Legislator Case Law & Legislation
1072/2006 AI generated

1072/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1072/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1072/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο γάμος της λύθηκε με διαζύγιο κατά το έτος 1990. Ο αποβιώσας συμπαραστάθηκε στην ενάγουσα στην αντιμετώπιση ψυχολογικών προβλημάτων της συνεπεία δύο τροχαίων δυστυχημάτων, τα οποία υπέστη κατά τα έτη 1985 και 1986. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε ισχυρός δεσμός. Με την υπ' αριθμό 2030/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η από 10-6-1998 αίτηση του αποβιώσαντος περί υιοθεσίας της ενάγουσας.

Keywords

AI generated
right to a decision revocable offer revocation of the composition agreement withdrawal following settlement freedom of contract validity of claim assignment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1072 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1072/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σοφό.

Των αναιρεσίβλητων: 1) ....., 2) ...., 3) ....., 4) ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ξανάλατο, ο οποίος ανακάλεσε την από 3-4-2006 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και 5) ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαζήλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3513/2000 μη οριστική,5272/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3922/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 14-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 23 Ιουλίου 1998, στην Αθήνα, απεβίωσε ο Χ1, ο οποίος είχε γεννηθεί στις 19-6-1942, ήταν ιατρός (ψυχίατρος), άγαμος και στερούμενος κατιόντων. Κατοικούσε στην Αθήνα, σε ιδιόκτητη οικία της οδού ...., μαζί με την ενάγουσα, η οποία γεννήθηκε στις 5-1-1968 στην ....

Ο αποβιώσας είχε γνωρίσει την ενάγουσα στα Τ.Ε.Ι. ...., όπου αυτός δίδασκε ως καθηγητής τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και αυτή ήταν σπουδάστρια. Από το έτος 1988 και μετά οι σχέσεις τους έγιναν στενότερες. Η ενάγουσα που ήταν έγγαμη και είχε και ανήλικη θυγατέρα βρισκόταν σε διάσταση με το σύζυγό της.

Ο γάμος της λύθηκε με διαζύγιο κατά το έτος 1990. Ο αποβιώσας συμπαραστάθηκε στην ενάγουσα στην αντιμετώπιση ψυχολογικών προβλημάτων της συνεπεία δύο τροχαίων δυστυχημάτων, τα οποία υπέστη κατά τα έτη 1985 και 1986. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε ισχυρός δεσμός. Με την υπ' αριθμό 2030/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η από 10-6-1998 αίτηση του αποβιώσαντος περί υιοθεσίας της ενάγουσας.

Η έφεση αυτής κατά της ως άνω αποφάσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθμό 2899/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο θανών έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, υποβαλλόταν σε αιμοκάθαρση και τον τελευταίο καιρό πριν από το θάνατό του από καρδιακή ανακοπή, η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινωθεί ενώ υπήρχαν προβλήματα και στη σχέση του με την ενάγουσα.

Οι σχέσεις του αποβιώσαντος με τους εναγομένους συγγενείς του ήταν καλές. Αυτοί μερίμνησαν για την κηδεία του με δικά τους έξοδα. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω αποβιώσας Χ1 συνέταξε ιδιόγραφη διαθήκη με ημερομηνία 7-7-1998, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμο του την ενάγουσα. Εάν πράγματι είχε συμβεί αυτό η ενάγουσα, λόγω της σοβαρότητας του περιεχομένου αυτής, οπωσδήποτε θα είχε φροντίσει για την ασφαλή φύλαξη αυτής, την έκδοση φωτοτυπικών αντιγράφων, αλλά και τη δημοσίευσή της αμέσως μετά το θάνατο του φερόμενου ως διαθέτη, ενώ εάν είχε συνταχθεί και απωλέσθηκε θα ανέφερε το γεγονός στην Αστυνομική Αρχή.

Ειδικώς για την παραπάνω ημερομηνία (7-7-1998) δεν συνέτρεχε λόγος συντάξεως διαθήκης, διότι ο Χ1 προφανώς θεωρούσε ότι τακτοποίησε το θέμα της περιουσιακής αποκαταστάσεως της ενάγουσας με υιοθεσία αυτής, δεδομένου ότι η σχετική από 10-6-1998 αίτηση είχε συζητηθεί την 1-7-1998. Η υπ' αριθμό 2030/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή, δημοσιεύθηκε στις 28-9-1998.

Περαιτέρω δεν φαίνεται λογικό ότι ο αποβιώσας θα κατέλιπε το σύνολο της σημαντικής πράγματι περιουσίας του στην ενάγουσα, με την οποία οι σχέσεις του είχαν ήδη κλονισθεί, κατ΄ αποκλεισμό όλων των συγγενών του, με τους οποίους είχε στενές σχέσεις. Πρέπει να λεχθεί ότι εάν συντασσόταν διαθήκη μετά από συνεννόηση με την δικηγόρο ....., τότε αυτή θα ήταν δημοσία, χάριν περιορισμού της πιθανότητας αλλά και των λόγων προσβολής της για ακύρωση από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του φερόμενου ως διαθέτη Χ1.

Αλλά και ο όλος τρόπος των ενεργειών της ενάγουσας, των σχετικών με τη διαθήκη, δεν πείθει για την ύπαρξή της. 'Ετσι, ενώ φέρεται ότι η αίτηση για τη δημοσίευσή της συντάχθηκε στις 2-11-1998, κατατέθηκε στις 30-11-1998 και διαλαμβάνει ότι «υποβάλλεται συνημμένως» η διαθήκη. Στην από 15-10-1998 εξώδικη απάντησή της προς τους εναγόμενους, οι οποίοι της ζήτησαν, με την από 7-10-1998 εξώδικη δήλωση, να τους παραδώσει τα κληρονομιαία πράγματα, η ενάγουσα απάντησε ότι ο αποβιώσας είναι «πατέρας» της και ότι η ίδια είναι «αποκλειστική και μοναδική κληρονόμος» του, χωρίς να κάμει μνεία περί υπάρξεως διαθήκης.

Πρέπει να σημειωθεί και πάλι ότι η απόφαση επί της αιτήσεως περί υιοθεσίας της δημοσιεύθηκε ήδη από 28-9-1998, Τέλος η ενάγουσα, ενώ ισχυρίζεται ότι αντιλήφθηκε την απώλεια της διαθήκης στις 30-12-1998, όταν επρόκειτο να μεταβεί στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της για την δίκη της 8-1-1999, με αντικείμενο τη δημοσίευση και την κήρυξη αυτής ως κυρίας, και δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεσή της παρά τις προσπάθειές της, σε μεταγενέστερο χρόνο, και συγκεκριμένα στις 7-1-1999, κατέθεσε την από 4-1-1999 κύρια παρέμβαση στη δίκη, που είχε προσδιορισθεί να γίνει στις 21-1-1999, για την εκδίκαση της από 10-11-1998 αιτήσεως των εναγομένων, με την οποία ζητούσαν να τους παρασχεθεί κληρονομητήριο για το κληρονομικό τους δικαίωμα επί της κληρονομίας του Χ1, με την οποία (παρέμβαση) ζητούσε να απορριφθεί η αίτηση, ισχυριζόμενη ότι είναι μοναδική κληρονόμος του Χ1, δυνάμει της από 7-7-1998 ιδιόγραφης διαθήκης του.

Οι αντίθετες προς τα ως άνω καταθέσεις των μαρτύρων ....., πρώην δικηγόρου της ενάγουσας και του ...., πατέρα της, οι οποίοι εξετάσθηκαν κατά πρότασή της, είναι προδήλως επηρεασμένες από τα συμφέροντα αυτής και δεν κρίνονται πειστικές. Το ίδιο ισχύει και για τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που επικαλείται και προσκομίζει αυτή.

Σε αυτά πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι αυτές έτυχαν ποινικής αξιολογήσεως, η οποία έγινε με την υπ' αριθμό 22529/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή της ιδίας διαδίκου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, καθιστώντας αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο. Αντίθετα, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες και επιχειρήματα, θεμελίωσε την κρίση του σύμφωνα με την οποία δεν αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας στις 23-7-1998 στην Αθήνα Χ1 είχε συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη στις 7-7-1998 με την οποία εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του την αναιρεσείουσα και ότι η διαθήκη εκείνη απωλέσθηκε.

Οι φερόμενες στους λόγους της αναίρεσης ως δήθεν ασάφειες ή αντιφάσεις μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου και των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν συνιστούν έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και δεν θεμελιώνουν τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι συναφείς πρώτος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης, που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τη διάταξη εκείνη.

ΙΙ. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμ. 1 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με το να διαλάβει στο σκεπτικό της και την ακόλουθη σκέψη: «… Περαιτέρω δεν φαίνεται λογικό ότι ο αποβιώσας θα κατέλιπε το σύνολο της σημαντικής πράγματι περιουσίας του στην ενάγουσα, με την οποία οι σχέσεις του είχαν ήδη κλονισθεί, κατ΄ αποκλεισμό όλων των συγγενών του, με τους οποίους είχε στενές σχέσεις». Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι το αναφερόμενο στη θιγόμενη σκέψη της απόφασης δεν συνιστά δίδαγμα κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, οπότε θα μπορούσε να συγκροτηθεί ο επικαλούμενος λόγος, κατά την έννοια του αριθ.1 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά κρίση που σχημάτισε το Εφετείο από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 245 και 411 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εναπόκειται στη δυνητική κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, για την ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς, να διατάξει των αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο για την παροχή διευκρινίσεων καθώς και των μαρτύρων προς συμπλήρωση των καταθέσεών τους και όταν ακόμα υποβληθεί σχετική αίτηση από διάδικο. Αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τέτοια αίτηση του διαδίκου, η κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, ο έβδομος λόγος της αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διότι αγνόησε το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων και των μαρτύρων ενώπιον του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙV. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι πιο πάνω ελλείψεις ή αντιφάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αναφέρεται ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας δεν κρίνονται πειστικές για όσους λόγους εκθέτει και ότι το ίδιο ισχύει και για τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που προσκομίζει και επικαλείται αυτή, επακολουθεί και η σκέψη «… Σε αυτά πρέπει να προστεθεί ότι αυτές έτυχαν ποινικής αξιολογήσεως, η οποία έγινε με την υπ' αριθμό 22529/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών…».

Με αφορμή την τελευταία φράση, με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.19 άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν αναφέρει αν εννοεί την ποινική αξιολόγηση της πλειοψηφίας ή εκείνη της μειοψηφίας της ποινικής απόφασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αλλ΄ αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2005 αίτηση της ......, για αναίρεση της 3922/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαϊου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ