1072/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1072/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οποτεδήποτε επέλθει οριστική απώλεια του πτυχίου λόγω ασθένειας κλπ η σύμβαση εργασίας λύεται εκ μέρους του ιπταμένου άνευ άλλου τινός, εφ' όσον τα γεγονότα αυτά παρατείνονται πέρα του ως άνω χρονικού διαστήματος των 6 μηνών και 104 εβδομάδων. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο κατ' αυτόν τον τρόπο λύων τη σύμβαση ιπτάμενος δικαιούται κατ` επιλογή του να λάβει ή την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 ή το ποσό για το οποίο είναι ασφαλισμένος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1072 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1072/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010 με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάρμη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ..., τελούσας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14α ν. 3429/2005, νομίμως εκπροσωπουμένης από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - Διαχείριση Ενεργητικού και Παθητικού ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία - Ειρήνη Γιαννούζη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2988/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7177/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-4-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 2-3-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το κεφάλαιο 9 παρ. 1, 2, 3, 4, 6 και 7 του μέρους Β' "περί ειδικών διατάξεων του ιπταμένου προσωπικού" του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Α.Ε." ο οποίος κυρώθηκε με το Β.Δ. 701/1964, εκδοθέν κατά νομοθετική εξουσιοδότηση δυνάμει του άρθρου 15 της με το Ν.Δ. 4262/1962 κυρωθείσας συμβάσεως περί αεροπορικών συγκοινωνιών κ.λ.π.
και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως το κεφάλαιο αυτό ισχύει μετά τη με το άρθρο μόνο του Β.Δ. 744/1970 τροποποίησή του, η εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΕ" αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασφαλίζει τους ιπταμένους από το προσωπικό της, έναντι των κινδύνων ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου τους και, ειδικότερα, έναντι των κινδύνων της προσωρινής και οριστικής ανακλήσεως του πιστοποιητικού αυτού, λόγω ασθένειας, σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρεία της επιλογής της και υπό τους όρους και εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Σε περίπτωση ασθένειας ιπταμένου ή απαλλαγής αυτού από πτήσεις για λόγους ασθένειας κλπ, εφ' όσον αυτά βεβαιώνονται με γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής Αεροπορίας (ΑΥΕΑ) και δεν υπερβαίνουν το χρονικό διάστημα των 6 μηνών και των εν συνεχεία 104 εβδομάδων, δεν επέρχεται λύση της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους της εταιρίας, οι δε αποδοχές του ιπταμένου προσωπικού καθορίζονται για μεν τους 6 πρώτους μήνες σε πλήρη ποσά, κατά δε τις επόμενες 104 εβδομάδες στο λαμβανόμενο από τον ιπτάμενο, αντί μισθού, αναλόγως του βαθμού του, αναφερόμενο δε στην παράγραφο 2 του ίδιου κεφαλαίου (9), ποσό εβδομαδιαίως.
Οποτεδήποτε επέλθει οριστική απώλεια του πτυχίου λόγω ασθένειας κλπ η σύμβαση εργασίας λύεται εκ μέρους του ιπταμένου άνευ άλλου τινός, εφ' όσον τα γεγονότα αυτά παρατείνονται πέρα του ως άνω χρονικού διαστήματος των 6 μηνών και 104 εβδομάδων. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο κατ' αυτόν τον τρόπο λύων τη σύμβαση ιπτάμενος δικαιούται κατ` επιλογή του να λάβει ή την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 ή το ποσό για το οποίο είναι ασφαλισμένος.
Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια και όλες οι πρόσθετες πράξεις κοινοποιούνται στην ΕΧΠΑ και ΕΙΜ. Τα ασφάλιστρα για την κάλυψη των ανωτέρω καταβάλλονται κατά 80% από την εταιρεία και κατά 20% από τους ιπταμένους. Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι η επέλευση του ασφαλιζόμενου κινδύνου επί οριστικής ή προσωρινής ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος πτυχίου ιπτάμενου χειριστή της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΑΕ" λόγω ασθένειας κλπ, συμπίπτει χρονικά προς τη διαπίστωση του γεγονότος σε κάθε μια περίπτωση από την ΑΥΕΑ και όχι προς το χρόνο της ενάρξεως ή της εκδηλώσεως της ασθένειας, δοθέντος ότι κατά τον ενδιάμεσο χρόνο είναι ακόμη αβέβαιο αν θα εξακολουθήσει η ασθένεια του ιπταμένου, πολύ δε περισσότερο αν θα επέλθει τελικά οριστική ανικανότητα αυτού, συνεπαγόμενη τη λύση της συμβάσεώς του βάσει περί τούτου κρίσεως της ΑΥΕΑ.
Επί οριστικής, λοιπόν, ανικανότητας του ιπταμένου να συνεχίσει της πτήσεις, λόγω ασθένειάς του, ασφαλιζόμενος κίνδυνος, κατά τις ως άνω διατάξεις, είναι η πρόωρη λύση της συμβάσεως εργασίας του βάσει γνωματεύσεως της ΑΥΕΑ και όχι απλώς η εμφάνιση της ασθένειας. Οι διατάξεις του ως άνω κεφαλαίου 9 του ΒΔ 744/1970 διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 2271/1994, μετά τον οποίο επακολούθησε ο ν. 2602/1998 η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στις 16-4-1998 και οι ρυθμίσεις του οποίου παρείχαν κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση αυτού την τελευταία δυνατότητα για την επιβίωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας μετά την αποτυχία των στόχων που είχαν τεθεί με τον ν. 2271/1994 και είχαν σκοπό κατά το άρθρο πρώτο αυτού την ολοκλήρωση της εξυγίανσης και την ανάπτυξη της Ο.Α.
προκειμένου να προστατευθεί το γενικότερο δημόσιο, οικονομικό και κοινωνικό συμφέρον που συνδέεται με τις αερομεταφορές και τον τουρισμό. Στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού και ειδικότερα στο τμήμα Β' αυτού περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 8 και 9 με τις οποίες ορίζονται τα ακόλουθα: στο άρθρο 8. Α) Σε περίπτωση πρόσκαιρης αδυναμίας του ιπτάμενου να εκτελέσει τα πτητικά του καθήκοντα λόγω ασθενείας ή απαλλαγής του από τις πτήσεις για λόγους υγείας ή ατυχήματος ή συνεπεία μειώσεως των φυσικών ικανοτήτων του και καθόσον διάστημα διαρκεί αυτή με την επιφύλαξη της παρακάτω διάταξης, καταβάλλεται προς αυτόν ο μέσος όρος των πλήρων αποδοχών των τελευταίων 12 μηνών.
Β) Η καταβολή των τακτικών αποδοχών προς ιπτάμενο, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τους 30 μήνες. Γ) Κατά το διάστημα της πρόσκαιρης αδυναμίας του ιπταμένου να εκτελέσει τα πτητικά του καθήκοντα και μέχρι τη συμπλήρωση των 30 ημερών από την ημερομηνία που τέθηκε εκτός πτήσεων, η σύμβαση εργασίας του δεν λύνεται για το λόγο αυτόν.
Μετά τη συμπλήρωση 30 μηνών σε κατάσταση προσωρινής ανάκλησης του Π.Ι.Π., επέρχεται αυτοδίκαια και άνευ άλλου τινός οριστική λύση της σύμβασης εργασίας του ιπτάμενου έστω και αν δεν έχει επέλθει οριστική ανάκληση του Π.Ι.Π. Δ) Η πρόσκαιρη αδυναμία βεβαιώνεται από σχετική γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής.
Άρθρο 9. 1. Η εταιρία αναλαμβάνει επίσης την υποχρέωση όπως ασφαλίζει το Ιπτάμενο Προσωπικό της σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρία της επιλογής της για τις περιπτώσεις θανάτου ή πλήρους διαρκούς ανικανότητας, με συνεχή 24ωρη κάλυψη στο ύψος των ασφαλισμένων ποσών που ισχύουν σήμερα. 2) Τα ασφαλιζόμενα ποσά καθορίζονται και καταβάλλονται σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μετατρεπόμενα σε δραχμές κατά την ημέρα της καταβολής τους, βάσει του δελτίου τιμών της Τράπεζας της Ελλάδος και θεωρούνται ως πλήρης αποζημίωση για όλες τις απαιτήσεις τις οποίες θα είχαν οι ιπτάμενοι ή οι κληρονόμοι τους έναντι της εταιρίας για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία. 3.
Σε κάθε περίπτωση καταβολής ασφαλιστικής αποζημιώσεως του παρόντος κεφαλαίου, από το ποσό αυτής εκπίπτουν και αποδίδονται στην εταιρία τυχόν προκαταβληθέντα στον παθόντα ή στους κληρονόμους του εκ της αιτίας αυτής χρηματικά ποσά από προκαταβολές ή από δάνεια. Στο τρίτο άρθρο του ίδιου πιο πάνω νόμου (602/1998) ορίζονται τα εξής:
Από τη δημοσίευση του παρόντος παύει να εφαρμόζεται στο προσωπικό της Ολυμπιακής Εταιρίας Α.Ε. κάθε διάταξη νόμου κανονισμού εργασίας με ισχύ συλλογικής συμβάσεως, όροι επιχειρησιακών συλλογικών συμφωνιών, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρίας ή των εντεταλμένων οργάνων της και πρακτική, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας που αντίκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου.
Περαιτέρω, στα πλαίσια των προσπαθειών για εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας με το άρθρο 27 του ν. 3185/2003 συμπτύχθηκαν οι πτητικοί τομείς των εταιριών "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΊΑ Α.Ε." και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΙΑ ΑΕ" σε ένα διάδοχο σχήμα ενός νέου αερομεταφορέα, ήτοι την αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΕΣ Α.Ε.".
Πριν τη δημοσίευση του ως άνω νόμου, καταρτίστηκε μεταξύ της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως των Χειριστών της Πολιτικής Αεροπορίας με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (ΕΧΠΑ)" και του Δ.Σ. της "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΑΕ" το από 16-7-2003 πρακτικό συμφωνίας με το από 10-11-2003 παράρτημα του, στο οποίο αναφέρονται οι όροι υπό τους οποίους θα λειτουργούσε στο πτητικό έργο η νέα εταιρία.
Στο κεφάλαιο 3 του εν λόγω πρακτικού ορίστηκε ότι η Ν.Ο.Α. σε περίπτωση ασθένειας Ιπτάμενου χειριστή θα καταβάλλει τις αποδοχές αυτού για διάστημα που δεν θα υπερβαίνει σωρευτικά τις 180 ημέρες ασθενείας εντός κυλιομένου δωδεκαμήνου. Στις περιπτώσεις αυτές ο ασθενής Ιπτάμενος Χειριστής δεν θα δικαιούται το τμήμα των αποδοχών που αντιστοιχεί στη ρύθμιση της δεύτερης ενότητας του παρόντος Β2α καθώς και αναλογικά στη ρύθμιση του Β2γ του παρόντος.
Μετά από 180 ημέρες και μέχρι τους 20 μήνες ο χειριστής θα εισπράττει μηνιαίως το ανωτέρω ποσό από την ασφαλιστική εταιρία μέσω της Ν.Ο.Ε. μειουμένης αντιστοίχως της ασφαλιστικής αποζημιώσεως που θα δικαιούται να λάβει σε περίπτωση απώλειας του πτυχίου του". Επίσης ρητά συμφωνήθηκε ότι μέχρι την έναρξη της ισχύος των ασφαλιστικών συμβάσεων θα εξακολουθεί να ισχύει το υφιστάμενο καθεστώς.
Στη συνέχεια από 2-10-2003 τέθηκε σε ισχύ ο νέος Γενικός Κανονισμός Εργασίας Ιπτάμενου Προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 27 παρ. 10 του ν. 3185/2003, σύμφωνα με την οποία, "το δεύτερο τμήμα Ειδικές Διατάξεις Ιπτάμενου προσωπικού του ν. 2602/1998 ως και κάθε άλλη διάταξη νόμου που ρυθμίζει θέματα εσωτερικού κανονισμού του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβέρνησης και θαλάμου επιβατών της Ολυμπιακής Αεροπορίας καταργείται με την έκδοση του κανονισμού που το αντικαθιστά και ο οποίος προτείνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρίας και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και ισχύει για περίοδο οκτώ μηνών από της δημοσιεύσεως στο Φ.Ε.Κ.
της υπουργικής απόφασης, εκτός εάν αντικατασταθεί νωρίτερα με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 6 και σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων με τη διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας του ν. 1876/1990". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή και αφού λήφθηκε υπόψη η με αριθμό 862/30-9-2003 πρόταση του Δ.Σ.
της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ο Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών ενέκρινε το νέο Γενικό Κανονισμό Ιπτάμενου Προσωπικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας με πρώτο άρθρο της Υ.Α. 58069/595/2003 που δημοσιεύθηκε στο φύλλο 1434/2-10-2003 ΕτΚ τεύχος Β'. Στην παρ. 1 του δευτέρου άρθρου της εν λόγω Υπουργικής αποφάσεως, ορίζονται τα εξής: "Η Ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από την δημοσίευση της στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ταυτόχρονα δε καταργείται το δεύτερο τμήμα Ειδικής Διάταξης Ιπταμένου Προσωπικού του ν. 2602/1998, ως και κάθε άλλη διάταξη νόμου που ρυθμίζει θέματα εσωτερικού κανονισμού του ιπτάμενου προσωπικού θαλάμου διακυβέρνησης και θαλάμου επιβατών της Ολυμπιακής Αεροπορίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 του ως άνω νέου κανονισμού, "ΠΡΟΣΚΑΙΡΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΙΠΤΑΜΕΝΟΥ ΧΕΙΡΙΣΤΗ ΝΑ ΑΣΚΕΙ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ". Στις περιπτώσεις πρόσκαιρης αδυναμίας του Ιπτάμενου να εκτελεί τα πτητικά καθήκοντά του λόγω ασθενείας, απαλλαγής του από τις πτήσεις για λόγους υγείας ή ατυχήματος ή λόγω μειώσεως των φυσικών ικανοτήτων του, καταβάλλονται σ` αυτόν αποδοχές, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής Νομοθεσίας.
Ειδικώς σε περίπτωση ασθένειας, μέχρι την έναρξη της επιδοτήσεως του Ιπταμένου από τον ασφαλιστικό οργανισμό (διάστημα μέχρι 3 ημερών), η εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο μόνο το μισό του αναλογούντος μισθού. Κατά δε το άρθρο 21 του ίδιου κανονισμού, "ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ - ΑΝΥΠΑΙΤΙΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ" 1.
Το προσωπικό, το οποίο λόγω ασθενείας απέχει από την εργασία του, υποχρεούται να ενημερώνει την Υπηρεσία του για την ασθένεια και με την επιστροφή του στην εργασία να υποβάλει τα σχετικά δικαιολογητικά ασθενείας από τον ασφαλιστικό του φορέα. Σε περίπτωση ανυπαιτίου κωλύματος για την παροχή εργασίας ή ασθένειας εφαρμόζεται η κείμενη νομοθεσία και ιδίως τα άρθρα 657 και 658 Αστικού Κώδικα.
Ειδικώς σε περίπτωση ασθένειας, μέχρι την έναρξη της επιδοτήσεως του ιπταμένου από τον ασφαλιστικό οργανισμό (διάστημα μέχρι 3 ημερών), η εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο μόνο το μισό του αναλογούντος μισθού. Ο εργαζόμενος οφείλει αμέσως με την επάνοδό του στην εργασία να προσκομίζει τα κατά περίπτωση πρόσφορα μέσα αποδείξεως του ανυπαιτίου κωλύματός του και της διαρκείας αυτού.
Τέλος, κατά τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δυο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν".
Κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.
Με την πρόταση αυτού, που είναι αδιάφορο πότε θα γίνει, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, εφόσον διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο, εξαλείφονται αναδρομικώς, δηλαδή από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα εξής: Ο αναιρεσείων, ιπτάμενος χειριστής προσλήφθηκε στις 1-12-1986 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη εταιρία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." για να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν ως ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών, στις 31 Ιουλίου 1987 δε, κατόπιν επιτυχούς περατώσεως της σχετικής εκπαιδεύσεως, διατέθηκε σε καθήκοντα Συγκυβερνήτη αεροσκαφών Β737 και στις 27 Αυγούστου 1996 σε καθήκοντα Κυβερνήτη αεροσκαφών Β737-400.
Στις 12-12-2003 μεταφέρθηκε και εντάχθηκε στην αναιρεσίβλητη μαζί με όλο το ιπτάμενο προσωπικό. Στις 17-1-2003 και πριν τη μεταφορά και ένταξη του στην αναιρεσίβλητη λόγω ασθενείας ο αναιρεσείων κρίθηκε από το Κέντρο Αεροπορικής Ιατρικής το οποίο είναι αρμόδιο για την πιστοποίηση της ικανότητας των Ιπταμένων από απόψεως υγείας, προσωρινά ανίκανος προς εργασία και ανακλήθηκε προσωρινά το ιατρικό πιστοποιητικό ισχύος πτυχίου, το οποίο είναι απαραίτητο για την ισχύ του αεροπορικού Πτυχίου.
Η προσωρινή αυτή ανικανότητα πιστοποιήθηκε με διαδοχικές αποφάσεις του ανωτέρω οργάνου (Κ.Α.Ι.) και διήρκεσε συνεχώς μέχρι την 15-7-2004 όταν με την υπ' αριθμ. 1799/15-7-2004 απόφαση της Ανώτατης Υγειονομικής υπηρεσίας η οποία αποτελεί το αρμόδιο όργανο σύμφωνα με το ΠΔ 247/2002 για την κρίση της Υγειονομικής καταλληλότητας των Ιπταμένων Χειριστών, ο αναιρεσείων κρίθηκε ανίκανος για χειριστής αεροσκαφών Δημοσίων Μεταφορών και ανακλήθηκε οριστικά το πιστοποιητικό ισχύος πτυχίου (Π.Ι.Π.), οπότε και λύθηκε η εργασιακή του σχέση με την αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθμ. .../2-12-2004 διαπιστωτική πράξη του Προέδρου του Δ.Σ αυτής και διαγράφηκε ο αναιρεσείων από το προσωπικό της, ενώ έπαυσε η τελευταία να του καταβάλει τις αποδοχές.
Για τον κίνδυνο αυτό η "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΊΑ ΑΕ" είχε αναλάβει την υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 1 της από 25-9-1992 ΕΣΣΕ μεταξύ αυτής και της ΕΧΠΑ, καθώς επίσης και σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2602/1998 που ίσχυε μέχρι την κατάργηση του με το άρθρο 27 του ν. 3185/2003, να ασφαλίζει τον αναιρεσέιοντα σε αναγνωρισμένη ασφαλιστική εταιρία της επιλογής της, όπως και πράγματι έκανε μέχρι την 31-12-2002, ενώ από 1-1-2003 δεν ανανέωσε το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο του αναιρεσείοντος και κατέστη έτσι η ίδια υπεύθυνη για την ανάληψη του εν λόγω κινδύνου, σύμφωνα με τις ως διατάξεις οι οποίες είχαν καταστεί μέρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του και στην οποία υποχρέωση υπεισήλθε έτσι, μετά την 1-1-2003 η αναιρεσίβλητη.
Στις 12-12-2005, ένα έτος περίπου μετά τη διαγραφή του αναιρεσείοντος από τη δύναμη του προσωπικού της αναιρεσίβλητης και τη διακοπή της μισθοδοσίας του, που έγινε στις 2-12-2004, η τελευταία τον κάλεσε με εξώδικη δήλωση- προσφορά κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 της ΕΣΣΕ μεταξύ αυτής και της ΕΧΠΑ, να εισπράξει την ασφαλιστική αποζημίωση ποσού 165.669,95 ευρώ, ενώ συγχρόνως η εργοδότρια εταιρία του δήλωνε ότι προβαίνει σε σχετικό συμψηφισμό ληξιπροθέσμων απαιτήσεων της κατ' αυτού ποσού 45.043,93 ευρώ που αφορούσαν την καταβολή των μισθών του, κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε πρόσκαιρη αδυναμία να εκτελέσει τα πτητικά του καθήκοντα, ήτοι από τον Οκτώβριο 2003 έως και τον Ιούλιο 2004, πλέον δώρων εορτών και έτσι προσέφερε το υπόλοιπο ποσό των 120.625,99 ευρώ.
Ο αναιρεσείων αρνήθηκε να το εισπράξει και έτσι κατατέθηκε από την αναιρεσίβλητη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, από όπου τελικά και το εισέπραξε επιφυλασσόμενος για τη διεκδίκηση και είσπραξη και του υπολοίπου ποσού της ασφαλιστικής του αποζημίωσης. Με βάση τα παραπάνω αποδείχτηκε κατ' αρχήν ότι η αναιρεσίβλητη αναγνώρισε την υποχρέωση της να ασφαλίζει τον αναιρεσείοντα για τον κίνδυνο της ανακλήσεως του ΠΙΠ, καθώς και την υποχρέωση της να του καταβάλει το ποσό που αντιστοιχούσε στην ασφαλιστική αποζημίωση συνολικού ύψους 215.000 ευρώ.
Ο συμψηφισμός των παραπάνω καταβληθέντων κατά τη διάρκεια της προσωρινής ανικανότητας του αναιρεσείοντος, μισθών του, έγινε νομίμως με βάση το άρθρο 18 της με αριθμό 58069/595/2003 Υπουργικής Απόφασης, η οποία ήταν σε ισχύ κατά την περίοδο της αχρεώστητης αυτής καταβολής των μισθών αυτών και με την οποία οριζόταν ότι: "στις περιπτώσεις πρόσκαιρης αδυναμίας του ιπτάμενου να εκτελεί τα πτητικά του καθήκοντα λόγω ασθενείας καταβάλλονται σ' αυτόν αποδοχές σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".
Κατά συνέπεια κατ' εφαρμογή των άρθρων 657 και 658 ΑΚ, αφού την 2-10-2003 είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα πλέον του μηνός από την έναρξη του κωλύματος προς παροχή της εργασίας που ήταν στις 17-1-2003 και μάλιστα είχαν ήδη παρέλθει πλέον των 6 μηνών, έπρεπε να είχε διακοπεί οποιαδήποτε καταβολή αποδοχών προς τον αναιρεσείοντα, κατ' εφαρμογή των ως άνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της εν λόγω Υπουργικής Αποφάσεως.
Όμως λόγω της αταξίας που επικρατούσε στα μηχανογραφικά συστήματα της αναιρεσίβλητης εξαιτίας του μετασχηματισμού της, συνεχίστηκε εκ παραδρομής η καταβολή των αποδοχών του αναιρεσεόντος και μετά την 2-10-2003, παρά την κατάργηση των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2602/1998 με το άρθρο 27 παρ. 10 του ν. 3185/2003 και την εισαγωγή του άρθρου 18 της ως άνω Υπουργικής Απόφασης.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι κατά την οριστικοποίηση της ανικανότητας του και την ανάκληση του ΠΙΠ, στις 15-7-2004 είχε παύσει η ισχύς της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, ήδη από 2-6-2004, λόγω παρόδου του οκταμήνου από τη δημοσίευση της είναι αβάσιμος, αφού η αχρεώστητη καταβολή των μισθών του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη, έγινε κατά την περίοδο που ίσχυε η Υπουργική Απόφαση και συνεπώς ο συμψηφισμός των μισθών αυτών με την αποζημίωση ήταν απόρροια της εφαρμογής της Απόφασης αυτής, κατά το χρόνο που δεν είχε παρέλθει η οριζόμενη από το άρθρο 27 παρ. 10 του ν. 3185/2003 οκτάμηνη διάρκεια της.
Άλλωστε και ως εκ περισσού πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και μετά την 2-6-2004 συνεχίστηκε μέχρι την αντικατάσταση από την Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της 28-7-2004, που τέθηκε σε ισχύ από 8-9-2004 συγχρόνως με την κατάθεση της στην αρμόδια Επιθεώρησης Εργασίας η ισχύς και η εφαρμογή του Κανονισμού Εργασίας του Ιπτάμενου Προσωπικού με βάση την 58069/595/2003 ως άνω Υπουργική απόφαση κατόπιν κοινής συμφωνίας της αναιρεσίβλητης με τα συνδικαλιστικά σωματεία του Ιπτάμενου Προσωπικού θαλάμου διακυβέρνησης.
Σε κάθε περίπτωση και η ίδια ως άνω Υπουργική Απόφαση προέβλεπε τη μείωση της αποζημίωσης λόγω απώλειας πτυχίου με βάση το άρθρο 19 αυτής σύμφωνα με το οποίο ορίζεται: "Μετά την πάροδο 180 ημερών και μέχρι 20 μήνες ο χειριστής θα συνεχίσει να εισπράττει κατά μήνα το παραπάνω μέρος των αποδοχών του από την ασφαλιστική εταιρία, μειουμένου όμως αντιστοίχως του ποσού της ασφαλιστικής αποζημιώσεως που θα δικαιούται ο χειριστής σε περίπτωση απώλειας του πτυχίου του".
Μετά ταύτα νομίμως η αναιρεσίβλητη συμψήφισε τους αχρεωστήτως καταβληθέντες μισθούς του αναιρεσείοντος με την οφειλόμενη σ' αυτόν ασφαλιστική αποζημίωση. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμηνεύοντας τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται το ποσό των 165.669,95 ευρώ, ως αποζημίωση, ποσό που αυτός θα εισέπραττε ως ασφαλιστική - αποζημίωση από την ασφαλιστική εταιρία αν η αναιρεσίβλητη είχε τηρήσει τη συμβατική της υποχρέωση που απορρέει από τις ως άνω διατάξεις, οι οποίες είχαν καταστεί μέρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του ως προς την υποχρέωση της και μόνο να προβεί στην ασφάλιση του, έναντι του κινδύνου ανακλήσεως του πιστοποιητικού ισχύος του πτυχίου του, νομίμως δε η αναιρεσίβλητη κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη προέβη στην αφαίρεση του ποσού των 45.043,96 ευρώ, που αφορά ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της ίδιας, λόγω καταβολής στον αναιρεσείοντα μισθών που δεν δικαιούνταν (κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2003 έως Ιούλιο 2004, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 18 της Υ.Α. 58069/595/2003, η οποία είχε εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση), αφού η ως άνω αποζημίωση δεν αποτελεί ασφαλιστική παροχή κατά την έννοια των άρθρων 451 ΑΚ και 982 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων λόγω μη τηρήσεως από την αναιρεσίβλητη της συμβατικής υποχρέωσης της να προβεί στην ασφάλιση του κατά τα ως άνω εκτεθέντα.
Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε, σχετικά με τα παραπάνω θέματα, στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και οι τρεις πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, το Εφετείο σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό έκρινε ότι σε κάθε περίπτωση έχει εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση η 58059/595/2003 Υπουργική απόφαση για τους λόγους που αναφέρει.
Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με όσα δέχτηκε στην επάλληλη (ως εκ περισσού) αιτιολογία του περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την ισχύ ή μη της 58059/595/2003 Υπουργικής αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς με κάποιο λόγο της αναιρέσεως η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-4-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7177/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ