Legislator Case Law & Legislation
1071/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring judgment for insufficient fraud reasoning.

Case Number 1071/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment on debt restructuring, remanding the case for further trial. The court found the lower court erred by rejecting a fraud claim without sufficient evidence of active deception by the debtor. Consequently, the judgment was overturned and the case sent back to the same court for a new hearing with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1(1)(a) of Law 3869/2010; Article 560 of the Code of Civil Procedure: A claim of fraud in debt restructuring requires proof of active deception by the debtor; a mere possibility of non-payment does not constitute fraud, and a judgment rejecting such a claim without examining the evidence is legally flawed.

Keywords

AI generated
debt restructuring fraud claim active deception insufficient reasoning remand for retrial Law 3869/2010 Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1(1)(a) of Law 3869/2010
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 764(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1071 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1071/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... και δ.τ. ...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ...", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 1ος, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2013 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας.

Εκδόθηκε η 254/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, την μεταρρύθμιση της οποίας ζήτησε ο ως άνω αιτών με την από 2-2-2017 αίτησή του. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2017 οριστική του Ειρηνοδικείου Άμφισσας και 42/ΕΜ/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 9-7-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 24/9-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 42/ΕΜ//2018 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην των δεύτερης και τρίτης των εφεσίβλητων και ήδη τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 991/2023, ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως , δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικο του, είτε από αναγκαίο ομόδικο του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του.

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2023, ΑΠ 173/2022, ΑΠ 1487/2022,ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ.2998/17-6-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας Εφετείου Λαμίας Ν. Φ. και τις υπ' αριθμ 8964β/14-6-2022, 8984β/14-6-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ.

Π., που προσκομίζει και επικαλείται το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης, αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 9-7-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 42/ΕΜ/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, με την στη συνέχεια αυτής πράξη ορισμού δικασίμου της 20ης-10-2023 με κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο αυτή επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους πρώτο των αναιρεσιβλήτων Χ.

Σ. και στις δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες με τις επωνυμίες ... ΑΕ" και ...." αντίστοιχα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20-10-2023, οι πρώτος, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Χ.

Σ., ... και ...." αντιστοίχως δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2 και 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 2-2-2017 αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 3-2-2017], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό, που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 448/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ208/2020).

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020).

Επισημαίνεται ότι ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 426/2019, ΑΠ 1446/2018).

Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητα του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 448/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1104/2023, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή την ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθμ. 1, 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος (ΑΠ 1104/2023, ΑΠ 1508/2022, 834/2021, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 156/2018). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, με το να κρίνει ως αόριστη την παραδεκτώς υποβληθείσα ενώπιον του, ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των επίδικων ληξιπρόθεσμων χρεών του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 330 του ΑΚ, τις οποίες, έτσι, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με την από 2-2-2017 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άμφισσας, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς το ήδη αναιρεσείον και τις αναιρεσίβλητες τραπεζικές εταιρίες, προερχόμενων από καταναλωτικά δάνεια, στεγαστικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης οφειλών, άλλως να ρυθμιστούν οι οφειλές της από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του.

Η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, πιστώτρια του αιτούντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου) και αναγκαία ομόδικος του, επίσης πιστωτή, αναιρεσείοντος (ΑΠ 967/2021, ΑΠ 1049/2017), πρότεινε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένσταση δολιότητας του αιτούντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου) ως προς τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, η οποία απορρίφθηκε από το ίδιο Δικαστήριο, με την 254/2015 οριστική απόφασή του, ως αόριστη.

Κατά της ως άνω απόφασης, όπως μεταρρυθμίσθηκε με την υπ'αριθμ. 108/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ... Ανώνυμη Εταιρεία" άσκησε την από 5-9-2017 (με αρ. καταθ.26/2017) έφεση με τον δεύτερο λόγο της οποίας επανέφερε την προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως άνω ένστασή της, παραπονούμενη, πλην άλλων, για την απόρριψη αυτής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκθέτοντας τα εξής: "...εν προκειμένω ο εφεσίβλητος προέβη σε αλόγιστο και υπέρμετρο δανεισμό (από την Τράπεζα ...

Ανώνυμη Εταιρεία" κατά τα έτη 1997,1998 και 1999), παρότι γνώριζε την ενδεχόμενη αδυναμία του να εξοφλήσει τα δάνεια με βάση την οικονομική του δυνατότητα και έτσι περιέφερε τον εαυτό του σε κατάσταση υπερχρέωσης ...". Παράλληλα, το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις από 7-12-2017 προτάσεις του ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάζοντος Δικαστηρίου πρότεινε και το ίδιο (άρθρο 765 του ΚΠολΔ), προς υποστήριξη του σχετικού λόγου έφεσης την ένσταση δόλου του αιτούντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου), εκθέτοντας τα εξής:"...

Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης πλήρως αποδείχθηκε ότι ο αιτών έλαβε πιστωτικά προϊόντα από τα σε αυτήν (αίτηση) αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα (καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια), δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, αφού το εισόδημά του κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού, αλλά και μέχρι σήμερα, προερχόταν αρχικά από το μηνιαίο μισθό του ως αστυνομικού και ήδη προέρχεται αποκλειστικά από τη μηναία σύνταξή του.

Ο αιτών δημιούργησε τα παραπάνω χρέη συνολικού ύψους κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης αυτής ευρώ 132.000, ήδη δε το ποσό αυτό έχει αυξηθεί σε εμένα δε οφείλει κατά τον άνω χρόνο κατάθεσης της αίτησης αυτής ποσό άνω των ευρώ 10.000, προερχόμενο από καταναλωτικό δάνειο, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό του, με τη λήψη καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει ή τουλάχιστον αποδεχόμενος ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.

Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε και έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ένας τόσο δε υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.

Ειδικότερα, ο αιτών έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη των δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες ...". Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 42/ΕΜ/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, έκρινε (όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) αόριστη την προαναφερθείσα ένσταση δόλου με την εξής αιτιολογία: "...

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, και κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η εκκαλούσα (σ.σ. ... προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο αιτών, δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, λαμβάνοντας δάνεια, δυσανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες. Ο ισχυρισμός αυτός ο οποίος αποτελεί ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος, ήδη πρώτου εφεσίβλητου, σε αδυναμία πληρωμής (άρθρο 1 του Ν. 3869/2010) κατά το χρόνο σύναψης των επίμαχων δανειακών συμβάσεων είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, απορριπτέα, διότι, η πρώτη καθ'ής και ήδη εκκαλούσα, δεν παραθέτει επιπροσθέτως όπως όφειλε ...

περιστατικά που να συνιστούν πρόκληση, εκ μέρους του οφειλέτη, κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών, παραπλάνησης των πιστωτριών του ως προς την οικονομική του κατάσταση και συμπεριφορά. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την ένσταση αυτή ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός λόγος της έφεσης, κατά το πρώτο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...".

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, η οποία προβλήθηκε πρωτοδίκως και παραδεκτά επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη, είναι επαρκώς σαφής και ορισμένη, διότι περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, στοιχεία που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στη νομική σκέψη της παρούσας, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 ΑΚ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου.

Πλέον συγκεκριμένα, η εκκαλούσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη μνημονεύει με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου και ειδικότερα: ότι ο αιτών εφεσίβλητος προέβη σε αλόγιστο και υπέρμετρο δανεισμό κατά τα έτη 1997, 1998 και 1999, παρότι γνώριζε την ενδεχόμενη αδυναμία του να εξοφλήσει τα δάνεια με βάση την οικονομική του δυνατότητα και έτσι περιέφερε τον εαυτό του σε κατάσταση υπερχρέωσης ...".

Επίσης, το ήδη αναιρεσείον με τις από 7- 12-2017 προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί δόλου διέλαβε ειδικότερα: α) ότι ο αιτών έλαβε πιστωτικά προϊόντα από τα στην αίτησή του αναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα (καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια), δημιουργώντας χρέη υπέρμετρα σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, αφού το εισόδημά του κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού, αλλά και μέχρι σήμερα, προερχόταν αρχικά από το μηνιαίο μισθό του ως αστυνομικού και ήδη προέρχεται αποκλειστικά από τη μηναία σύνταξή του, β) ότι ο αιτών δημιούργησε χρέη συνολικού ύψους κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησής του ύψους 132.000 ευρώ, ήδη δε το ποσό αυτό έχει αυξηθεί, ενώ ήδη όφειλε (στο αναιρεσείον) κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ποσό άνω των ευρώ 10.000, προερχόμενο από καταναλωτικό δάνειο, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό του, με τη λήψη καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων, μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει ή τουλάχιστον αποδεχόμενος ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες, γ) ότι υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε και έχει τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και το αποδέχθηκε.

Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωση του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ένας τόσο δε υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Ειδικότερα, ο αιτών έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών του και αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη των δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες ...".

Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα με το να απορρίψει ως αόριστη την ένσταση της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης περί δολιότητος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεχόμενο ότι για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δόλου, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, απαιτείτο, ως πρόσθετο στοιχείο, η παράθεση περιστατικών που να συνιστούν πρόκληση, εκ μέρους του οφειλέτη, κατά το χρόνο ανάληψης των οφειλών, παραπλάνησης των πιστωτών του ως προς την οικονομική του κατάσταση και συμπεριφορά, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο και ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Ο δεύτερος και τελευταίος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, λόγω ανεπάρκειας αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της παραπάνω ένστασης δόλου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται το δικαστήριο, με την πληττόμενη απόφασή του, να έχει καταστρώσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων και στην εξεταζόμενη περίπτωση η ένσταση περί δόλου του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν ερευνήθηκε στην ουσία της.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ.

δεν υποχρεούται στην καταβολή παραβόλου. Επίσης, διάταξη περί δικαστικών εξόδων, κατ' άρθρο 746 του ΚΠολΔ, δεν διαλαμβάνεται, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται...", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1140/2023, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 550/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ 42/ΕΜ/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρ

καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου

ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ