Legislator Case Law & Legislation
1072/2011 AI generated

1072/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1072/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1072/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Keywords

AI generated
incapacity for work unemployment due to technical progress protective equipment occupational accident prevention contractor's lien construction defect
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1072 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1072 /2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤOY ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟNTOΣ: Φ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστείδη Νομικού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παρέστη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Μπέλλου η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-10-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Πειραιά. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 4950/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 886/2008 απόφαση, του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-03-2009 αίτηση αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ασπασία Καρέλλου, ανέγνωσε την από 28-04-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19-3-2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία.

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωση του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειες του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.

Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη βλάβη που επήλθε. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 932 Α.Κ. και 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.Α.Π. 1117 /1986).

Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του ή του προστηθέντος απ' αυτόν (άρθρο 922 Α.Κ.) με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ., δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν απ' αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ. Τέτοια μέτρα ασφαλείας που πρέπει να τηρούν οι εργοδότες καθορίζονται, με τα άρθρα 6 και 7 του π.δ. 62/1998, για την προστασία των νέων κατά την εργασία, σε συμμόρφωση με την οδηγία 94/33/ΕΟΚ, τα άρθρα 3 και 9 του π.δ. 395 /1994, "προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλεια εργαζομένων" και το άρθρο 5 του π.δ. 377/1993 "προσαρμογή της νομοθεσίας στις οδηγίες 89 /392.ΕΟΚ και 91/368/ ΕΟΚ σχετικά με τις μηχανές".

Εξάλλου σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συμβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσης του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και τον σκοπό της συμβάσεως αυτής ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της συμβάσεως, την αποζημίωση απόλυσης κ.λ.π.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος έχει γεννηθεί στις 26-11-1988 σπούδαζε στο ΤΕΕ Μαθητείας Α' κύκλου του ΟΑΕΔ στο τμήμα Αρτοποιίας και Ζαχαροπλαστικής, ενδιαφερόμενος δε να ολοκληρώσει το πρόγραμμα εκπαίδευσης Α' Κύκλου του ΟΑΕΔ, το οποίο με βάση τον κανονισμό του ΤΕΕ προέβλεπε πρακτική εξάσκηση, την 1 - 2 - 2006 συνήψε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος διατηρούσε στον ...

επιχείρηση αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής, Σύμφωνο Μαθητείας . Κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων ο πρώτος θα απασχολείτο στην επιχείρηση του δεύτερου, για το χρονικό διάστημα από 1 - 2 - 2006, έως 30 - 6 - 2007, ως μαθητευόμενος, σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας των ΤΕΕ Μαθητείας Α' Κύκλου, προκειμένου να ολοκληρώσει τον Α' Κύκλο εκπαίδευσης του στο ΤΕΕ, στο ως άνω τμήμα.

Οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στην προαγωγή του ατομικού οφέλους του μαθητευόμενου με την εκπαίδευση και ειδίκευση του. Ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. στ' της ΥΑ 401/2003 "Κανονισμός Λειτουργίας ΤΕΕ Μαθητείας Α Κύκλου και ΤΕΕ Β' Κύκλου", μεταξύ άλλων "να τηρεί τους αυστηρότερους όρους ασφαλείας του μαθητού, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για την ασφάλεια των εργαζομένων".

Ο εναγόμενος όφειλε α. με βάση το άρθρο 6 του π.δ. 62/1998, να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία του ενάγοντα εργαζομένου μαθητευόμενου εφήβου, ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, λαμβάνοντας υπόψη τους ειδικούς κινδύνους και τις απαγορεύσεις εργασιών του άρθρου 7 του αυτού διατάγματος, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στην ανάθεση καθηκόντων σ' αυτόν, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τις φυσικές ιδιότητες που έχουν οι νέοι, την περιέργεια και το ριψοκίνδυνο της ηλικίας, τη διάθεση για παιγνίδι που μπορεί να δείχνουν και την επιθυμία τους να κάνουν την εργασία των μεγαλυτέρων, να εξασφαλίσει την πλήρη προστασία του από ατυχήματα, να τον ενημερώνει σχετικά με τους ενδεχόμενους κινδύνους και για όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για την ασφάλεια και την υγεία του, να τον εκπαιδεύσει σε ασφαλείς τρόπους εκτέλεσης της εργασίας που του ανετέθη, να τον θέσει για ένα εύλογο χρονικό διάστημα κάτω από την καθοδήγηση και επίβλεψη κατάλληλου προσώπου, β.

με βάση το άρθρο 7 του αυτού ως άνω π.δ., να μην του αναθέτει εργασίες οι οποίες παρουσιάζουν κινδύνους ατυχήματος (όπως χρήση μηχανημάτων), τους οποίους οι νέοι δεν μπορούν να εντοπίσουν ή να προλάβουν, λόγω έλλειψης της αισθήσεως του κινδύνου ή λόγω έλλειψης πείρας ή έλλειψης κατάρτισης, γ. με βάση το άρθρο 3 του π.δ. 395/1994 "προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλεια των εργαζομένων", να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που θέτει στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση να είναι κατάλληλος για την εκτέλεση εργασίας ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς τον σκοπό αυτό, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του και δ.

με βάση το άρθρο 5 του π.δ. 377/1993 "Προσαρμογή της νομοθεσίας στις οδηγίες 89 / 392 / ΕΟΚ και 91 / 368 / ΕΟΚ σχετικά με τις μηχανές", να χρησιμοποιεί μηχανές που είναι σύμφωνες προς το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω π.δ., συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών πιστοποίησης που προβλέπονται στο κεφάλαιο II, ήτοι μηχανές που φέρουν τη σήμανση "CΕ" και συνοδεύονται από τη δήλωση πιστότητας ΕΚ.

Ο εναγόμενος όμως δεν τήρησε τις παραπάνω υποχρεώσεις του. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων ενασχολήσεων, υποχρέωνε τον μαθητευόμενο ενάγοντα, μετά το πέρας της διαδικασίας παρασκευής των αρτοσκευασμάτων, να προβαίνει στον καθαρισμό των μηχανημάτων που χρησιμοποιήθηκαν . Ένα από τα μηχανήματα ήταν η ζυγοκοπτική μηχανή, που χρησιμοποιείτο για την παραγωγή άρτου, η οποία δεν διέθετε μπουτόν ασφαλείας - stop, ούτε σήμανση "CΕ", ούτε συνοδευόταν από τη δήλωση πιστότητας ΕΚ, ακόμη δε περισσότερο, αν και υπήρχε κίνδυνος ατυχημάτων, λόγω επαφής με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού της, δεν ήταν εφοδιασμένη με προφυλακτήρες ή με συστήματα που να εμποδίζουν την πρόσβαση στην επικίνδυνη ζώνη της.

Η μηχανή αυτή διαθέτει χοάνη από την οποία εισάγεται η ζύμη, η οποία (ζύμη) καταλήγει σε κυλιόμενο ιμάντα. Εντός της χοάνης υπάρχει σε οριζόντια θέση "μαχαίρι", το οποίο κόβει τη ζύμη καθώς αυτή κατεβαίνει από τη χοάνη και βγαίνει στον ιμάντα. Η συγκεκριμένη ζυγοκοπτική μηχανή ετίθετο σε λειτουργία από ένα διακόπτη που ήταν τοποθετημένος στην εμπρόσθια πλευρά του μηχανήματος.

Όμως στο ίδιο σημείο και κάτω ακριβώς από το διακόπτη λειτουργίας της ζυγοκοπτικής μηχανής, ο εναγόμενος είχε τοποθετήσει έναν ακόμη διακόπτη ίδιου μεγέθους και σχήματος, με τον οποίο έδινε ρεύμα σε άλλη συσκευή. Ο εναγόμενος όχι μόνο δεν είχε αποτρέψει τον ενάγοντα ανήλικο μαθητευόμενο από τη χρήση του εν λόγω μηχανήματος, όπως όφειλε, αλλά τόσο ο ίδιος προσωπικά, όσο και μέσω του προστηθέντος προς τούτο υπαλλήλου του Γ.

Π., είχε υποδείξει στον ενάγοντα τον τρόπο καθαρισμού της. Συγκεκριμένα, έπρεπε να θέτει τη μηχανή σε λειτουργία και να σπρώχνει με το χέρι του μέσα από τη χοάνη τα υπολείμματα ζυμαριού που είχαν μείνει κολλημένα προκειμένου να βγουν στον ιμάντα. Στις 19-6-2006 και περί ώρα 12.00 ο μαθητευόμενος ενάγων βρισκόταν μόνος του στο χώρο του εργαστηρίου στο αρτοποιείο του εναγομένου, ο δε εναγόμενος βρισκόταν στον έμπροσθεν χώρο του καταστήματος, όπου και η αίθουσα πωλήσεως των αρτοσκευασμάτων.

Ο ενάγων είχε λάβει εντολή από τον τεχνίτη αρτοποιό του καταστήματος του εναγομένου Γ. Π., εν γνώσει του τελευταίου και σύμφωνα με τις δικές του υποδείξεις, να καθαρίσει τη ζυγοκοπτική μηχανή. Αυτή την εντολή δεν την έδινε πρώτη φορά, συνοδευόταν δε και με την απειλή ότι εάν δεν την πραγματοποιήσει κινδύνευε με απόλυση και μείωση των αποδοχών του.

Ο ενάγων υπακούοντας στις δοθείσες εντολές, αφού πρώτα καθάρισε τη χοάνη (στο επάνω μέρος της) με τη μηχανή σε λειτουργία, προκειμένου να συνεχίσει τον καθαρισμό της χοάνης στο εσωτερικό της και στο σημείο που απέληγε στον ιμάντα, όπου βρισκόταν το μαχαίρι, πάτησε, όπως του είχαν υποδείξει, το διακόπτη λειτουργίας της μηχανής.

Όμως, αντί να κλείσει το διακόπτη λειτουργίας του μηχανήματος, κατά λάθος, πάτησε τον άλλο όμοιο διακόπτη, με αποτέλεσμα η μηχανή να συνεχίζει να λειτουργεί τη στιγμή που ο ενάγων έβαζε το αριστερό του χέρι στο εσωτερικό της χοάνης, με συνέπεια το ευρισκόμενο εκεί μαχαίρι να του κόψει εντελώς το δείκτη και το μέσο δάκτυλο από το μέσο της δεύτερης φάλαγγας και πάνω καθώς και από τον παράμεσο δάκτυλο το μισό επάνω μέρος της ονυχοφόρου φάλαγγας.

Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι αποκλειστικός υπαίτιος για τον τραυματισμό του μαθητευόμενου ανηλίκου ενάγοντα είναι ο εναγόμενος, ο οποίος δεν επέδειξε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια. Δηλαδή την αντικειμενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενη επιμέλεια του συνετού εργοδότη, μέσα στον κύκλο της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας και ατομικής του ιδιότητας ή με άλλα λόγια αυτή, που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εργοδότη εκπαιδευτή, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ένδικου εργατικού ατυχήματος.

Το Εφετείο δέχθηκε, επίσης, ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι ουδέποτε είχε δώσει εντολή στον ενάγοντα να καθαρίσει τη μηχανή και ότι ο ενάγων από μόνος του ανέλαβε αυτή την πρωτοβουλία και ότι η μηχανή είχε μπουτόν ασφαλείας - stop, είναι αβάσιμοι και τούτο γιατί ο ενάγων δεν είχε λόγο από μόνος του να αναλάβει μια τέτοια εργασία, την οποία δεν είχε ακόμη διδαχθεί ως σπουδαστής αρτοποιίας, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του, το μπουτόν ασφαλείας τοποθετήθηκε στη μηχανή μετά το ατύχημα, προκειμένου να υφίσταται κατά την αναμενόμενη αυτοψία του Επιθεωρητή Εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση και επί τη εκδοχή ότι το μπουτόν υπήρχε κατά το χρόνο του ατυχήματος, η ύπαρξη του δεν αναιρεί την αμέλεια που βαρύνει τον εναγόμενο για τον τραυματισμό του ενάγοντα, αφού αυτή καθιδρύεται από μόνο το γεγονός ότι ανέθεσε στον μαθητευόμενο τον καθαρισμό της ζυγοκοπτικής μηχανής .Το γεγονός ότι ο ενάγων αντί να πατήσει το διακόπτη λειτουργίας της ζυγοκοπτικής μηχανής προκειμένου να τη σταματήσει να δουλεύει, πάτησε τον άλλο όμοιου σχήματος και μεγέθους διακόπτη, δικαιολογείται από το ότι δεν ήταν εκπαιδευμένος και εξοικειωμένος με τη λειτουργία του συγκεκριμένου μηχανήματος, αλλά άπειρος μαθητευόμενος, αφού στο ΤΕΕ που φοιτούσε δεν είχε ακόμη διδαχθεί να χειρίζεται το επίδικο μηχάνημα.

Στην αποτροπή δε αυτού του επιζήμιου αποτελέσματος σε βάρος του μαθητευόμενου ανηλίκου .αποσκοπούν οι ως άνω προστατευτικές διατάξεις, που ο εναγόμενος δεν εφάρμοσε. Δέχθηκε, τέλος το Εφετείο, ότι στο νοσοκομείο ΚΑΤ που μεταφέρθηκε ο ενάγων, διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί ακρωτηριασμό ονυχοφόρων φαλαγγών του δείκτη και του μέσου δακτύλου στο αριστερό του χέρι καθώς και έλλειμμα δέρματος στον παράμεσο του αριστερού του χεριού, ότι υποβλήθηκε σε αναμόρφωση κολομβωμάτων του δείκτη και του μέσου δακτύλου και σε συρραφή του παράμεσου δακτύλου, ότι παρά τη διενεργηθείσα ιατρική επέμβαση ο τραυματισμός δεν έπαυσε να αναδίδει δυσμενείς συνέπειες, αφού στις 14-7- 2008 υπεβλήθη σε νέα επέμβαση προς διάνοιξη κολοβώματος αριστερού δακτύλου λόγω πυόρροιας-σμηγματόρροιας, ότι ο ενάγων μέχρι τη συζήτηση της εφέσεως του δεν έχει εργασθεί και ότι η μη ανεύρεση εργασίας οφείλεται στο γεγονός ότι έχει πλέον ένα χέρι με (μερικώς) ακρωτηριασμένα τα δύο δάκτυλα, που ακόμη δεν έχει αποκατασταθεί, ενώ ο υποψήφιος εργοδότης είναι φυσικό να διστάζει να τον απασχολήσει, γιατί θεωρεί ότι δεν θα μπορεί να ανταπεξέλθει πλήρως στις υπηρεσίες που θα του αναθέσει.

Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο απέρριψε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος μαθητευόμενου ανηλίκου στην πρόκληση του τραυματισμού του, και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε επιδικάσει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος το ποσό των 29.971 ευρώ, επιδίκασε για την αυτή αιτία το ποσό των 50.000 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι ο τραυματισμός του ενάγοντα οφείλεται στην αναλυτικά περιγραφόμενη αμελή συμπεριφορά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ότι ο τελευταίος είναι αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του πρώτου και ως προς το μέγεθος της βλάβης της υγείας και ότι τον αναιρεσίβλητο δεν βαρύνει συνυπαιτιότητα στην επέλευση του ως άνω ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφάρμοσε.

Επομένως, οι συναφείς, πρώτος (κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.) και τέταρτος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμ. εκθέσεως 239 και αριθμ. πρωτ. 1601/23-6-2006 ιατροδικαστικής εκθέσεως του ιατροδικαστή Η. Μ., στην οποία αναφέρεται ότι " ... ο ανωτέρω φέρει ακρωτηριασμό ονυχοφόρων φαλαγγών δείκτου και μέσου δακτύλων αριστεράς άκρας χειρός, καθώς και έλλειμμα δέρματος αριστερού παράμεσου άκρας χειρός, υπεβλήθη σε αναμόρφωση κολομβωμάτων των δακτύλων", καθώς και το αυτού περιεχομένου από 19-6-2006 ιατρικό σημείωμα των εξωτερικών ιατρείων του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γιώργος Γεννηματάς", δεχόμενο την ύπαρξη πολύ σοβαρότερου τραυματισμού από αυτόν που όντως συνέβη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Επειδή, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, διαγράφηκαν από τον αριθ, 10 του άρθρου 559 οι λέξεις " ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" και συνεπώς μετά την 1-1- 2002 δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, διότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθή χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά.

Επομένως η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς να διατάξει απόδειξη, "... το σχεδόν βέβαιο της μη ανευρέσεως εργασίας στο μέλλον (από τον ενάγοντα) συμβατής με τις σπουδές που ακολούθησε και συνακόλουθα η διάψευση των προσδοκιών του για μια επιτυχημένη σταδιοδρομία στο επάγγελμα που είχε επιλέξει ..." και ότι το μέγεθος του τραυματισμού του είναι πολύ μεγαλύτερο του πραγματικού, είναι απαράδεκτη.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 19 είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση όφειλε να αιτιολογήσει πως και γιατί ο μερικός ακρωτηριασμός του αναιρεσίβλητου στις άκρες δύο δακτύλων προκαλεί δισταγμό στον υποψήφιο εργοδότη να τον απασχολεί, αφορούν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο οφείλει να μνημονεύει στην απόφαση του τι αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε.

Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Για την πληρότητα δε του λόγου αυτού αναιρέσεως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με τη μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου και συγκεκριμένα τη μη επίδειξη εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της αντίληψης του μέσου συνετού ανθρώπου, κατά το χειρισμό της ζυγοκοπτικής μηχανής, που αγνόησε το θόρυβο αυτής και προσπάθησε να την καθαρίσει ενώ αυτή ήταν ακόμη σε λειτουργία και ενώ γνώριζε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι μέσα στη χοάνη υπήρχε λεπίδα, χωρίς έστω να σιγουρευθεί ότι αυτή έχει σβήσει με αποτέλεσμα να επέλθει το ένδικο ατύχημα. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, γιατί ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν και ποίοι οι εφαρμοστέοι κανόνες δικαίου,στους οποίους αφορούν τα διδάγματα της κοινής πείρας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2009 αίτηση για αναίρεση της 886/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23-5-2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23-6-2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ