παροχή χρηματική ή εις είδος, καταβαλλομένη από τον εργοδότη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας τακτικώς κατά μήνα ή κατ' επανάληψη καθ' ωρισμένα χρονικά διαστήματα, όπως το επίδομα αδείας, η αμοιβή της υπερεργασίας, της νομίμως παρεχομένης υπερωριακής εργασίας ή εργασίας κατά τις Κυριακές και τις αργίες ή κατά την νύκτα.
Ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού του .... (Φ.Ε.Κ. Β', 568 της 8ης Σεπτεμβρίου 1969), εξεδόθη κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' Α.Ν. 301/1968, κυρωθείς δε με την διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1 Ν.Δ. 165/1973 έχει ισχύν ουσιαστικού νόμου. Εν συνεχεία, με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 2 Ν. 74/1975, 2 παρ. 2α Ν. 2257/1994 και 38 παρ. 3 Ν. 3522/2006 (Φ.Ε.Κ.
Α', 276 της 22ας Δεκεμβρίου 2006) ωρίσθησαν αντιστοίχως τα εξής: "Τα αποτελούντα, κατά την εκάστοτε γενικώς ισχύουσαν νομοθεσίαν περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αντικείμενον συλλογικής συμβάσεως εργασίας θέματα του προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, διακανονίζονται και ρυθμίζονται εφεξής και διά τοιαύτης, εν διαφωνία δε, κατά την εκάστοτε γενικώς ισχύουσαν διαδικασίαν επιλύσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας.
Αι συλλογικαί συμβάσεις εργασίας και αποφάσεις διαιτησίας κατισχύουν του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος", "Για το προσωπικό του .... εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού .... καθώς και οι λοιποί κανονισμοί που αφορούν στους όρους και στις συνθήκες απασχόλησής τους.
Εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ο Γενικός Κανονισμός Προσωπικού (Γ.Κ.Π.) και οι λοιποί κανονισμοί αναμορφώνονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας και σύμφωνη γνώμη της Ομοσπονδίας Εργαζομένων .... (Ο.Μ.Ε.-....). Από την ανωτέρω ρύθμιση εξαιρούνται οι καθοριζόμενες από τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) ρυθμίσεις, οι οποίες διέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία και τις οικείες αυτών διατάξεις.
Σε περίπτωση που δεν υπάρξει σύμφωνη γνώμη της Ομοσπονδίας Εργαζομένων .... η αναμόρφωσή τους γίνεται σύμφωνα με τη διαδικασία για την κατάρτιση συλλογικών συμβάσεων. Η διαδικασία ακολουθείται και για τις επόμενες τροποποιήσεις τους" και "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού του ....
Α.Ε. ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της ... Α.Ε., ως ισχύει σήμερα, με την εξαίρεση των άρθρων 11, 12, 13, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας ή επιχειρησιακής συλλογικής συμφωνίας, απόφασης της διοίκησης του .... ή εντεταλμένων οργάνων του και πρακτικής, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας, που αφορούν σε θέματα εσωτερικού κανονισμού του προσωπικού του ....
και αντίκεινται στις ρυθμίσεις του ως άνω Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού της ..., με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων εδαφίων. Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου: α) τα άρθρα 20 παράγραφοι 1 III IV, παρ. 2-10 και τα άρθρα 23-40 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ...., που αφορούν στον πειθαρχικό έλεγχο του προσωπικού, β) οι υφιστάμενες ρυθμίσεις και όροι των επιχειρησιακών σ.σ.ε.
που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς, εξαιρουμένων, για όσους πρόκειται να προσληφθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, του χρονοεπιδόματος και όλων των λοιπών επιδομάτων, γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ...., μόνο για το προσωπικό που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον ....
Α.Ε. ως δόκιμο ή μόνιμο...". Περαιτέρω, δια του όρου 5 παρ. 1 περ. ια', ιβ' και ιγ' και 2 της από 14ης Μαρτίου 1985 Σ.Σ.Ε. (πράξη καταθέσεως Ειρηνοδικείου Αθηνών 41/5 Απριλίου 1985), καταρτισθείσης δυνάμει της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 12 παρ. 2 Ν. 74/1975 μεταξύ του .... και της Ο.Μ.Ε.-...., ο οποίος προσετέθη δια της από 10ης Μαΐου 1985 ομοίας (πράξη καταθέσεως Ειρηνοδικείου Αθηνών 66/11 Ιουνίου 1985), ωρίσθησαν τα εξής: "1.
ια) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για νυκτερινή εργασία που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου του έτους, δδ) το 1/12 του επιδόματος κανονικής αδείας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται, ιβ) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για νυκτερινή εργασία που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου του έτους και δδ) το 1/24 του επιδόματος κανονικής αδείας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται, ιγ) Το επίδομα κανονικής αδείας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο τον μήνα, κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της.
Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα ποσά: αα) το 1/24 της αμοιβής για νυκτερινή εργασία που έγινε στην διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες του έτους και γγ) το 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες που έγινε στην διάρκεια του έτους. 2.
Το προσωπικό κατά τον χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή", ενώ δια του άρθρου 12 κεφ. Γ αρ. 3 και 4 του συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2α Ν. 2257/1994 αναμορφωθέντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ...., του οποίου κατά την διάταξη του άρθρου 50 παρ. 6 αυτού η ισχύς άρχισε από της ημερομηνίας υπογραφής της οικείας συλλογικής συμβάσεως εργασίας, την 10η Ιουνίου 1999, ωρίσθησαν τα εξής "3.
Επιδόματα εορτών. Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι εσσε α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε κειμένων διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο των Χριστουγέννων και του Πάσχα. 4.
Επίδομα κανονικής άδειας. Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής αδείας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου, με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι εσσε. Οι λεπτομέρειες καταβολής αυτού καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης", οι εν λόγω δε διατάξεις του ως άνω άρθρου 12 εξακολουθούν συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 εδ.
β' Ν. 3522/2006 να ισχύουν ως προς το μέχρι της 14ης Ιουλίου 2005 υπηρετούν στον .... Α.Ε. προσωπικό και μετά την δυνάμει του εδ. α' της εν λόγω διατάξεως ως και της διατάξεως του άρθρου 39 περ. ιγ' του αυτού Νόμου εφαρμογή από 22ας Δεκεμβρίου 2006 στο σύνολο του προσωπικού του .... Α.Ε. του Εσωτερικού Κανονισμού Προσωπικού της ....
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προέκυψαν τα εξής. Με την από 10ης Μαΐου 2011 αγωγή εκτίθεται ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) προσελήφθη από τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) .... την 19η Αυγούστου 1986 υπό σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολούμενος έκτοτε ως τεχνικός και ότι κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2005 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2008 ο ....
δεν υπολόγισε τις αποδοχές αδείας, τα επιδόματα αδείας και τα επιδόματα εορτών του ενάγοντος προσαυξανόμενα βάσει του άρθρου 12 παρ. 2 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού κατά τις συγκεκριμένως αναφερόμενες συνήθεις - τακτικές αποδοχές αυτού από υπερεργασία και εργασία κατά Κυριακές και κατά την νύκτα αλλά βάσει του μηναίου μισθού πλέον των αναφερομένων στην από 14ης Μαρτίου 1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεων, διώκεται δε, μετά γενομένη, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παραίτηση του ενάγοντος ως προς το κύριο αίτημα της αγωγής, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα την προκύπτουσα διαφορά συνολικού ποσού 8014,59 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα ειδικώτερον αναφερόμενα.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2005 έως 31.12.2008 δεν υπολόγισε τα επιδόματα εορτών, το επίδομα και τις αποδοχές άδειας που του κατέβαλε με βάση τις τακτικές αποδοχές του, προσαυξημένες κατά τις αμοιβές που έλαβε για τακτική νυκτερινή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές, υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή απασχόληση αλλά με βάση το μηνιαίο μισθό και τις προσαυξήσεις που όριζε η από 14.03.1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα να προκύπτει διαφορά ανερχόμενη συνολικά στο ποσό των 8.384,86 ευρώ.
Με το κύριο αυτό αίτημά της η αγωγή, ως το μόνο εναπομείναν μετά την προαναφερθείσα παραίτηση του ενάγοντος από το επικουρικό αυτής αίτημα, για το οποίο ας σημειωθεί ότι προβάλλεται μεν λόγος έφεσης, πλην όμως ενόψει της εν λόγω πρωτόδικης νομότυπης παραίτησης από αυτό...δεν ερευνάται από το παρόν Δικαστήριο, θεωρούμενο ως ουδέποτε προβληθέν...είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων αιτείται με αυτή την διαφορά μεταξύ των ληφθέντων από αυτόν επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά υπολογίσθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εσφαλμένα, με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και τις ειδικότερα αναφερόμενες στην από 14.03.1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις, και των ληπτέων επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά ώφειλε να υπολογίσει η εναγομένη με το άρθρο 12§§ 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, ήτοι με βάση τις τακτικές αποδοχές στις οποίες περιλαμβάνεται το σύνολο των αμοιβών για την επικαλούμενη σταθερή και μόνιμη πρόσθετη εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, κατά τη νύκτα και για την υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία, όλα δε τα ανωτέρω αναφέρει στην αγωγή του, χωρίς, ωστόσο, να αφαιρεί, για τη νομική βασιμότητά αυτής (αγωγής), τις προσαυξήσεις που έλαβε με βάση τον εσφαλμένο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, υπολογισμό της εναγομένης, με συνέπεια να υφίσταται έτσι ανεπίτρεπτος...διπλός υπολογισμός των εν λόγω πρόσθετων αποδοχών στα επιδόματα εορτών και αδείας".
Με την εν λόγω κρίση το Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένως εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι, εφ' όσον ο αναιρεσείων αιτείται τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας, των επιδομάτων αδείας και των επιδομάτων εορτών κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2005 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2008 προσαυξανομένων συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 12 κεφ.
Γ αρ. 3 και 4 του Γ.Κ.Π.-.... βάσει των συνήθων - τακτικών αποδοχών αυτού από υπερεργασία και εργασία κατά Κυριακές και κατά την νύκτα, τις οποίες συγκεκριμένως αναφέρει, η αγωγή είναι νόμιμη, ενώ η μη αφαίρεση των προσαυξήσεων, τις οποίες έλαβε ο αναιρεσείων βάσει του γενομένου εσφαλμένου υπολογισμού, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά αντικείμενο σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου.
Συνεπώς, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 12 κεφ. Γ αρ. 3 και 4 του Γ.Κ.Π.-...., 2 παρ. 1 εδ. α' και 3 παρ. 1 Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 εδ. α' Ν. 4504/1966 και 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 2 της Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας υπ' αριθμόν 19040/1981, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν πρέπει συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές εκτός των εκδωσάντων την εν λόγω απόφαση. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 3419/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους Δικαστές εκτός των εκδωσάντων την εν λόγω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Αυγούστου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ