1072/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1072/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ίδιου Ν. 1514/1985, οι ερευνητές Γ' βαθμίδας διορίζονται με τριετή θητεία. Μετά τη λήξη της θητείας τους κρίνονται για διορισμό ως μόνιμοι ερευνητές Β' βαθμίδας. Αν δεν προκριθούν, η θητεία τους ανανεώνεται μέχρι δύο φορές για δύο χρόνια κάθε φορά, μετά το τέλος των οποίων ακολουθεί κάθε φορά νέα κρίση σύμφωνα με τα παραπάνω.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1072 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1072/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών" (Ι.Ι.Β.Ε.Α.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τέφου - Φωτέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1199/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 13-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3 στοιχ. α' του Ν. 1514/1985 (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 2919/2001 και εξακολουθεί να ισχύει μετά την αναστολή της ισχύος του Ν. 3653/2008 που κατήργησε αυτόν, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 40 του Ν. 3734/2009, και τις επακολουθήσασες διαδοχικές παρατάσεις της αναστολής ισχύος του ως άνω Ν. 3653/2008, δυνάμει του άρθρου 2 του Ν. 3822/2010 και παρ. 3 του άρθρου 26 του Ν. 3879/2010), για την πρόσληψη του ερευνητικού προσωπικού στα εθνικά ερευνητικά κέντρα και ανεξάρτητα ερευνητικά ινστιτούτα σε βαθμίδες Α' και Β' ή για προαγωγή από τη βαθμίδα Γ' στη βαθμίδα Β' ή από τη βαθμίδα Β' στην Α' συγκροτούνται 5μελείς επιτροπές κρίσεις, οι οποίες αποτελούνται από τέσσερα (4) μέλη, που λαμβάνονται με κλήρο από την αντίστοιχη για την ειδικότητα των υποψηφίων ομάδα του άρθρου 9 παρ. 13 εδάφ.
δ' του νόμου αυτού και εφόσον δεν ανήκουν στο ίδιο ερευνητικό κέντρο ή ινστιτούτο, καθώς και από τον διευθυντή του οικείου ινστιτούτου του κέντρου ή του ανεξάρτητου ερευνητικού ινστιτούτου, που είναι και ο εισηγητής, κατά δε την διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, ειδικότερα θέματα της διαδικασίας κρίσης του προσωπικού και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ρυθμίζονται με τους εσωτερικούς κανονισμούς των εθνικών ερευνητικών κέντρων και των ανεξάρτητων ινστιτούτων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του ίδιου Ν. 1514/1985, οι ερευνητές Γ' βαθμίδας διορίζονται με τριετή θητεία. Μετά τη λήξη της θητείας τους κρίνονται για διορισμό ως μόνιμοι ερευνητές Β' βαθμίδας. Αν δεν προκριθούν, η θητεία τους ανανεώνεται μέχρι δύο φορές για δύο χρόνια κάθε φορά, μετά το τέλος των οποίων ακολουθεί κάθε φορά νέα κρίση σύμφωνα με τα παραπάνω.
Εφόσον και κατά την τρίτη κρίση τους δεν επιτύχουν, η θητεία τους δεν ανανεώνεται και απομακρύνονται οριστικά από τη θέση τους μετά τη λήξη της. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 της Β1/290/29-4-1992 κοινής Υ.Α. των τότε Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για τη σύσταση θέσεων προσωπικού στο "Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών" (εναγόμενο - αναιρεσίβλητο), το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που συνεστήθη με το υπ' αριθμ. 420/3-11-1991 Π.Δ., δημοσιευθέν στο ΦΕΚ 153 Α' /11-11-1991, η αξιολόγηση των ερευνητών γίνεται από πενταμελή επιστημονική επιτροπή κριτών, που συγκροτείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ύστερα από εισήγηση του ακαδημαϊκού επόπτη του οικείου ερευνητικού τμήματος ή, σε περίπτωση ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος αυτού, του διευθυντή του ερευνητικού τμήματος.
Η επιστημονική επιτροπή απαρτίζεται από ερευνητές μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ ή ερευνητές άλλων ερευνητικών φορέων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Κατά δε την παρ. 4 εδ. β' του ίδιου άρθρου, οι ερευνητές της Γ' βαθμίδας προσλαμβάνονται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για τρία έτη, που μπορεί να ανανεωθεί για ίσο χρόνο.
Ο ερευνητής Γ' βαθμίδας μετά τη λήξη της πρώτης τριετίας κρίνεται για προαγωγή στη Β' βαθμίδα ή για ανανέωση της συμβάσεώς του στην ίδια βαθμίδα. Σε περίπτωση μη προαγωγής ή μη ανανεώσεως της συμβάσεώς του, ο ερευνητής αποχωρεί υποχρεωτικά με τη λήξη της συμβάσεώς του. Ο ερευνητής Γ' βαθμίδας αποχωρεί επίσης υποχρεωτικά μετά τη συμπλήρωση έξι ετών υπηρεσίας στην ίδια βαθμίδα, εκτός αν με τη λήξη της εξαετίας προαχθεί στη Β' βαθμίδα.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είναι ιατρός καρδιολόγος, εξελέγη ως Ερευνητής Γ' βαθμίδας του Κέντρου Κλινικής Έρευνας, στον τομέα Καρδιάς Αγγείων, του εναγόμενου, ήδη αναιρεσιβλήτου, Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών (Ν.Π.Ι.Δ.), καταρτίσθηκε δε μεταξύ αυτού και του εναγομένου η από 5-9-2003 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τριετούς διάρκειας, και από 8-9-2003 ανέλαβε υπηρεσία, δυνάμει του με την αυτή ημεροχρονολογία συνταγέντος πρωτοκόλλου ανάληψης υπηρεσίας.
Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι κατά το τέλος του τρίτου χρόνου της υπηρεσίας του θα κρινόταν, ύστερα από αίτησή του, για εξέλιξη στη βαθμίδα Β' και ότι η σύμβασή του θα μετατρεπόταν σε αόριστης διάρκειας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 του Ν. 1514/ 1985. Και ναι μεν το εναγόμενο - όπως δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο - εστερείτο εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας, ωστόσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 του ιδρυτικού του (εναγομένου) Π.Δ. 420/1991, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 3 των Π.Δ/των 372/1996 και 239/2004, όργανα διοικήσεως αυτού είναι το Διοικητικό Συμβούλιο και ο Πρόεδρος.
Εξ αυτών, το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το ανώτατο συλλογικό όργανο και αποφασίζει, μεταξύ άλλων, για κάθε θέμα που αφορά στην οργάνωση του Ιδρύματος, και στις αρμοδιότητές του ανήκουν και η λήψη αποφάσεων για τη σύσταση πάσης φύσεως θέσεων προσωπικού, καθώς και για την πλήρωσή τους, ενώ, σε συνδυασμό και με την ως άνω διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 της Β1/290/29-4-1992 κοινής Υ.Α. (για τη σύσταση θέσεων προσωπικού στο εναγόμενο Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών), συγκροτεί την πενταμελή επιστημονική επιτροπή κριτών για την αξιολόγηση των ερευνητών, ύστερα από εισήγηση του ακαδημαϊκού επόπτη του οικείου ερευνητικού τμήματος ή, σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος αυτού, του διευθυντή του ερευνητικού τμήματος.
Στο πλαίσιο της ευθύνης του και των ανωτέρω αρμοδιοτήτων του, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, στη συνεδρίασή του της 9-6-2004, αποφάσισε τη σύσταση Επιστημονικής Συμβουλευτικής Επιτροπής (S.A.B.), για την αξιολόγηση της ερευνητικής προόδου και των μελλοντικών σχεδίων για τη έρευνα του Ιδρύματος (εναγομένου), καθώς και την αξιολόγηση του έργου όλων των ερευνητών αυτού.
Η συγκρότηση της Επιτροπής αυτής έγινε με την υπ' αριθμ. 434/7-7-2004 πράξη του Προέδρου του εναγομένου, ο οποίος, με το υπ' αριθμ. 577/30-8-2004 έγγραφό του, γνωστοποίησε στους ερευνητές του Ιδρύματος τη συγκρότηση και τη σύνθεση της εν λόγω Επιτροπής, καθώς και ότι αυτοί (ερευνητές του Ιδρύματος) θα πρέπει να υποβάλλουν στον Πρόεδρο της Επιτροπής έκθεση προόδου των εργασιών τους, των μελλοντικών σχεδίων και των τυχόν αναγκών τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω - συνεχίζει το Εφετείο - προϋπόθεση για την ανανέωση της συμβάσεως των ερευνητών ήταν η κρίση αυτών για εξέλιξη, από το αποτέλεσμα της οποίας κρίσεως ήθελε καθορισθεί και το περιεχόμενο της νέας συμβάσεως. Προϋπόθεση, επίσης, για την κρίση σε εξέλιξη των ερευνητών, σύμφωνα με όσα αποφάσισε το Διοικητικό Συμβούλιο, ήταν και η αξιολόγηση του έργου τους από την ως άνω Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή των εμπειρογνωμόνων, που είχε ορισθεί για το σκοπό αυτό.
Ο ενάγων - δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο - μετά την, κατά τα άνω, πάροδο της τριετούς θητείας του και την λήξη της συμβάσεως εργασίας του, υπέβαλε προς το Διοικητικό Συμβούλιο, αλλά και προς το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγόμενου Ιδρύματος το υπ' αριθμ. πρωτ. 521/19-9-2006 έγγραφο, με το οποίο ζητούσε την έναρξη της προβλεπόμενης διαδικασίας για την κρίση και εξέλιξή του στην επόμενη ιεραρχικά βαθμίδα του Ερευνητή Β', χωρίς, ωστόσο, να έχει καταθέσει και το προς αξιολόγηση και κρίση ερευνητικό έργο του.
Γι' αυτό, στις 19-4-2007, ο εκτελών χρέη Γενικού Διευθυντή του εναγομένου, με έγγραφό του προς τον ενάγοντα, ζήτησε από αυτόν να τον πληροφορήσει, αν επιθυμούσε, πράγματι, να ξεκινήσει άμεσα η διαδικασία κρίσης του. Ο ενάγων, με το υπ' αριθμ. 61/30-4-2007 απαντητικό έγγραφό του προς τον ανωτέρω Γενικό Διευθυντή, επιβεβαίωσε την επιθυμία του για την άμεση εκκίνηση της διαδικασίας κρίσης του και ζήτησε να πληροφορηθεί εγγράφως για τα προβλεπόμενα από την διαδικασία έγγραφα, τα οποία ήταν υποχρεωμένος να καταθέσει για την κρίση της εξέλιξής του, αν και γνώριζε ότι ήταν απαραίτητη η αξιολόγησή του από την Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή, σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά και την καθιερωθείσα πρακτική του εναγομένου, προκειμένου στη συνέχεια να κριθεί για την εξέλιξή του, καθώς και ότι απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η κατάθεση του παραχθέντος ερευνητικού έργου του, κατά την διάρκεια της θητείας του.
Ο ενάγων - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - κατά το χρονικό διάστημα από 12-11-2007 έως 11-2-2008 ελάμβανε συνεχείς προσκλήσεις, σε ηλεκτρονική μορφή, από τον αναπληρωτή Πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου του εναγομένου Δ. Θ., προκειμένου να προσκομίσει τα απαραίτητα για την κρίση της εξέλιξής του δικαιολογητικά έγγραφα στον Πρόεδρο της Επιστημονικής Συμβουλευτικής Επιτροπής (S.A.B.).
Εντούτοις αυτός (ενάγων), με το υπ' αριθμ. 609/20-12-2007 έγγραφό του, απευθυνόμενο προς τον Γενικό Διευθυντή του εναγομένου Θ. Μ., αν και παραδεχόταν ότι είχε προσκληθεί μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να υποβάλει τα απαραίτητα για την αξιολόγησή του έγγραφα στην Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή (S.A.B.), αμφισβητούσε την αρμοδιότητα της Επιτροπής αυτής και ζητούσε να πληροφορηθεί εγγράφως σχετικά με τη νομοθεσία, βάσει της οποίας ήταν υποχρεωμένος να μετέχει στη διαδικασία αξιολόγησης από την Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή, την διαδικασία και τα κριτήρια με τα οποία θα αξιολογείτο το ερευνητικό έργο του, τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα, που απαιτούνταν για την αξιολόγησή του, καθώς και την ιδιότητα των μελών που αποτελούσαν την Επιτροπή.
Με το από 2-1-2008 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή (Θ. Μ.) δόθηκαν στον ενάγοντα οι σχετικές πληροφορίες, ενώ, με το από 1-2-2008 έγγραφο του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, κλήθηκε εκ νέου ο ενάγων να αποστείλει το βιογραφικό του σημείωμα και τις επιστημονικές δημοσιεύσεις του στον Πρόεδρο του Επιστημονικού Συμβουλίου.
Και πάλι, όμως, ο ενάγων, αγνοώντας την προηγηθείσα αλληλογραφία, με το υπ' αριθμ. 145/31-3-2008 έγγραφό του προς το Τμήμα Προσωπικού του εναγομένου, ζήτησε να του γνωστοποιηθεί εγγράφως η έναρξη της διαδικασίας κρίσεως για την εξέλιξή του, ενώ, με το από 9-5-2008 έγγραφο του Προέδρου κλήθηκε, για μία ακόμη φορά, να καταθέσει τα σχετικά έγγραφα για την αξιολόγηση του έργου του από το Επιστημονικό Συμβούλιο.
Παρά ταύτα, ο ενάγων, εξακολουθώντας να αμφισβητεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου και επιμένοντας να αρνείται να αποδεχθεί την διαδικασία, που του υποδεικνυόταν για την αξιολόγηση της κρίσης για την εξέλιξή του, απηύθυνε, στη συνέχεια, προς το εναγόμενο Ίδρυμα την από 2-9-2008 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση, με την οποία διαμαρτυρόταν για την καθυστέρηση της κρίσης για την εξέλιξή του, οφειλόμενη σε δήθεν παράνομη συμπεριφορά του Ιδρύματος, και καλούσε τούτο να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
Με την από 8-9-2008 εξώδικη πρόσκληση - δήλωσή του το εναγόμενο Ίδρυμα απάντησε στον ενάγοντα ότι η καθυστέρηση της κρίσης του οφειλόταν αποκλειστικά σε δική του υπαιτιότητα, αφού αρνείτο επίμονα, αδικαιολόγητα, να αξιολογηθεί από την Επιστημονική Επιτροπή και του επισημαίνετο η δική του αντισυμβατική συμπεριφορά, που προέκυπτε από την άρνησή του να συμμορφωθεί με τις οδηγίες και υποδείξεις των οργάνων διοίκησης του εναγομένου.
Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε κατά του εναγομένου την ένδικη από 1-12-2008 αγωγή του, μετά την άσκηση της οποίας, τελικά, αυτός συμμορφώθηκε και υπέβαλε τα απαιτούμενα για την αξιολόγησή του από την Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή δικαιολογητικά, στις 13-4-2009, ακολούθως δε κινήθηκε η διαδικασία κρίσης για την εξέλιξή του στην επόμενη βαθμίδα του Ερευνητή Β', με τη σχετική προκήρυξη και τη συγκρότηση της Επιτροπής Κριτών, η οποία κατά την συνεδρίασή της στις 13-4-2010 αποφάνθηκε, ομόφωνα, αρνητικά για την εξέλιξη του ενάγοντος στην βαθμίδα του Ερευνητή Β' και στη συνέχεια το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, κατά την συνεδρίασή του στις 7-6-2010, αποδέχθηκε ομόφωνα την αρνητική απόφαση της Επιτροπής Κριτών για την εξέλιξη του ενάγοντος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, καταλήγει στο ανεπιφύλακτο συμπέρασμα, που διατυπώνει ως επιστέγασμα των παραπάνω πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε, ότι ουδόλως αποδείχθηκε υπαιτιότητα του εναγόμενου Ιδρύματος ή των αρμοδίων οργάνων αυτού, ως προς την καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας κρίσης για την εξέλιξη του ενάγοντος, δοθέντος ότι εφαρμόσθηκαν και γι' αυτόν όλες οι σύννομες αποφάσεις που λήφθηκαν και εφαρμόζονταν για το σύνολο των ερευνητών του εναγομένου και ότι, αντίθετα, ο ενάγων, με τη δική του καχύποπτη συμπεριφορά, αμφισβητώντας τις οδηγίες και υποδείξεις των οργάνων διοίκησης του εναγομένου και αρνούμενος να αποδεχθεί την αξιολόγηση του επιστημονικού του έργου από την Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή εμπειρογνωμόνων (S.A.B.) και να ακολουθήσει την υποδειχθείσα από τα αρμόδια αυτά όργανα διαδικασία, προκάλεσε την καθυστέρηση στην κρίση για την εξέλιξή του.
Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο, ότι η καθυστέρηση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι επέφερε κάποια δυσμενή μισθολογική επίπτωση στον ενάγοντα, αφού, τελικά, μετά την κατά τα άνω, έστω και καθυστερημένη αξιολόγησή του, δεν κρίθηκε προακτέος στην επόμενη ανώτερη βαθμίδα του Ερευνητή Β', αλλά ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε αυτή ικανή να του προξενήσει ηθική βλάβη, ώστε να δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάστασή της.
Για τους λόγους αυτούς, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις για επιδίκαση της διαφοράς των αποδοχών μεταξύ των βαθμίδων του Ερευνητή Γ' και του Ερευνητή Β' (που θα ελάμβανε ο ενάγων εάν είχε κριθεί και προαχθεί στη βαθμίδα Β') και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικυρώνοντας έτσι κατά τούτο (με απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως του ενάγοντος) την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 111/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε αποφανθεί ομοίως.
Απέρριψε δε το Εφετείο ως άνευ αντικειμένου το επικουρικό αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί το εναγόμενο να κινήσει την προβλεπόμενη διαδικασία για την αξιολογική κρίση του ενάγοντος προς προαγωγή του στην βαθμίδα του Ερευνητή Β', με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε άρνησή του, ενόψει του ότι, το αίτημα αυτό, κατά τις παραδοχές του (Εφετείου), ικανοποιήθηκε, έστω και μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Πρέπει, επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το ένα του μέρος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το έτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτο τον οψιγενή - κατά τον λόγο αναιρέσεως - ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι ο αναιρεσείων κρίθηκε ήδη για την εξέλιξή του από την ορισθείσα προς τούτο Επιτροπή Κριτών κατά την συνεδρίασή της στις 13-4-2010, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής και τη συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, καθόσον, μετά την ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου ότι η καθυστέρηση ως προς την έναρξη της διαδικασίας κρίσεως για την εξέλιξη του αναιρεσείοντος οφειλόταν αποκλειστικά σε δική του υπαιτιότητα, η οποία (παραδοχή) αρκεί προς στήριξη του διατακτικού, ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκούσε έννομη επιρροή στην κριθείσα υπόθεση.
Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερθέν αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, γιατί δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, ήτοι 1) την με ημερομηνία 2-1-2008 απαντητική επιστολή του Γενικού Διευθυντή του αναιρεσιβλήτου Θ.
Μ. στο προηγηθέν υπ' αριθμ. 609/20-12-2007 έγγραφο του αναιρεσείοντος, 2) την υπ' αριθμ. πρωτ. 45/1-2-2008 επιστολή του Προέδρου του αναιρεσιβλήτου καθηγητή Ν. Σ., 3) την υπ' αριθμ. πρωτ. 204/5-5-2008 επιστολή του αυτού ως άνω Προέδρου του αναιρεσιβλήτου καθηγητή Ν. Σ. και 4) το υπ' αριθμ. 90/16-2-2009 έγγραφο του αναιρεσιβλήτου. Από την περιλαμβανόμενη, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη "και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα παραπάνω, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, έγγραφα, εκ των οποίων μάλιστα την από 2-1-2008 επιστολή του Γενικού Διευθυντή του αναιρεσιβλήτου Θ.
Μ. ρητώς μνημονεύει στην απόφασή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2012 αίτηση του Κ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1199/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ