Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the second ground relies on a false premise regarding public land status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's decision regarding land ownership. The State argued that the burden of proof was reversed because the disputed land was public pasture, but the Court found this premise false. The Court determined that the land had legally transferred to the private heirs via a valid deed, meaning the State never claimed ownership of it as public property.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it is based on a false premise, such as claiming a burden of proof reversal when the underlying fact contradicts the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1071 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1071/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Α. και Ν., ως εκ διαθήκης κληρονόμου της μητέρας της Ν. συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλη Τσατσάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2017 αγωγή της Ν. συζ. Α. Μ., δικαιοπάροχο της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13607/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1120/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 09-09-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 1120/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 07-06-2019 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 13607/2018, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 13-07-2017 αγωγή της αρχικής ενάγουσας, δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, διότι κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο (και μη αμφισβητούμενα από την αναιρεσίβλητη), η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 11-06-2021 και κατατέθηκε, στις 09-09-2021, στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, ενώ η 30η προθεσμία δεν συμπληρώθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 11 εδ.
α' του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου, που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26ης.06/10.07.1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006 και ισχύει, 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού δικαστηρίων και καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988 σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του ν. 4792/2021, ενόψει της υφιστάμενης αναστολής προθεσμιών άσκησης ένδικων μέσων, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (για το έτος 2021) από 01-07-2021 μέχρι 31-08-2021 (ΑΠ 1164/2022, ΑΠ 564/2017, ΑΠ 1846/2017).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ι. [1] Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" (ιδίως στο άρθρο 5 αυτού) και στα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κων/λεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 26.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" προκύπτει, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά στην κυριότητά του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους (αναχωρήσαντες) Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, περί διάκρισης κτημάτων, όχι όμως και τα όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.
Ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κων/λεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και Τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά, τη διάρκεια της τρίτης Τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (δηλαδή από 25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο κυρίαρχος Σουλτάνος είχε εκδώσει θέσπισμα με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους (Οθωμανούς και Έλληνες) την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, και τα σχετικά ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα αναγνωρίστηκαν, ακολούθως, με το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με την πιο πάνω Συνθήκη της Κων/λεως (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1354/2013).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 1527/2022, ΑΠ 987/2017). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου.
Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 34/2019). Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες.
Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.
Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 1340/2021, ΑΠ 894/2020).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21/8/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (ΟλΑΠ 75/1987).
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11η-09-1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11η-09-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 1840/2017). [2] Από τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 2, 26, 74, 180 και 203 του Αγροτικού Κώδικα προκύπτει ότι το ακίνητο που παραχωρείται ως κλήρος σε πρόσωπο δικαιούμενο αγροτικής αποκατάστασης θεωρείται από την παραχώρησή του ότι διατελεί κατά νόμο στην αποκλειστική καλόπιστη νομή του κληρούχου και αν ακόμη αυτός δεν έχει επιληφθεί της κατοχής του κλήρου (ΟλΑΠ 701/1971, ΑΠ 855/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 213 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα (η οποία καταργήθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 5 του α.ν. 431/1968), μετά την ολοσχερή εξόφληση της αξίας του κλήρου ο Υπουργός Γεωργίας μπορούσε μετά γνώμη του Συμβουλίου Εποικισμού να άρει όλες ή μερικές από τις απαγορεύσεις των άρθρων 208, 209 210, 211, 212 και 216 του αυτού κώδικα (που καταργήθηκαν, επίσης, με την ίδια διάταξη) από τους κλήρους ή οικόπεδα ή τμήματα αυτών ή από οικήματα που βρίσκονταν μέσα σε εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια πόλεων ή χωρίων ή σε περιοχές που κρίνονταν από αυτόν ή από το Υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού ως κατάλληλες για παραθερισμό.
Έτσι, οι περιορισμοί που θέσπιζαν οι τελευταίες αυτές διατάξεις ουδεμία εφαρμογή είχαν στην περίπτωση κατά την οποία είχε προηγηθεί άρση αυτών με πράξη του Υπουργού Γεωργίας, ή του Νομάρχη, κατά ενάσκηση από αυτόν των αρμοδιοτήτων του Υπουργού Γεωργίας, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3200/1955, σύμφωνα με το άρθρο 213 παρ. 1 Αγροτικού Κώδικα, γιατί στις περιπτώσεις αυτές δεν υπήρχε, από την άρση της απαγόρευσης και των περιορισμών, κλήρος, όπως εννοεί αυτόν ο Αγροτικός Κώδικας, ούτε αποκατάσταση ακτήμονα καλλιεργητή και, συνεπώς, σε περίπτωση μεταβιβάσεων δεν ήταν επιβεβλημένη η τήρηση των, από τις πιο πάνω διατάξεις, προβλεπόμενων απαγορεύσεων και περιορισμών, ως κείμενη εκτός του σκοπού του νόμου, ενώ δεν επιβάλλεται, ούτε από ειδική διάταξη νόμου ούτε από τη φύση των ως άνω υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, για τη νομιμότητα αυτών, η ύπαρξη σχετικής αιτιολογίας σ' αυτές.
Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, σύμφωνα με την οποία επιτράπηκε η εν ζωή εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των αγροτικών κλήρων, με τον περιορισμό της μη κατάτμησης των κληροτεμαχίων της οριστικής διανομής, δεν έχει εφαρμογή για τις μεταβιβάσεις που έγιναν πριν από την ισχύ του νόμου αυτού (23-05-1968), αφού, όταν η μεταβίβαση έγινε σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις (άρση απαγορεύσεων κλπ.
με πράξη του Υπουργού ή του Νομάρχη), δεν υπάρχει κλήρος (ΑΠ 5/2017, ΑΠ 180/2006, ΑΠ 520/1985). [3] Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας, κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερόμενων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του.
Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ., χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας ((ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1079/2019).
Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, για την κτήση κυριότητας επί μη δημοσίου κτήματος, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και, εντεύθεν, της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (ΑΠ 1182/2018).
Για να είναι, όμως, ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτήν ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 894/2020, ΑΠ 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό, επίσης, πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω απόκτηση κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος ή δημόσιο κτήμα περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης (ΑΠ 1187/2022, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 712/2015).
ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ο, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 115/2022, ΑΠ 1400/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι στην ένδικη αναγνωριστική αγωγή κτήσης κυριότητας γεωτεμαχίου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, συμπληρωθείσα κατά το χρόνο έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου, εκτίθεται ότι η αρχική ενάγουσα, δικαιοπάροχος εκ διαθήκης της οποίας τυγχάνει η αναιρεσίβλητη, ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, συνεχώς, από το έτος 1965 μέχρι την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου της περιοχής, προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό αστικού ακινήτου, και, συγκεκριμένα, καθαρισμό από αγριόχορτα, φύτευση με ελαιόδενδρα και καλλιέργεια αυτών, εγκατάσταση αυτόματου ποτίσματος, περίφραξη ως αυλής του όμορου ακινήτου της, χρήση του ως αυλής και κήπου του όμορου ακινήτου της, και προγενέστερα ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου, ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτής, Ι.
Χ. - Μ., με επίβλεψη και εποπτεία αυτού, με επίδειξη σε υποψήφιους αγοραστές, από το έτος 1957, οπότε κατέστη, μετά από νόμιμη μεταβίβαση, κύριος αυτού, και με παράγωγο τρόπο, με το με αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τους αληθείς κυρίους, Μ. χήρα Η. Π., Α. σύζυγο Ι. Κ., Α. σύζυγο Ι.
Κ., Κ. Π. του Η., Α. Π. του Η. και Χ. Μ. Γ. το γένος Η. και Μ. Π., αναμιχθέντες στην κληρονομία του αποβιώσαντος, στις 29-05-1943, αληθούς κυρίου - κληρούχου Η. Π., και από τον κληρούχο, προγενέστερα, ο οποίος κατέστη κύριος με πρωτότυπο τρόπο, και δη με την μεταγραφή του αναφερόμενου, με αριθμ. ... παραχωρητηρίου, μέσω του Υπουργείου Γεωργίας, ασκούντες πράξεις νομής διανοία κυρίου, και με καλή πίστη μέχρι 23-2-1946, αρχικά με καλλιέργεια αμπέλου και, στη συνέχεια, με επίβλεψη, εποπτεία, καθαρισμό και οριοθέτηση αυτού.
Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε σιωπηρά την, από το αναιρεσείον, προταθείσα, παραδεκτά, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφερθείσα, με σχετικό λόγο έφεσης, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένσταση αοριστίας της αγωγής, λόγω μη αναφοράς πράξεων νομής διανοία κυρίου, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
Επομένως, οι, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμες. Λοιπές αιτιάσεις στον ίδιο λόγο ότι η αγωγή είναι αόριστη διότι δεν αναφέρονται πράξεις νομής διανοία κυρίου με καλή πίστη, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, επί δημόσιου κτήματος, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, συμπληρωθείσα μέχρι την 11-09-1915, είναι απαράδεκτες, ως αλυσιτελείς.
Και, τούτο, διότι, διαλαμβάνεται ότι το επίδικο αποτελεί αστικό ακίνητο, για το οποίο χώρησε, το έτος 1957, νόμιμη μεταβίβαση, μετά την επελθούσα με τη μεταγραφή του αναφερόμενου παραχωρητηρίου, αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την κυριότητα του μείζονος ακινήτου και πριν την ισχύ του α.ν. 431/1968, ενώ η επίκληση της απόκτησης χρησικτησίας, μέχρι την 11-09-1915, προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ένστασης ότι δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας, η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (ΑΠ 1279/2022, ΑΠ 1077/2022, ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 643/2017).
ΙΙΙ. [1] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της αίτησης αναίρεσης, ο Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα απέκτησε με άτυπη αγορά από τον Ι. Χ. - Μ. του Γ. το έτος 1965, όπως αναγνωρίστηκε με την με αριθμό 3859/2004 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ένα γεωτεμάχιο έκτασης 367 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της Δ.Ε" ...
της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Παλλήνης και συνορεύει περιμετρικά, σύμφωνα με το από 23.11.2018 απόσπασμα ΚΑΕΚ με τα γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., ... ... και ... και έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ 050391903019/0/0. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην πλήρη κυριότητα της ενάγουσας με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το έτος 1965 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, ήτοι για χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών, η ενάγουσα νέμοταν και συνεχίζει να νέμεται αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας διανοία αποκλειστικής κυρίας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και αρμόζουσες στον προορισμό του υλικές, εμφανείς, διακατοχικές πράξεις νομής, δηλωτικές εξουσίασης.
Ειδικότερα, πρόκειται για την αυλή του όμορου γεωτεμαχίου ιδιοκτησίας της ενάγουσας, επί του οποίου έχει ανεγερθεί οικοδομή, το οποίο η ενάγουσα έχει περιφράξει ενιαία και αποτελεί εν τοις πράγμασι ενιαίο ακίνητο, στο οποίο έχουν φυτευτεί δέντρα που ποτίζονται με αυτόματη και αυτόνομη παροχή ύδατος, έχει μία πρόχειρη ψησταριά και καθαρίζεται από την ενάγουσα που έχει την επίβλεψή του.
Η άσκηση των ανωτέρω διακατοχικών πράξεων διανοία κυρίας από την ενάγουσα τα έτη 1965 ως 1985 αναγνωρίστηκε σαφώς με την με αριθμό 3859/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η αγωγή της ενάγουσας κατά της Χ. Γ., το γένος Η. Π., και αναγνωρίσθηκε η ενάγουσα πλήρης και αποκλειστική κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., που έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 141 και αρ.135 η ενάγουσα, αγόρασε το όμορο εξ ανατολής με το επίδικο ακίνητο, το οποίο έχει λάβει ΚΑΕΚ ... και την ίδια χρονιά αγόρασε το επίδικο από τον Ι. Χ. - Μ.
του Γ. με μετρητά διά λόγου ώστε να αποτελεί και να φαίνεται ως ενιαία ιδιοκτησία. Την ενιαία αυτή ιδιοκτησία νεμόταν η ενάγουσα από το 1965 και μέχρι την άσκηση της αγωγής χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και κυρίως από το Ελληνικό δημόσιο. Στον ανωτέρω δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ι. Χ. - Μ., το επίδικο είχε περιέλθει με το με αριθμό ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 26 και αρ. 231 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... από τους Μ. χήρα Η. Π., Α. σύζυγο Ι. Κ., Α. σύζυγο Ι. Κ., Κ. Π. του Η., Α. Π. του Η. και Χ. Μ. Γ. το γένος Η. και Μ. Π., στους δε πωλητές είχε περιέλθει ως κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος, στις 29-5-1943, Η.
Π. του Κ., καθώς είχε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποιήσεως και όλοι οι κληρονόμοι είχαν αποδεχθεί την κληρονομιά με την ενεργή ανάμειξή τους σε αυτής, ενώ λόγω του θανάτου του διαθέτη πριν από την έναρξη ισχύος του Αστικού κώδικα, δεν ήταν υποχρεωτική η αποδοχή της κληρονομιάς να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, Στον ανωτέρω θανόντα, Η.
Π. του Κ. το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα με τον με αριθμό 74.585/1955 οριστικό τίτλο - παραχωρητήριο, δυνάμει της με αριθμό 47830/1929 αποφάσεως της Υπουργού Γεωργίας, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 22 και αρ.111 των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου .... Το επίδικο ακίνητο είναι τμήμα γεωργικού κλήρου συνολικής εκτάσεως 5.530 τ.μ.
κείμενου στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος ... του Νομού Αττικής. Κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης, η Χ. χήρα Μ. Γ. το γένος Η. και Μ. Π. αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας. Επί αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής της ενάγουσας εκδόθηκε η ανωτέρω αναφερόμενη με αριθμό 3859/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήδη αμετάκλητη, η οποία υποβλήθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Παλλήνης με δήλωση χρησικτησίας για το επίδικο και καταβλήθηκε ο ανάλογος φόρος χρησικτησίας. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι το επίδικο ακίνητο νεμήθηκαν διαδοχικά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με την ειλικρινή δηλαδή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας άλλου και δυνάμει των προαναφερόμενων τίτλων το νέμονταν οι μνημονευόμενοι ως άνω δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης - ενάγουσας, ενώ μετά την ανωτέρω μεταβίβασή του στη μητέρα της εφεσίβλητης το έτος 1965, την έκταση που περιλαμβάνει και το επίδικο νεμόταν η μητέρα της επιβλέποντας και επιτηρώντας το, για χρόνο που ξεπερνά την εικοσαετία, εξακολούθησε να νέμεται το ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχίζοντας τις υπόλοιπες διακατοχικές πράξεις, δηλαδή να το επιτηρεί και να το επιβλέπει.
Όλες τις προαναφερόμενες πράξεις νομής η ενάγουσα και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοι του ασκούσαν δημόσια και φανερά, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν, ούτε από το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στην άσκηση των ανωτέρω πράξεων νομής και κατοχής επί του εν λόγω ακινήτου. Ενόψει, λοιπόν, των όσων αποδείχθηκαν ανωτέρω, η εφεσίβλητη - ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου με τον περιγραφόμενο παράγωγο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία.
Κατά την διαδικασία της κτηματογράφησης, που έχει ήδη περαιωθεί στην κτηματική περιοχή της δημοτικής ενότητας ..., το επίδικο ακίνητο έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ... ως "αγνώστου ιδιοκτήτη". Ωστόσο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου.
Συνεπώς ορθά απορρίφθηκε ο κατά της αγωγής αντιταχθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας αυτού κυριότητας επί του επιδίκου, ως μη νόμιμος. Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο δεν είναι γεωργική έκταση αλλά λιβάδι ή βοσκότοπος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτά δεν θεωρούνται ως εκ τούτου ως δημόσιο κτήμα, αφού το άρθρο 1 του Β.Δ. 12.12.1833 δεν καθιστά τα δημόσια λιβάδια και τους βοσκότοπους ανεπίδεκτους νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο πριν την ισχύ του Β.Δ. 3/15.12.1833 τύγχανε λιβάδι ή βοσκότοπος, με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας επ' αυτού έγγραφο εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας (ταπί) σε σχέση με την κυριότητά του. Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στο επίδικο από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους έως την άσκηση της ανωτέρω αγωγής. Περαιτέρω δεν προσκομίζεται κανένα έγγραφο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας από το οποίο να προκύπτει ότι το επίδικο γεωτεμάχιο αποτελεί καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα, εμπίπτει σε δημόσιες εκτάσεις, που διαχειρίζεται η ως άνω υπηρεσία, αλλά εμπίπτει εντός τεμαχίου διανομής του έτους 1951 του Αγροκτήματος "...", το οποίο δεν είναι καταχωρημένο ως κοινόχρηστο ή διαθέσιμο τεμάχιο.
Συνεπώς δεν δημιουργήθηκε ποτέ τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον το επίδικο δεν είχε ποτέ την ιδιότητα του βοσκοτόπου ή λιβαδιού, αλλά έχει χαρακτηρισθεί ως κληροτεμάχιο, που περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας δυνάμει νομίμου τίτλου (του με αριθμό ... παραχωρητηρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα και συνεπώς είναι δεκτικό εξουσιάσεως....
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση και να επικυρωθεί η εκκαλουμένη απόφαση,..". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και είχε αναγνωρίσει την αναιρεσίβλητη κυρία του ως άνω ακινήτου, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και διατάξει τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι : 1) Το επίδικο γεωτεμάχιο έκτασης 367 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της Δ.Ε" ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Παλλήνης είναι τμήμα γεωργικού κλήρου συνολικής έκτασης 5.530 τ.μ., που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος ... του Νομού Αττικής, εμπίπτει μέσα στο τεμάχιο διανομής του έτους 1951 του Αγροκτήματος "...", για το οποίο εκδόθηκε, το μεταγραφέν νόμιμα, με αριθμ. ...
παραχωρητήριο, στο όνομα του απώτατου δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, Η. Π. του Κ.. 2) Από τη μεταγραφή του ανωτέρω παραχωρητηρίου το αναιρεσείον αποξενώθηκε από την κυριότητά του, και κατέστη δεκτικό εξουσίασης. 3) Οι Μ. χήρα Η. Π., Α. σύζυγο Ι. Κ., Α. σύζυγο Ι. Κ., Κ. Π. του Η., Α. Π. του Η. και Χ. Μ. Γ. - Πολυχρόνη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, αναμειχθέντες στην κληρονομία του αποβιώσαντος, στις 29-5-1943, ανωτέρου κληρούχου συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, με το με αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, την κυριότητα τμήματος κληροτεμαχίου εκ του παραχωρηθέντος κλήρου, νόμιμα, ήτοι μετά την άρση των, από τις διατάξεις των άρθρων 208 - 212 και 216 του Αγροτικού Κώδικα, υφιστάμενων απαγορεύσεων και επιτραπείσα σ' αυτούς η ελεύθερη εκποίηση, δυνάμει σχετικής απόφασης του Νομάρχη Αττικής, στον Ι.
Γ. Χ. ή Μ., και έκτοτε το μεταβιβασθέν ακίνητο απώλεσε την ιδιότητα του μέρους γεωργικού κλήρου, ήταν δεκτικό χρησικτησίας και κατάτμησης. 4) Από τη μεταγραφή του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας, ασκούσε στο επίδικο εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου ο Ι. Χ. - Μ. (με επιτήρηση και εποπτεία αυτού), ο οποίος, το έτος 1965, μεταβίβασε το επίδικο γεωτεμάχιο, με άτυπη πώληση, στην αρχική ενάγουσα Ν.
Μ., η οποία ασκούσε εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίας προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του (συνένωση αυτού με περίφραξη με όμορο οικόπεδό της και χρήση του επίδικου ως αυλή της ανεγερθείσας στο όμορο οικοδομής, φύτευση δένδρων, πότισμα με αυτόματη και αυτόνομη παροχή ύδατος, εγκατάσταση ψησταριάς, καθαρισμό, επίβλεψη και επιτήρηση αυτού) μέχρι την έναρξη του κτηματογράφησης της περιοχής. 5) Η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων κατέστη κυρία του επίδικου γεωτεμαχίου, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτό, αδιαλείπτως από το έτος 1965 μέχρι την έναρξη του Κτηματολογίου της περιοχής, και προγενέστερα ασκούσαν πράξεις διανοία κυρίου ο απώτερος και οι απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτής, με την πεποίθηση ότι δεν είναι κύριο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο από τη μεταγραφή του ανωτέρω παραχωρητηρίου, αποξενώθηκε από την κυριότητα και με την εμπεριεχόμενη στην κατάρτιση της ανωτέρω, από το έτος 1957, οριστικής μεταβίβασης, άρση των ανωτέρω απαγορεύσεων και περιορισμών από τον Νομάρχη, και πριν την ισχύ του α.ν. 431/1968, δεν συντρέχει περίπτωση παράνομης κατάτμησης αυτού. [2] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς την κτήση της κυριότητας της εκ διαθήκης δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, Ν.
Μ., με τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, και της έλλειψης κυριότητας στο αναιρεσείον, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 1 του Β.Δ. 12.12.1833, 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836, τις διατάξεις του Ν. ΔΞΗ/1912, και το άρθρο 21 του ΝΑ 29-4-/16-3-1926, της από 9 Ιουλίου 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", καθώς και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.06.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου του έτους 1830, και του άρθρου 16 του ν. 26.6/10.7.1837 "Περί Διακρίσεως Κτημάτων", διότι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή το επίδικο γεωτεμάχιο εξέφυγε της κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με τη μεταγραφή του αναφερόμενου παραπάνω παραχωρητηρίου, ενώ με την εκποίηση του αναφερόμενου μέρους γεωργικού κλήρου, στο με αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, μετά την άρση, με την παραπάνω απόφαση του Νομάρχη Αττικής, των από τις διατάξεις των άρθρων 208 - 212 και 216 του Αγροτικού Κώδικα υφισταμένων απαγορεύσεων και επιτραπείσα στους κληρονόμους του κληρούχου ελεύθερη εκποίηση, απώλεσε το χαρακτήρα επικοιστικού γεωργικού κλήρου και ήταν δεκτικό κατάτμησης, δικαιολογούν την εφαρμογή των άρθρων άρθρ. 79 παρ. 2 και 213 του Αγροτικού Κώδικα, 974, 1045, 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
[2] Η διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση, ή ανταίτηση του. Το βάρος απόδειξης φέρει αυτός που προτείνει τους ισχυρισμούς, δηλαδή, ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής του και ο εναγόμενες το βάρος απόδειξης της ανταγωγής, των ενστάσεων κοκ.
Επίσης ορίζει ότι, όταν ο νόμος θεσπίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη, ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη αν δεν ορίζεται διαφορετικά (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 893/2020) Η διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ ορίζει ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση, ή ανταίτηση του.
Το βάρος απόδειξης φέρει αυτός που προτείνει τους ισχυρισμούς, δηλαδή, ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής του και ο εναγόμενες το βάρος απόδειξης της ανταγωγής, των ενστάσεων κοκ. Επίσης, ορίζει ότι, όταν ο νόμος θεσπίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη, ενός πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη αν δεν ορίζεται διαφορετικά.
Κατά το άρθρο 559 αρ.13 και ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με την περί απόδειξης απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με το ν. 2915/2001 της παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί απόδειξης απόφασης, με συνέπεια ο από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, που αφορά στην εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης (άρθρο 338 παρ.1 του ΚΠολΔ) να μην ιδρύεται, όταν δεν έχει εκδοθεί παρεμπίπτουσα (προδικαστική) περί απόδειξης απόφαση, γιατί η κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση (ΑΠ 699/2012).
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας. Επομένως, η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων για τη γέννηση της επίδικης έννομης συνέπειας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 563/2020).
Για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α) ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους απόδειξης, β) ποία η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο το θέμα απόδειξης που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 233/2022, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1454/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ο, από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενο το αναιρεσείον ότι το Εφετείο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης της ένστασης ίδιας κυριότητας επί του επίδικου ως δημόσιου κτήματος, και δη δημόσιου λιβαδιού - βοσκότοπου, που περιήλθε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχου του Οθωμανικού Δημοσίου και των Συνθηκών της Κωνσταντινουπόλεως, και δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει την κυριότητά του, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου υπέρ αυτού, απαιτώντας να αποδείξει αυτό την κυριότητά του επί του επίδικου ακινήτου, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής.
Και, τούτο, διότι, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, κατά τις παραδοχές αυτής το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, και από τη νόμιμη μεταγραφή του με αριθμ. ... παραχωρητηρίου, στο όνομα του απώτατου δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, Η.
Π. του Κ., εξέφυγε της κυριότητας του αναιρεσείοντος, ήτοι, μετά τη μεταγραφή δεν πρόκειται για δημόσια γαία, της οποίας την κυριότητα δεν επικαλέστηκε το Ελληνικό Δημόσιο ότι επανέκτησε, με οιονδήποτε τρόπο, ενώ οι κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, ότι δεν προκύπτει ότι το επίδικο γεωτεμάχιο αποτελεί καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα ούτε εμπίπτει σε δημόσιες εκτάσεις, είναι πλεοναστικές και δεν στηρίζουν το καταληκτικό πόρισμα της αγωγής, κατά το οποίο η αναιρεσίβλητη απέκτησε κυριότητα στο επίδικο γεωτεμάχιο, το οποίο κατά ως άνω εξέφυγε της κυριότητας του αναιρεσείοντος από την, κατά τις παραδοχές, γενόμενη νόμιμη μεταγραφή του παραχωρητηρίου, και, έχοντας απωλέσει το χαρακτήρα του γεωργικού κλήρου, με την άρση των απαγορεύσεων και πριν από την ισχύ του α.ν. 431/1968, ήταν δεκτικό κατάτμησης.
Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός της, στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09-09-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμ. 1120/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ