1072/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1072/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1072 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1072/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών-καλουσών: 1. Γ. χας Σ. Κ. το γένος Π. Β., 2. Χ. Κ. του Σ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μπεκάρη και γ. Ό. Κ. του Σ., κατοίκων ..., η οποία παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1. Ε. συζ. Ε. Ρ., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ... και 2. Χ. συζ. Γ. Π., το γένος Ε. Κ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Παπαδέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-1999 αγωγή της Ε. Ρ., ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 443/1999 του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε η 17-10-2002 τριτανακοπή του αρχικού διαδίκου Σ. Κ. του Ε. που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και εκδόθηκε η 91/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 30-4-2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 393/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούσες με την από 3-2-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6-10-2008 έκθεση του Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι, ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολή δικάσιμο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι: 1) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και 4) εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή σχετική πληρεξουσιότητα, θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 135 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 134 και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μία πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε.
Κατά δε το άρθρο 134 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η επίδοση γίνεται προς τον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή σ' αυτό που εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση και για δίκες στο ειρηνοδικείο, στον εισαγγελέα του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται το ειρηνοδικείο.
Όπως προκύπτει από τις άνω διατάξεις, η επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσεως για συζήτηση, προς άγνωστης διαμονής αναιρεσίβλητο, γίνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 30-4-2007 αίτηση των αναιρεσειουσών για αναίρεση της 75/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, η εκδίκαση της οποίας αρχικά ορίσθηκε για τις 15-10-2008, εκδόθηκε δε η 393/2009 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης.
Ακολούθως, με την από 3-2-2010 κλήση των αναιρεσειουσών ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η 15-12-2010, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με σχετική εγγραφή της στο πινάκιο για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (25-1-2012). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Χ.
σύζ. Γ. Π. φέρεται, ότι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Επαμεινώνδα Παπαδέα, πλην όμως από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι η εν λόγω αναιρεσίβλητη είχε χορηγήσει στον παραπάνω δικηγόρο με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους την πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο, ή την ως άνω μετ' αναβολή δικάσιμο, δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπάρχει στον προαναφερόμενο φάκελο της δικογραφίας σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ενώ το προσκομιζόμενο από 20-1-2012 απλό πληρεξούσιο δεν είναι νόμιμο.
Επομένως, η εν λόγω δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο και ως εκ τούτου θεωρείται ότι είναι δικονομικώς απούσα. Όμως, οι αναιρεσείουσες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, για την άγνωστης διαμονής δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Χ.
σύζ. Γ. Π. προσκομίζουν τις με αριθμό 10760 Δ'/12-4-2010 και 10761 Δ'/12-4-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., από τις οποίες προκύπτει, ότι επίδοση αφενός αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και αφετέρου της από 3-2-2010 κλήσεως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο αυτής της 15-12-2010, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με σχετική εγγραφή της στο πινάκιο για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, έγινε, εμπροθέσμως και παραδεκτώς, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Αυτός υπέδειξε να δημοσιευθεί περίληψη του δικογράφου, που του κοινοποιήθηκε, στις εφημερίδες "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" και "ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ". Οι αναιρεσείουσες επιμελήθηκαν για τη δημοσίευση περιλήψεως αυτών των δικογράφων στις παραπάνω εφημερίδες, στα φύλλα της 11 Μάϊου 2010, δηλαδή πριν από ενενήντα ημέρες από τη συζήτηση της αναιρέσεως.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, η οποία είναι νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική και για την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευσή της.
Επομένως, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της τριτανακοπής που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητες χωρίς απόδειξη. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω ενστάσεως κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς, επίσης, και των εγγράφων, τα οποία, με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566, 118 εδάφ. 4 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το αναιρετήριο πρέπει να περιέχει, με τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως και, ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, θεμελιώνουν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχτηκε, με την εκδοθείσα απόφασή του, ότι υπάρχει δεδικασμένο στην συγκεκριμένη υπόθεση από την προηγηθείσα 758/1984 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, τα ζητήματα που κρίθηκαν από την εκδοθείσα στη δίκη εκείνη απόφαση, οι πλήρεις, και όχι αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, όπως, επίσης και η αιτία για την οποία υπάρχει το ως άνω δεδικασμένο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά και, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο.
Οι συνέπειες που προκαλούνται για τον υπόχρεο δεν πρέπει αναγκαίως να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολ.ΑΠ 17/1995). Επίσης, πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 62/1990).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε εκτός των άλλων και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με την 670/21-5-1999 αγωγή της η πρώτη των καθ' ων η τριτανακοπή και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. συζ. Ε. Ρ. που άσκησε κατά της δεύτερης των καθ' ων και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης αδελφής της Χ.
συζ. Γ. Π., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ζήτησε την αναγνώριση της αποκλειστικής κυριότητάς της σε ακίνητο έκτασης 1.500 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση "Σελιά" της κτηματικής περιφέρειας Κοσμηράς του Δήμου Μπιζανίου Ιωαννίνων, επικαλούμενη έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενη τούτο με διάνοια κυρίου κατά το εξ αδιαιρέτου μερίδιό της από το έτος 1965 ως κληρονόμος του πατέρα της Ε.
Κ., από δε το έτος 1977 εξ ολοκλήρου μετά την παραχώρηση προς αυτήν και των εξ αδιαιρέτου μεριδίων των λοιπών συγκληρονόμων, μητέρας και αδελφών της, μέχρι την άσκηση της εν λόγω αγωγής (1999). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων εξέδωσε την 443/1999 οριστική του απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ουσιαστικά η ως άνω αγωγή, μετά από την δικαστική ομολογία της εναγομένης αδελφής της, αναφορικά με την ιστορική της βάση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την από 17-10-2002 τριτανακοπή του ο τριτανακόπτων Σ. Ε. Κ., μετά το θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως μοναδικοί του κληρονόμοι οι ήδη αναιρεσείουσες, ζητώντας την ακύρωση της εν λόγω τριτανακοπτομένης απόφασης, για το λόγο ότι δεν συμμετείχε στην παραπάνω δίκη.
Οι καθ' ων η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητες συνομολογούν, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε αρχικά στον κοινό δικαιοπάροχο των αντιδίκων Ε. Κ., πατέρα του άνω αρχικού τριτανακόπτοντος και παππού των καθ' ων-αναιρεσιβλήτων, ο οποίος απεβίωσε το έτος 1950, καθώς και το κληρονομικό δικαίωμα του τριτανακόπτοντος στην κληρονομιαία περιουσία του Ε.
Κ. κατά το αναφερόμενο ποσοστό 108/720. Ισχυρίζονται, όμως, περαιτέρω οι καθ' ων-αναιρεσίβλητες, ότι το επίδικο ακίνητο που αποτελούσε τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, έκτασης 2.500 τμ περίπου, παραχώρησε ο αδιαμφισβήτητος κύριος τούτου Ε. Κ. προς το γιο του και πατέρα τους Ε. Κ. κατά το έτος 1947. Έκτοτε ο Ε. Κ. νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο μέχρι το θάνατό του το έτος 1965, οπότε και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του και τα τρία τέκνα του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι δύο καθ' ων η τριτανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητες Ε.
και Χ.. Το έτος 1977 οι λοιποί κληρονόμοι του Ε. Κ. παραχώρησαν άτυπα τα εξ αδιαιρέτου μερίδιά τους στην κληρονομιά του επιδίκου προς την πρώτη καθ' ης-πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Ρ., η οποία συνέχισε να νέμεται τούτο με διάνοια κυρίου, κατά τον παραπάνω ισχυρισμό τους, μέχρι την άσκηση της αγωγής της κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης αδελφής της, η οποία είχε αμφισβητήσει την αποκλειστική κυριότητά της στο επίδικο, το έτος 1999.
Αποδεικνύεται, ότι πράγματι ο Ε. Κ. παραχώρησε άτυπα προς το γιο του Ε. για δική του αποκατάσταση το βορινό τμήμα του όλου ακινήτου του, έκτασης 600 τ.μ. περίπου, το οποίο φέρει τον αριθμό 387 και αποτυπώνεται στο από Μάιο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Θ., με τα στοιχεία ΑΒΓΖΑ. Το νότιο τμήμα του όλου ακινήτου του Ε.
Κ. με τον αριθμό 389 στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα είχε παραχωρήσει ο τελευταίος προς τη θυγατέρα του Ε. Λ. προς δική της αποκατάσταση πριν από το θάνατό του. Το ότι έγινε η ως άνω άτυπη παραχώρηση από τον Ε. Κ. προς το γιο του Ε., πλην όμως του βορινού μόνο τμήματος του όλου ακινήτου, έκτασης 600 τ.μ. και όχι και του μεσαίου τμήματος των 800 τ.μ., που απεικονίζεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ΔΕΖΓΔ και με τον αριθμό 388, αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης, σε συνδυασμό και προς τα εξής στοιχεία:
α) Από τις ... και .../24-2-1984 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι. Λέντζαρη , με τις οποίες οι καθ' ων-αναιρεσίβλητες αδελφές Ε. και Χ., καθώς και η αδελφή του Μ., αποδέχτηκαν από την κληρονομιά του πατέρα και της μητέρας τους το τμήμα αυτό του επίδικου ακινήτου στη θέση "Σελιά" και στις οποίες αναγράφεται ως έκταση τούτου εμβαδόν 600 τ.μ.
ή όσης και αν είναι. Στη διατύπωση, βέβαια, αυτή με τη φράση "ή όσης και αν είναι", δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά την κοινή πείρα και αντίληψη, ότι θα μπορούσε να νοηθεί και η έκταση των 800 τ.μ. β) Από την υπεύθυνη δήλωση της 26-4-1983 της πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. Ρ. προς την Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Ιωαννίνων, στην οποία αναφέρεται, ότι είναι κυρία οικοδομής που από τη μια πλευρά της συνορεύει με ιδιοκτησία Ν., Σ.
και Θ. Κ., δηλαδή το μεσαίο από τα παραπάνω τμήματα του όλου ακινήτου, που είχε δοθεί προς αυτούς με το από 29-7-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής, που είχε συνταχθεί μεταξύ των τώρα αντιδίκων και όλων των λοιπών κληρονόμων του Ε. Κ.. γ) Από τις προτάσεις της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκαν οι 227/1984 και 758/1984 αποφάσεις των ως άνω Δικαστηρίων, αντίστοιχα, στις οποίες ρητά ομολογεί η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ότι από έτος 1982 οι τότε αντίδικοί της, δηλαδή ο τριτανακόπτων Σ.
και οι αδελφοί του Ν. και Θ., κατέχουν και νέμονται το μεσαίο τμήμα των 800 τ.μ., το οποίο μάλιστα έχουν περιφράξει οι ίδιοι με δαπάνες τους, ενώ η ίδια κατέχει το συνεχόμενο βορινό τμήμα των 600 τ.μ. Και δ) Από το παραπάνω από 29-7-1982 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής, όπου όλοι οι κληρονόμοι του Ε. Κ. φέρονται να διανέμουν την κληρονομιαία περιουσία του και ότι η πρώτη καθής η τριτανακοπή και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη έλαβε τα προαναφερόμενα 600 τ.μ.
από το ακίνητό του στη θέση "Σελιά". Η εν λόγω διανομή για την τελευταία και αναφορικά με το επίδικο ακίνητο αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο "επικύρωση" και τακτοποίηση της άτυπης παραχώρησης του εν λόγω τμήματος των 600 τ.μ. από τον αρχικό δικαιοπάρχοχο Ε. Κ., όπως και η ίδια συνομολογεί με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Έτσι, δεν μπορεί να εξαχθεί από τη διανομή αυτή το συμπέρασμα, ότι δεν νέμονταν το τμήμα αυτό των 600 τ.μ. μέχρι τότε (29-7-1982), τόσο η ίδια, όσο και οι δικαιοπάροχοί της Ε. Κ. και οι κληρονόμοι του, με διάνοια κυρίου. Παρά τη νομή του επίδικου τμήματος των 600 τ.μ. από τους δικαιοπαρόχους της Ε. Ρ. από το έτος 1947 και εντεύθεν με διάνοια κυρίου, αυτοί δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητά του, εφόσον επρόκειτο για τμήμα του όλου ακινήτου, του οποίου δεν επιτρέπονταν η κατάτμηση, σύμφωνα με το άρθρο 1 α.ν. 431/1968 και συνακόλουθα και η απόκτηση χρησικτησίας τμήματος που θα οδηγούσε σε κατάτμηση μέχρι το έτος 1974, οπότε το επίδικο εντάχθηκε στο εγκεκριμένο Ρυμοτομικό Σχέδιο Κοσμηράς (ΦΕΚ 23-11-1974 τ. 4 αρ, φύλλου 271), όπως συνομολογεί με τον τρόπο αυτό την ιδιότητα του επιδίκου ως κληροτεμαχίου η πρώτη των ήδη αναιρεσιβλήτων με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και ενώπιον του Εφετείου.
Αλλά και η επικαλούμενη νομή του επιδίκου από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1977, που ήταν πλέον δυνατή η απόκτηση χρησικτησίας τμήματος οικοπέδου, μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 1999, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. β' του ως άνω α.ν. 431/1968, δεν οδήγησε σε απόκτηση της κυριότητας του τμήματος των 600 τ.μ.
απ' αυτήν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού διακόπηκε κατ' άρθρο 1049 εδάφ. α' ΑΚ η εν λόγω χρησικτησία (παραγραφή κυριότητας) με την από 9-5-1985 (αρ. κατ. 366/1985) αγωγή διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας του Ε. Κ. από τον τριτανακόπτοντα και τους αδελφούς του Ν. και Θ., που ασκήθηκε κατά των λοιπών συγκληρονόμων τους, μεταξύ των οποίων και η πρώτη των καθ' ων η τριτανακοπή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και στην οποία αγωγή το επίδικο ακίνητο συγκαταλέγεται προς διανομή με τον αριθμό 8.
Εξάλλου, ο χρόνος που απομένει μετά την εν λόγω διακοπή της παραγραφής που αρχίζει νέα χρησικτησία κατ' άρθρο 1050 εδάφ. β' ΑΚ και μέχρι την άσκηση της αγωγής (1985-1999), δεν εξαρκεί για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης κατ' άρθρο 1045 ΑΚ εικοσαετίας προς απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Κατά συνέπεια, η βάση της αγωγής της πρώτης των καθ' ων-αναιρεσιβλήτων, που στηρίζεται σε απόκτηση κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και που αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας στη δίκη της τριτανακοπής, είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι από το χρόνο που ο πατέρας της πρώτης των καθ' ων η τριτανακοπή-πρώτης των αναιρεσιβλήτων Ε. Κ. έλαβε στην νομή και κατοχή του το τμήμα του επιδίκου των 600 τ.μ., άρχισε να το θεωρεί δικό του. Έτσι, το έτος 1951 ανήγειρε ισόγεια κατοικία επιφάνειας 60 τ.μ. περίπου και αργότερα δύο αποθήκες, ενώ φύτευσε και διάφορα οπωροφόρα δέντρα.
Κατασκεύασε ακόμα μια υδατοδεξαμενή, καθώς και ορνιθώνα. Από το έτος 1977 και ύστερα η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία έλαβε άτυπα το τμήμα αυτό του επιδίκου των 600 τ.μ., κατοικούσε στην παραπάνω οικία και το έτος 1984 επισκεύασε και επεξέτεινε την παλιά οικία κατά 24 τ.μ., κατασκευάζοντας με τον τρόπο αυτό καθιστικό, κουζίνα και λουτρό με χρήματα που έλαβε από στεγαστικό δάνειο, που η ίδια στη συνέχεια εξόφλησε.
Κατασκεύασε ακόμα ένα κιόσκι, ψησταριά, φούρνο και μια πέτρινη βρύση, ενώ προέβη και σε πλακόστρωση του αύλειου χώρου με πλάκα Καρύστου, φυτεύοντας και σε τμήματα αυτού γκαζόν. Παράλληλα αντικατέστησε και την παλιά περίφραξη με τοιχεία από τσιμεντόλιθους και σοβατίσματα. Επίσης, μετά την προαναφερόμενη διανομή της 29-7-1982 και ενώ το συνεχόμενο τμήμα του επιδίκου των 800 τ.μ.
είχε περιέλθει στον αρχικό τριτανακόπτοντα Σ. Κ. και στους αδελφούς του Ν. και Θ., οι οποίοι το είχαν περιφράξει και το είχαν καταστήσει εμφανώς διακριτό από το κατεχόμενο από την ίδια των 600 τ.μ., εκμεταλλευόμενη την απουσία των τελευταίων, λόγω της διαμονής τους στη Θεσσαλονίκη , κατέλαβε και το τμήμα τούτο των 800 τ.μ., προβαίνοντας σε φύτευση και καλλιέργεια αμπέλου κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1984-1986.
Κάτω από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και με δεδομένη την άτυπη παραχώρηση του τμήματος των 600 τ.μ. από τον Ε. Κ. προς τον Ε. Κ., την άσκηση από τον τελευταίο και τους κληρονόμους του, καθώς και από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, νομής σ' αυτό με διάνοια κυρίου, την εύλογη πεποίθησή τους ότι τους ανήκει, την αξιοποίηση τούτου σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του κατά το μέγιστο δυνατό τρόπο, με την ανέγερση της κατοικίας, την επέκτασή της και την επισκευή της και με την κατασκευή των λοιπών προαναφερομένων εξωτερικών βοηθητικών χώρων, για τις οποίες ενέργειες δαπάνησε σημαντικά χρηματικά ποσά, καθίσταται καταχρηστική η άσκηση της τριτανακοπής (επίκληση κληρονομικού δικαιώματος) από τον αρχικό τριτανακόπτοντα και τις κατά τα ανωτέρω κληρονόμους του και ήδη αναιρεσείουσες μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, εφόσον εύλογα δημιουργήθηκε η πεποίθηση στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ότι και αν υπάρχει το κληρονομικό τούτο δικαίωμα, δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον της, αφού η παραπάνω αδράνεια του αρχικού τριτανακόπτοντος συνοδεύεται και από εκείνες τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, κάτω από τις οποίες η ικανοποίηση πλέον του δικαιώματός του αυτού θα επιφέρει οπωσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της, σε βαθμό μάλιστα που να καθίσταται επιβεβλημένη η θυσία του ως άνω αξιούμενου δικαιώματος του αρχικού τριτανακόπτοντος προς αποτροπή των δυσμενών συνεπειών για την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.
Πράγματι, η αξίωση του τριτανακόπτοντος για αναγνώριση και διεκδίκηση του κληρονομικού του δικαιώματος, κάτω από τα εν λόγω περιστατικά, έρχεται σε προφανή αντίθεση με τους κανόνες της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Αντίθετα, καμιά από τις παραπάνω ειδικές περιστάσεις δεν συντρέχουν για το τμήμα του επιδίκου των 800 τ.μ., αφού η πρώτη των καθ' ων-πρώτη των αναιρεσιβλήτων γνώριζε, ότι τούτο ανήκε στον τριτανακόπτοντα και τους αδελφούς του, ενώ και οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αυτή για τη φύτευση της αμπέλου, δεν είναι τέτοιες που να καθιστούν τη διεκδίκηση του εν λόγω τμήματος του επιδίκου από τον τριτανακόπτοντα καταχρηστική, κατά την παραπάνω έννοια του άρθρου 281 ΑΚ".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένσταση που υπέβαλε η πρώτη των καθ' ων και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων πρωτοδίκως για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος που επιδιώκεται με την τριτανακοπή από τον τριτανακόπτοντα και η οποία επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης και στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, είναι και ουσιαστικά βάσιμη, όσο αφορά το τμήμα του των 600 τ.μ., ενώ είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν για το έτερο τμήμα των 800 τ.μ.
και, ακολούθως, αφού δέχτηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας της πρώτης των καθών και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων σχετικά με ολόκληρο το επίδικο, ήτοι και ως προς το βορεινό τμήμα του επιδίκου των 600 τ.μ., και, τέλος, κήρυξε άκυρη την τριτανακοπτόμενη απόφαση ως προς το τμήμα του επίδικου ακινήτου, που έχει εμβαδό 600 τ.μ.
και καταλαμβάνει το βόρειο τμήμα του όλου επιδίκου. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των ήδη αναιρεσειουσών-τριτανακοπτόντων και την απόρριψη της αγωγής, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής αυτής διάταξης που εφάρμοσε, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι υπό τα ανωτέρω γενόμενα από το Εφετείο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσειουσών για αναγνώριση της κυριότητας και του τμήματος των 600 τ.μ.
του όλου επίδικου ακινήτου, υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, οι συναφείς τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-4-2007 αίτηση των Γ. χήρας Σ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 75/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης Ε. συζ. Ε. Ρ., τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ