Legislator Case Law & Legislation
1072/2015 AI generated

1072/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1072/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1072/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

Keywords

AI generated
action for failure to act withdrawal of social benefits expired residence permit exhaustion of administrative remedies withdrawal of debt enforcement suspension of unemployment benefits
AI generated
1436/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
1697/2023
Με την κρινόμενη από 22-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 36/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Κέρκυρας κατά της υπ' αριθ.351/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο των τόκων και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλλει στους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 527.556,71 ευρώ,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
826/2024
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Χ. του Φ. και της Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Χ. του Β. και της Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Γκεσούλη που δεν κατέθεσε προτάσεις και Κορνηλία Παπαζήση που κατέθεσε προτάσεις, 3) Μ. - Ο. Ζ. Μ. (M. - O. G. M.) του Α. Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), συζύγου Ζ.-Κ. Ρ. Ι. (J. - C. R. I.), κατοίκου ..., 4) Ε. Γ. (E. G.) του Κ. Γ. (C. G.) και της Φ. Κ. Μ. (F. C. M.), κατοίκου ..., 5) Φ. Ζ. Μ. (F. J. M.) του Α. Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), κατοίκου ..., 6) Ζ. Α. Μ. (G. A. M.) του Α. Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Γκεσούλη που δεν κατέθεσε προτάσεις, Μαρία Κεκέ και Κορνηλία Παπαζήση, που κατέθεσαν προτάσεις, 7) Π. Φ. Φ. Μ. (P. F. F. M.) του Α. - Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Γεωργίου Γκεσούλη που δεν κατέθεσε προτάσεις, Μαρίας Κεκέ και Κορνηλίας Παπαζήση, που κατέθεσαν προτάσεις.
1110/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
539/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1072 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1072/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Κ. Τ. - ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πιτσινή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 600/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-9-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 9-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 17-9-2014 και με αριθμό καταθέσεως 4/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 600/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολομ.ΑΠ 27 και 28/ 1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές, ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολομ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 595 και 596 εδ. α’ του Α.Κ., σύμφωνα με τις οποίες "με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα", "ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης", "το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες" και "αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες, καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης και, αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα, κατά τη λήξη τους" και "ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο", προκύπτει ότι από του χρόνου της πραγματικής παραδόσεως από μέρους του εκμισθωτή και της πραγματικής παραλαβής από μέρους του μισθωτή της χρήσεως του πράγματος αρχίζει η μίσθωση του πράγματος και ο μισθωτής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε καθώς και ότι ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε από την παράδοση σ’ αυτόν της χρήσεως του πράγματος, εφόσον έχει τη δυνατότητα χρήσεως αυτού, ανεξαρτήτως αν πράγματι το χρησιμοποιεί.

Περαιτέρω, στις μισθώσεις για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών, με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3130/2003 ορίζεται ότι "η σύμβαση μίσθωσης περιλαμβάνει όλους τους όρους της σχετικής διακήρυξης και της αντίστοιχης απόφασης έγκρισης των πρακτικών της δημοπρασίας και υπογράφεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας ή τον νόμιμο αναπληρωτή του και από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου ή τον νόμιμο πληρεξούσιό του.

Η αναγραφή στη σύμβαση μίσθωσης όρων που δεν περιλαμβάνονται στη διακήρυξη της δημοπρασίας ή στην απόφαση έγκρισης των πρακτικών αυτής δεν συνεπάγεται καμία δέσμευση ή υποχρέωση για το Δημόσιο. Αντίθετα η παράλειψη αναγραφής στη σύμβαση οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους όρους δεν απαλλάσσει τον εκμισθωτή από την υποχρέωση τήρησης αυτών".

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι "ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση με την έναρξη της μίσθωσης, όπως αναφέρεται στη σύμβαση, να παραδώσει το μίσθιο στη χρήση του Δημοσίου κατάλληλο και σύμφωνο προς τους όρους της διακήρυξης, της απόφασης έγκρισης και της σύμβασης της μίσθωσης".

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "για την παραλαβή του μισθωμένου ακινήτου από το Δημόσιο συντάσσεται πρωτόκολλο, από επιτροπή που αποτελείται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που πρόκειται να εγκατασταθεί ή είναι ήδη εγκατεστημένη και από έναν μηχανικό της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 9.

Με το πρωτόκολλο αυτό διαπιστώνεται η γενική και ειδική κατάσταση του μισθωμένου ακινήτου, όπως ορίζεται στους όρους της σχετικής διακήρυξης δημοπρασίας, του πρακτικού καταλληλότητας και της σύμβασης μίσθωσης. Το πρωτόκολλο αυτό υπογράφεται και από τον εκμισθωτή του ακινήτου, ο οποίος προσκαλείται εγγράφως από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας να παραστεί στην παράδοση και παραλαβή".

Και με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "η πληρωμή του μισθώματος αρχίζει από την ημερομηνία εγκατάστασης της υπηρεσίας στο μίσθιο, που αποδεικνύεται από το πρωτόκολλο παραλαβής του ακινήτου και καταβάλλεται ανά τρίμηνο και στο τέλος κάθε τριμηνίας". Από όλες τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, προκύπτει με σαφήνεια ότι σε περίπτωση συνάψεως συμβάσεως μισθώσεως για τη στέγαση δημόσιας υπηρεσίας, η υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκατάστασής του στο μίσθιο, δηλαδή από την ημέρα της πραγματικής από μέρους του εκμισθωτή παραδόσεως της χρήσεως και της πραγματικής από μέρους του Δημοσίου παραλαβής της χρήσεως του μισθίου, χωρίς άλλη διατύπωση, ανεξάρτητα αν συντάχθηκε κατά την ημερομηνία αυτή το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις και ότι τυχόν καθυστερημένη σύνταξη του πρωτοκόλλου αυτού ή ακόμη και μη σύνταξη αυτού, για γραφειοκρατικούς ή άλλους λόγους, δεν επηρεάζει τη συμβατική υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, που αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκατάστασής του στο μίσθιο, δηλαδή από τότε που έγινε η πραγματική παράδοση από μέρους του εκμισθωτή και η πραγματική παραλαβή από μέρους του Δημοσίου της χρήσεως του μισθίου.

Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο άτοπο να απαλλάσσεται το Δημόσιο από τη βασική συμβατική υποχρέωσή του για πληρωμή του μισθώματος, με μεθοδευμένη καθυστέρηση στη σύνταξη του απαιτούμενου πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του μισθίου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της εγκατάστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι με την από 22-7-2009 έγγραφη σύμβαση μισθώσεως, η οποία καταρτίστηκε και υπογράφηκε κατόπιν δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού (δημοπρασίας) με τις επιβαλλόμενες από τον Ν. 3139/ 2003 διατυπώσεις, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, εκμίσθωσε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο για τη στέγαση της Αγρονομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Ιονίων Νήσων και του Αγρονομικού Τμήματος Κέρκυρας ένα ακίνητο της ιδιοκτησίας της και συγκεκριμένα ένα διαμέρισμα ισογείου ορόφου, που κείται στην πόλη της …, επί της οδού ...

και ... αρ. …, αποτελούμενο από τέσσερα γραφεία, βοηθητικούς χώρους και W.C., συνολικού εμβαδού 143,93 τ.μ., αντί μηνιαίου μισθώματος 1.200 ευρώ και με ετήσια αναπροσαρμογή αυτού από την έναρξη του δεύτερου μισθωτικού έτους ίση με το ποσοστό της μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή του τελευταίου δωδεκαμήνου, που καθορίζεται από την Ε.Σ.Υ.Ε., για χρονικό διάστημα 12 ετών, αρχόμενο από την υπογραφή του προβλεπόμενου στο άρθρ. 17 παρ. 3 εδ.

α’ Ν. 3130/2003 πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής του μισθίου. Ότι σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης μίσθωσης η ενάγουσα αναιρεσίβλητη την 7-10-2009 παρέδωσε τη χρήση του μίσθιου ακινήτου στο εναγόμενο αναιρεσείον, το οποίο μετέφερε σ’ αυτό γραφειακό εξοπλισμό, ενώ ταυτόχρονα εγκατέστησε και τηλεφωνική σύνδεση Ο.Τ.Ε.

με αριθμό ... υπό την επωνυμία Αγρονομικό Τμήμα Κέρκυρας. Ότι λόγω επικείμενης πολιτικής απόφασης περί κατάργησης της Ελληνικής Αγροφυλακής, δε συντάχθηκε το προβλεπόμενο από το άρθρο 17 § 3 εδ. α’ Ν. 3130/2003 πρωτόκολλο για την παραλαβή του μίσθιου ακινήτου από το εναγόμενο αναιρεσείον. Ειδικότερα ότι η Κτηματική Υπηρεσία Κέρκυρας ενημερώθηκε στις 19-10-2009 από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη περί της επικείμενης κατάργησης της ως άνω υπηρεσίας και κλήθηκε να "παγώσει" οιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία μίσθωσης για τη στέγασή της και για το λόγο αυτό το εναγόμενο αναιρεσείον απομάκρυνε στις 20-10-2009 το γραφειακό εξοπλισμό από το μίσθιο.

Ότι μετά την κατάργηση της Ελληνικής Αγροφυλακής με το Ν. 3938/2011 (Φ.Ε.Κ. Α’ 61/31.03.2011), το εναγόμενο αναιρεσείον προέβη, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 3130/2003, στην πρόωρη λύση της μίσθωσης με την υπ’ αρ. πρωτ. 59951/12532/ 25-07-2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου και απέδωσε το μίσθιο στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη στις 8-8-2011.

Ότι κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ήτοι από 20-10-2009 έως 8-8-2011, το εναγόμενο αναιρεσείον δεν χρησιμοποιούσε μεν το μίσθιο, λόγω της επικείμενης κατάργησης της Ελληνικής Αγροφυλακής, ήτοι για λόγους που αφορούν το ίδιο, χωρίς όμως να καταγγείλει την μίσθωση, παρόλο που η ενάγουσα αναιρεσίβλητη αξίωνε την καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων.

Ότι η μονομερής αυτή εγκατάλειψη του μισθίου από το εναγόμενο αναιρεσείον δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης και δεν το απάλλαξε από την υποχρέωση να καταβάλει το μίσθωμα από την παράδοση σ’ αυτό της χρήσης του μίσθιου ακινήτου, εφόσον είχε τη δυνατότητα χρήσης αυτού, έστω και αν δεν έκανε χρήση του μισθίου για λόγους που αφορούν το ίδιο και ότι η μη σύνταξη του προβλεπόμενου από το άρθρ. 17 παρ. 3 εδ.

α’ του Ν. 3130/2003 πρωτοκόλλου για την παραλαβή του μίσθιου ακινήτου από το εναγόμενο αναιρεσείον, εφόσον αυτό δεν αποτελεί συστατικό της μίσθωσης τύπο, αλλά απλώς αποδεικτικό, δεν επηρεάζει τη συμβατική υποχρέωσή του προς καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, που άρχισε από την ημέρα της πραγματικής εγκατάστασής του στο μίσθιο, δηλαδή από 7-10-2009 που έγινε η από μέρους της εκμισθώτριας ενάγουσας αναιρεσίβλητης πραγματική παράδοση και η από μέρους του πραγματική παραλαβή της χρήσεως του μισθίου.

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραδόθηκε από την αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια και παραλήφθηκε από το αναιρεσείον μισθωτή η χρήση του μισθίου και εγκαταστάθηκε εν τοις πράγμασι στο μίσθιο το αναιρεσείον Δημόσιο, χωρίς να συνταχθεί από μέρους του τελευταίου το σχετικό πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής του μισθίου και ότι τα περιστατικά αυτά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της εγκαταστάσεως του αναιρεσείοντος Δημοσίου στο μίσθιο, της ενάρξεως της μισθώσεως και της υποχρεώσεως του Δημοσίου να καταβάλει μισθώματα μέχρι τη λύση της μισθώσεως, ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 575, 595 και 596 εδ.

α’ του Α.Κ. και 15 παρ. 1, 17 παρ. 1 εδ. α’ και 3 εδ. α’ , β’ και γ’ και 21 παρ. 1 εδ. α’ του Ν. 3130/2003, αλλ’ ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 201, 210 και 361 του Α.Κ., ενώ εξ άλλου περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες σχετικά με την έναρξη της μισθώσεως και την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει το μίσθωμα από της παραχωρήσεως του μισθίου και της εγκαταστάσεώς του σ’ αυτό.

Κατά συνέπεια ο περί του εναντίου, από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ανύπαρκτης ομολογίας, δικαστικής ή εξώδικης, ιδρύει, ενόψει του ότι αποτελεί ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.

β’ λόγο αναιρέσεως. Αν όμως το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων ή σε άλλες κατονομαζόμενες αποδείξεις και επαλλήλως ή επικουρικώς στην ανύπαρκτη ομολογία, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνον η τελευταία αιτιολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.

β’ του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Πρωτοδικείο συνήγαγε την κρίση του περί της παραδόσεως, παραλαβής και εγκαταστάσεως του αναιρεσείοντος στο μίσθιο, από ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, ήτοι από ομολογία που δεν υπήρχε στις προτάσεις του. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, σε σχέση με την παράδοση και παραλαβή της χρήσεως του μισθίου και την εγκατάσταση του αναιρεσείοντος σ’ αυτό, δέχθηκε ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης, όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μερικά εκ των οποίων αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, καθώς και την ομολογία του πρώτου εναγομένου (άρθρα 261, 352 § 1 ΚΠολΔ), που θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ...Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης μίσθωσης η ενάγουσα, την 07.10.2009, παρέδωσε τη χρήση του μίσθιου ακινήτου στο πρώτο εναγόμενο, το οποίο μετέφερε σ’ αυτό γραφειακό εξοπλισμό, γεγονός άλλωστε που ομολογεί και το πρώτο εναγόμενο με τις έγγραφες προτάσεις του (βλ.

σελ. 5 προτάσεων πρώτου εναγομένου) και κατέθεσε επ’ αυτού και η μάρτυρας ανταπόδειξης, ενώ ταυτόχρονα εγκατέστησε και τηλεφωνική σύνδεση Ο.Τ.Ε. με αριθμό ... υπό την επωνυμία Αγρονομικό Τμήμα Κέρκυρας, που λειτούργησε από 03.10.2009 έως 11.01.2012 (βλ. επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα υπ’ αρ. .../20.11.2012 έγγραφο του Ο.Τ.Ε.)".

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας την κρίση του ότι το μίσθιο παραδόθηκε στο αναιρεσείον και ότι το τελευταίο μετέφερε σ’ αυτό γραφειακό εξοπλισμό και εγκαταστάθηκε σ’ αυτό, την συνήγαγε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ιδίως από την κατάθεση της μάρτυρα ανταποδείξεως και από το έγγραφο του Ο.Τ.Ε.

περί εγκαταστάσεως τηλεφωνικής συνδέσεως για τη δημόσια υπηρεσία, η αναφορά δε και σε ανύπαρκτη ομολογία του αναιρεσείοντος η οποία, κατά την εσφαλμένη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου προτάσεων του εναγομένου - νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, εκτίμησή του περιείχετο στις προτάσεις του, είναι επάλληλη και ως εκ τούτου αλυσιτελώς προσβάλλεται και ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται στο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 11 περ.

β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού η κρίση και το διατακτικό της εκκαλούμενης απόφασης δεν στηρίζεται μόνον στο ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας, αλλά και στα άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 2106/2007, ΑΠ 1176/ 2009).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339, 432 και επ. του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα, όχι δε και τα διαδικαστικά. Έτσι, δεν είναι έγγραφο, με την έννοια αυτή, το διαδικαστικό έγγραφο των προτάσεων κατά το μέρος που περιέχει ομολογία.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αναφέρεται στο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεχόμενη ότι υπήρχε ομολογία του για τη μεταφορά του γραφειακού εξοπλισμού της υπηρεσίας στο μίσθιο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το εν λόγω έγγραφο των πρωτοδίκων προτάσεων είναι διαδικαστικό έγγραφο της δίκης και ως τέτοιο δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1076/2010, 1007/2009, 1278/ 2008, 168/2006, 1066/2004 και 980/2003).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β’ του Κ,Πολ.Δ. "αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών δεν ορίζεται διαφορετικά... β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά...", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ.

δ’ του ιδίου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ’ αυτές, τις καταθέσεις των μαρτύρων...". Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται σαφώς ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 643 παρ. 1, 647 έως 661 Κ.Πολ.Δ.), όπου δε είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων (άρθρο 649 παρ. 1 εδ.

β’ Κ.Πολ.Δ.), οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ.).

Δηλαδή, απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολομ.ΑΠ 2/2005).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).

Ειδικότερα, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός που είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, ήταν ορισμένος και νόμιμος, δηλαδή ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής ισχυρισμός). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αγωγής, που περιείχετο στις προτάσεις που κατέθεσε στο ακροατήριο το αναιρεσείον εναγόμενο.

Ανεξάρτητα από το ότι όπως προκύπτει από την, παραδεκτώς κατ’ άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου - νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το αναιρεσείον δεν επικαλείτο στον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας, ότι η άσκηση του δικαιώματός της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της, αλλ’ απλώς και μόνον επικαλείτο ότι λόγω αδράνειας της ενάγουσας του δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι αυτή δεν ενδιαφέρεται για την εκτέλεση της συμβάσεως μισθώσεως, με συνέπεια ο ισχυρισμός του περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας να είναι μη νόμιμος και σε κάθε περίπτωση αόριστος και να μην ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του αυτός, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και κυρίως από τα πρακτικά συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προτάθηκε νόμιμα και παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού, παρόλο που η υπόθεση δικαζόταν κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και δεν ήταν υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, δεν προτάθηκε προφορικά κατά τη συζήτηση, αλλά καταχωρήθηκε μόνον στις προτάσεις που κατατέθηκαν στο ακροατήριο.

Συνακόλουθα, αφού ο ισχυρισμός αυτός περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν προτάθηκε νόμιμα και παραδεκτά στο Δικαστηριο της ουσίας και σε κάθε περίπτωση δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης γιατί ήταν μη νόμιμος ή τουλάχιστον αόριστος, νόμιμα δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 περ.

β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ο δε περί του εναντίου τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως α) που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (ΑΠ 1055/2005). Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους, ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η ακυρότητα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα (ΑΠ 259/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας, κατά παραβίαση της διατάξεως των άρθρου 69 παρ. 1 περ. στ’ του Κ.Πολ.Δ. δεν κήρυξε απαράδεκτες τις αναγόμενες σε χρόνο μεταγενέστερο της ασκήσεως της αγωγής αξιώσεις της ενάγουσας, ενόψει του ότι το εναγόμενο Δημόσιο είναι κατά τεκμήριο αξιόχρεο και φερέγγυο.

Ανεξάρτητα από το ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τις αξιώσεις αυτές της ενάγουσας που ανάγονταν σε χρόνο μεταγενέστερο της ασκήσεως της αγωγής της ως στηριζόμενες στη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε’ του Κ.Πολ.Δ. και όχι στη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. στ’ του Κ.Πολ.Δ., σε κάθε περίπτωση, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι παρόμοιος ισχυρισμός προβλήθηκε ρητά εκ μέρους του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας και ούτε και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και συγκεκριμένα των πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του τελευταίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι υποβλήθηκε ειδικά παρόμοιος ισχυρισμός εκ μέρους του αναιρεσείοντος.

Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, δεν προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτή δεν αναφέρεται σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 69 παρ. 1 περ. στ’ του Κ.Πολ.Δ, αλλά σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε’ του Κ.Πολ.Δ, μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και δεν προτάθηκε σ’ αυτό από το αναιρεσείον, το οποίο παρέστη και υπεράσπισε προσηκόντως τον εαυτό του στο δικαστήριο της ουσίας, ο ως άνω τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2014 και με αριθμό καταθέσεως 4/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 600/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Αυγούστου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ