Legislator Case Law & Legislation
1071/2022 AI generated

Supreme Court annuls appeal judgment on abusive loan clauses and dismisses consumer's claim for breach of contract.

Case Number 1071/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court's decision regarding abusive loan terms while dismissing the consumer's underlying claim. The Court found the lower court erred in interpreting Directive 93/13/EEC by incorrectly applying exchange rate clauses to partial loan disbursements. Consequently, the original first-instance judgment was erased, the consumer's lawsuit was rejected, and costs were shared between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 2 Directive 93/13/EEC; Art. 580 para. 3 C.Pol.D.: The Court annulled a judgment for misapplication of the Directive on abusive clauses and, due to the lack of a further trial stage, dismissed the claim directly without remitting the case.

Keywords

AI generated
abusive contract clauses Directive 93/13/EEC exchange rate clauses partial loan disbursements Supreme Court annulment dismissal of claim costs sharing

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 2 Directive 93/13/EEC
Art. 552 C.Pol.D.
Art. 553 C.Pol.D.
Art. 556 C.Pol.D.
Art. 558 C.Pol.D.
Art. 564 C.Pol.D.
Art. 566 para. 1 C.Pol.D.
Art. 569 C.Pol.D.
Art. 246 C.Pol.D.
Art. 577 no. 3 C.Pol.D.
Art. 580 para. 3 C.Pol.D.
Art. 179 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 495 para. 3 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1071 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1071/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τζανετόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά, που ανακάλεσε την από 9/1/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Κ. του Β., 2) Α. Σ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριάδνη Νούκα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/10/2018 αίτησή της και τους από 24/9/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ. 115/ 2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 24-9-2020 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 569 ΚΠολΔ), οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως και πρέπει να συνεκδικαστούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αναίρεση ( ΑΠ478/1981) και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτών των λόγων (άρθρο 577 αριθμ.3ΚΠολΔ).

Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, που συνάπτονται με καταναλωτές, ορίζει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας.

Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγρ. 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Επιπροσθέτως, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας αναφέρεται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες, που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα ότι, γι' αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου", που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγρ. 2 καλύπτει τους κανόνες, οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως".

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/13/ΕΚ, συμβατικοί όροι, οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με διατάξεις μιας χώρας-μέλους, εξ ορισμού, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα.

Τούτο δε δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις, εξ ορισμού, δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.).

Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι' αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών.

Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας.

Και τούτο διότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/94: "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται".

Άλλωστε, η ένταξη μιας Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία δεν απαιτεί την αυτούσια (κατά λέξη) ενσωμάτωση των άρθρων της Οδηγίας στην εθνική νομοθεσία αλλά με διατάξεις του εθνικού δικαίου να επέρχεται το αυτό αποτέλεσμα που επιδιώκει και η Οδηγία. Θεωρείται, δηλαδή, μια διάταξη Οδηγίας ενσωματωμένη όταν, χωρίς να υπάρχει ρητή απόκλιση, από αυτή, επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα, με την εφαρμογή ανάλογης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, έστω και αν αυτή έχει διαφορετική διατύπωση.

Περαιτέρω, η αρχή της διαφάνειας των συμβατικών όρων, που χωρίς διαπραγμάτευση εντάσσονται στη σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή διακηρύσσεται στην 20η αιτιολογική σκέψη και προκύπτει από τα άρθρα 4 παρ. 2 και 5 εδάφ α' της Οδηγίας 93/13. Στο εσωτερικό δίκαιο η ίδια αρχή περιέχεται στο άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ.

α' και 2 παρ. 7 περ. ε' και ια' ν. 2251/1994. Η αρχή αυτή αποτελεί εκδήλωση του προτύπου πληροφόρησης, που ενισχύει την προσωπική ευθύνη του καταναλωτή για την συμβατική επιλογή του με την παροχή σε αυτόν προστασίας εμφανιζόμενης υπό την μορφή της εξασφάλισης ενός επιπέδου πληροφόρησης, το οποίο θα καθιστά τον ίδιο υπεύθυνο φορέα λήψης αποφάσεων εντός μιας αγοράς όπου λειτουργούν οι κανόνες του ανταγωνισμού.

Το συγκεκριμένο πρότυπο πληροφόρησης κατά τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. έχει ως αποδέκτη το μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Υπό το πρίσμα αυτό εξεταζόμενη η επιβολή συγκεκριμένων συμβατικών όρων μέσω μίας επέμβασης προκαλούμενης από την υπαγωγή της υπόθεσης σε δικαστική διάγνωση αποκλείεται να αποτελεί τον κανόνα, αφού αυτή εμφανίζει επικουρικό χαρακτήρα για την κάλυψη των περιπτώσεων όπου ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί ή λειτουργεί πλημμελώς εξαιτίας της εμφάνισης κάποιου πληροφοριακού ελλείμματος.

Η Οδηγία 93/13, καταλείποντας τη σχετική ευχέρεια επιλογής στον εσωτερικό νομοθέτη, δεν περιέχει ρυθμίσεις που προβλέπουν τον έλεγχο, υπό το πρίσμα της αρχής της διαφάνειας της ένταξης των όρων στη σύμβαση, ενώ οι προαναφερόμενοι κανόνες του ν. 2251/1994 επιβάλλουν να ερευνάται εάν επιτρέπεται η ένταξη του αδιαφανούς όρου στο συμβατικό περιεχόμενο της σχέσης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, καθώς και εάν προκαλείται ακυρότητα της σχετικής ρήτρας λόγω του ασαφούς περιεχομένου της.

Με δεδομένο όμως ότι κατά κανόνα το περιεχόμενο του ελεγχόμενου όρου είναι απλό και κατανοητό για τον καταναλωτή από γραμματική και γλωσσική άποψη, ώστε ο έλεγχος ένταξης κατά το άρθρο 2 παρ. 2 εδάφ. α' Ν. 2251/1994 να μην αποβαίνει αρνητικός αναγκαίως, η έρευνα να επιχειρείται κυρίως σε σχέση με περιεχόμενο, το οποίο επιβάλλεται να διαμορφώνεται, κατά τρόπο ώστε ο καταναλωτής να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη της σύμβασης.

Ειδικότερα, τα μεγέθη που περικλείονται στη βασική σχέση παροχής και τιμήματος δεν υποβάλλονται σε έλεγχο καταχρηστικότητας σύμφωνα με τη 19η αιτιολογική σκέψη και τον κανόνα του άρθρου 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13, καθώς και κατά το άρθρο 2 παρ 6 εδάφ. α' ν. 2251/1994, ερμηνευόμενο με τη μέθοδο της τελολογικής συστολής του κανονιστικού του περιεχομένου.

Όμως, το ίδιο το άρθρο 4 παρ. 2 συμπληρώνοντας τη ρύθμιση του άρθρου 5 εδάφ. α' της Οδηγίας ορίζει ότι: "Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό".

Επιβάλλει, δηλαδή, οι σχετικοί όροι, που ανάγονται στα ουσιώδη μέρη της συμβάσεως (essentialia negotii) να μην αποδίδονται κατά τρόπο ασαφή, ακατανόητο ή παραπλανητικό, ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 561/2014, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 430/2005), σε σχέση με τις οικονομικές επιβαρύνσεις του καταναλωτή με τη χρήση αδιαφανών ρητρών, που συγκαλύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση, προκαλώντας κίνδυνο ο τελευταίος είτε να απόσχει από την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων του είτε να αποδεχθεί αξιώσεις τις οποίες εμφανίζεται να έχει ο προμηθευτής.

Ο αποκλεισμός του ελέγχου καταχρηστικότητας των συμβατικών όρων που περιγράφουν τη σχέση αναλογίας μεταξύ παροχής και τιμήματος προκαλείται εξαιτίας της αδυναμίας αναγωγής της δικαιοδοτικής κρίσης σε κάποιο υφιστάμενο αντικειμενικό πρότυπο επιμέτρησης. Κυρίως, όμως, αποδίδεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των σχετικών ρητρών, αφού μέσω αυτών διαμορφώνεται το κύριο χαρακτηριστικό περιεχόμενο της συμβάσεως, σε σχέση με το οποίο είναι και παραμένει επικεντρωμένο το ενδιαφέρον αυτοπροστασίας του καταναλωτή και εκδηλώνεται επιμέλεια, εκ μέρους του, για τη συγκέντρωση των σχετικών πληροφοριών.

Υπό το πρίσμα και της ως άνω συμπεριφοράς, που είναι αναμενόμενο να εκδηλώνεται από τον καταναλωτή, οι συγκεκριμένοι συμβατικοί όροι υποβάλλονται σε έλεγχο, ώστε να διαγνωστεί εάν είναι σύμφωνοι με την αρχή της διαφάνειας, η οποία αναλύεται ειδικότερα στην αρχή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, στην αρχή του ορισμένου ή οριστού περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας της χρήσεως των όρων, που ταυτίζεται με τον αποκλεισμό απροσδόκητων, αιφνιδιαστικών ή παραπλανητικών ρητρών.

Ως προβλέψιμος χαρακτηρίζεται ο όρος, που είναι όμοιος με αυτούς που συνήθως εμφανίζονται και διαμορφώνουν το αντίστοιχο περιεχόμενο των ιδίου τύπου συμβάσεων, με τις οποίες η επιβαλλόμενη στον καταναλωτή οικονομική επιβάρυνση είναι ορισμένη ή προκύπτει ο αριθμητικός της προσδιορισμός από συγκεκριμένες εκτιθέμενες παραμέτρους, με την εκτέλεση από τον καταναλωτή απλού μαθηματικού υπολογισμού.

Οι όροι που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά είναι αναμενόμενοι για τους καταναλωτές, που επιλέγουν να μετέχουν στον αντίστοιχο συμβατικό τύπο, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο αυτοπροστασίας, μέσω της λειτουργίας του ανταγωνισμού, ώστε να αποκλείεται η δικαιοδοτική επέμβαση και η επιβολή μιας διαφορετικής διαμόρφωσης του συμβατικού περιεχόμενου.

Ήδη σημειώθηκε, ότι κατά τη 13η αιτιολογική σκέψη του Προοιμίου της Οδηγίας 93/13, οι κανόνες ενδοτικού και κατά μείζονα λόγο αναγκαστικού δικαίου των εθνικών δικαίων θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Επίσης, ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 εδάφ. α' και β' της Οδηγίας, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της, οι συμβατικές ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και οι κανόνες, που εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, αν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως (κανόνες ενδοτικού δικαίου).

Η ρύθμιση αυτή αποκλείει τον έλεγχο των χαρακτηριζόμενων ως δηλωτικών όρων, διότι αυτοί αποδίδουν κανόνες οι οποίοι και χωρίς τη σχετική συμβατική παραπομπή σε αυτούς θα ήταν εφαρμοστέοι. Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή".

Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων και, συνακόλουθα, καταχρηστικότητα. Έτσι, ένας τέτοιος όρος, που δεν ελέγχεται για καταχρηστικότητα, δεν ελέγχεται και για το αν αυτός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 2 της ανωτέρω Οδηγίας (93/13), διότι δεν νοείται όρος (ρήτρα), μη καταχρηστικός, ο οποίος απηχεί κανόνα εσωτερικού (αναγκαστικού ή ενδοτικού) δικαίου, που ελλείψει του σχετικού όρου θα εφαρμοζόταν ούτως ή άλλως, να είναι, συνάμα, ασαφής και ακατανόητος, δηλαδή αδιαφανής.

Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος (δηλωτικός), εξ ορισμού, αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Δηλαδή, διαφεύγει κάθε ελέγχου καταχρηστικότητας, άρα και του ελέγχου διαφάνειας, που προβλέπεται από το άρθρο 2 του ν. 2251/1994, (και εξειδικεύεται στην παρ. 7 του ιδίου άρθρου), σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/2013.

Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της ίδιας Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Ειδικότερα, όταν στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος ΓΟΣ, που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι "δηλωτικός", ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου.

Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ως τρέχουσα αξία, σημειωτέον, νοείται εκείνη, που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης, που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος, κατά την ανωτέρω έννοια αυτής, στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής.

Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα ή αδιαφάνεια του σχετικού όρου.

Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρον αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ.

ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 01-01-2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής.

Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 948/2021, ΑΠ 53/2021).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως, καθώς και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 2 και 6 του Ν 2251/1994 και του άρθρου 291 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι οι ΓΟΣ της επίδικης συμβάσεως στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο δεν είναι "δηλωτικοί" και αφού δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε ότι οι όροι αυτοί είναι καταχρηστικοί και εντεύθεν άκυροι.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθμ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν σ' αυτήν τα εξής: "Ότι με σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου η εναγομένη χορήγησε στον πρώτο ενάγοντα δάνειο σε ελβετικά φράγκα, ύψους 195.000, για την αγορά κατοικίας, η αποπληρωμή του οποίου θα γινόταν με χαμηλό επιτόκιο λόγω LIBOR και με την καταβολή χαμηλών δόσεων, για την αποπληρωμή του οποίου εγγυήθηκε η δεύτερη ενάγουσα.

Ότι οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν τους ενημέρωσαν ότι το κόστος δανεισμού θα είναι αόριστο και ότι διακυμαίνεται το κεφάλαιο του δανείου, ενώ δεν εξέτασαν αν οι ίδιοι (ενάγοντες) είχαν τη δυνατότητα να εκτιμήσουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο... Ότι μετά την υπογραφή της επίδικης συμβάσεως επήλθε σταδιακά μεταβολή της ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου, με συνέπεια την αύξηση του ποσού της μηνιαίας δόσεως και του αρχικού κεφαλαίου, με περαιτέρω συνέπεια παρά τις γενόμενες καταβολές, το αρχικό κεφάλαιο να μην έχει ελαττωθεί. ...Ότι με τον όρο 14 παρ.2α της συμβάσεως ορίζεται ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα, με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια και θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων του οφειλέτη κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσεως από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πωλήσεως από την τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσεως και με τον όρο 14 παρ.5 αυτής της συμβάσεως ορίζεται ότι ο οφειλέτης και ο εγγυητής δηλώνουν ότι αναλαμβάνουν συναλλαγματικό κίνδυνο, δηλ.

τυχόν αυξημένη επιβάρυνσή τους σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου λόγω δυσμενούς γι' αυτούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ, ο οποίος (όρος) συνέχεται με τον ως άνω όρο 14 παρ.2α, που θέτει ως συναλλαγματική ρήτρα την τιμή πωλήσεως του ελβετικού φράγκου, αφού στη ρήτρα αυτή εμπεριέχεται σαφώς και αμιγώς ο συναλλαγματικός κίνδυνος.

Ότι οι ως άνω όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, διότι δεν είναι σαφείς και κατανοητοί και παραβιάζουν την αρχή της διαφάνειας των ΓΟΣ, καθόσον αυτοί (ενάγοντες) δεν ενημερώθηκαν από την εναγομένη, ούτε διέθεταν ιδιαίτερες γνώσεις για να κατανοήσουν τον υψηλό κίνδυνο που αναλάμβαναν με τη λήψη ενός τέτοιου δανείου, σε σχέση με την εκπεφρασμένη στο εγχώριο νόμισμα οφειλή τους, σε περίπτωση ανόδου της τρέχουσας αξίας του ξένου νομίσματος αναφοράς, καθώς και τις οικονομικές σε βάρος τους συνέπειες από το γεγονός ότι η σύμβαση δανείου είχε συνομολογηθεί σε συνάλλαγμα, ούτε διατυπώνεται ευκρινώς ο τρόπος λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας και ο μηχανισμός μετατροπής του εγχώριου νομίσματος σε ξένο νόμισμα".

Με βάση αυτό το ιστορικό οι ενάγοντες ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί οι ως άνω όροι της συμβάσεως, ως αντίθετοι στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2, 6, 7 του Ν 2251/1994, β) να αναγνωρισθεί ως μόνη εφαρμοσθείσα ρήτρα για τη μετατροπή των οφειλόμενων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, ανερχόμενη σε 1,6155151, γ) να αναγνωρισθεί ότι το οφειλόμενο στις 13-2-2015 υπόλοιπο της συμβάσεως δανείου ανέρχεται σε 125.566,98 ελβετικά φράγκα και δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να εφαρμόσει για τη μετατροπή του καταβαλλόμενου μέχρι σήμερα ποσού των 66.753,85 ευρώ την ως άνω συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων.

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι προαναφερθέντες όροι της επίδικης συμβάσεως δανείου: ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια και θα εξοφλούνται με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων του οφειλέτη κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προκύπτει από την μετατροπή του ποσού της δόσεως από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πωλήσεως από την Τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσεως και ότι ο οφειλέτης και ο εγγυητής αναλαμβάνουν συναλλαγματικό κίνδυνο, ήτοι τυχόν αυξημένη επιβάρυνσή τους σε ευρώ για την αποπληρωμή του δανείου λόγω δυσμενούς μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ, είναι "δηλωτικοί" και απηχούν το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ και συνεπώς εξαιρούνται από τον δικαστικό έλεγχο της καταχρηστικότητας αυτών, σύμφωνα και με τη ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13, καθώς και του ελέγχου της διαφάνειας αυτών.

Σημειωτέον, ότι ο ως άνω δεύτερος όρος της συμβάσεως υπ'αριθμ. 14 παρ. 5 συνέχεται με τον πρώτο όρο υπ'αριθμ. 14 παρ. 2α που θέτει ως συναλλαγματική ρήτρα την τιμή πωλήσεως του ελβετικού φράγκου, διότι στη ρήτρα αυτή εμπεριέχεται σαφώς ο συναλλαγματικός κίνδυνος. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....

Οι επίμαχοι όροι 14 παρ.2α και 5 της συμβάσεως είναι μεν αντιληπτοί από άποψη γραμματικής διατύπωσης, όμως δεν είναι σαφείς και κατανοητοί, αφού δεν παρείχετο στους ενάγοντες καμμία κρούση για τη βαρύτητα του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλάμβαναν μόνον αυτοί, αφού δεν αποκάλυπταν σ' αυτούς τον ακριβή τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού συναλλαγματικής ισοτιμίας, τις ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του ξένου νομίσματος, καθώς και τη σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και του μηχανισμού που προβλέπουν άλλες ρήτρες σχετικά με την αποδέσμευση του δανείου, ώστε οι ενάγοντες να μπορούν να προβλέψουν βάσει ευδιάκριτων κριτηρίων τη βαρύτητα του συναλλαγματικού-οικονομικού κινδύνου που συνοδεύει την ένδικη δανειακή τους σύμβαση, που έχει μεγάλη χρονική διάρκεια 20 ετών.

Επομένως, οι όροι αυτοί δεν ανταποκρίνονται στην αρχή της διαφάνειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παρ.2,6,7 Ν2251/1994, ενώ, εφόσον δεν διατυπώνονται στους όρους αυτούς με σαφήνεια οι συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν οι ενάγοντες, τόσο σε σχέση με το ύψος των δόσεων, όσο και του ύψους του κεφαλαίου, δεν καθίσταται σαφές στους τελευταίους ότι εκείνοι φέρουν το βάρος τυχόν ανατίμησης ή υποτίμησης του ευρώ σε σχέση με το ελβετικό φράγκο, εφόσον η μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση, αλλά και το συνολικό κεφάλαιο του δανείου εξαρτώνται όχι από μια αλλά από δύο συναλλαγματικές ισοτιμίες και όχι ενός αλλά δύο νομισμάτων, τα οποία συναρτώνται άμεσα με αστάθμητους οικονομικούς παράγοντες, όπως η πορεία της οικονομίας του κράτους έκδοσης του φράγκου, όσο και της οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης κλπ., με συνέπεια να είναι εμφανές ότι ο συναλλαγματικός κίνδυνος είναι σαφώς βαρύτερος για τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις μικροοικονομίας και μακροοικονομίας.

Επιπλέον το γεγονός της αδιαφάνειας των επίμαχων όρων αποτέλεσε την αιτία διαψεύσεως των δικαιολογημένων προσδοκιών των εναγόντων ως προς το ότι αν κατέβαλαν ανελλιπώς τις συμφωνηθείσες δόσεις, το ποσό της οφειλής τους θα μειωνόταν και δεν θα αυξανόταν λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου. ..Οι ενάγοντες αγνοούσαν ότι υπογράφοντας τη δανειακή σύμβαση, ουσιαστικά υπέγραφαν σύμβαση παραγώγων ως προς την επιστροφή του κεφαλαίου που δανείσθηκαν, αφού με τους όρους της σύμβασης δεν επέστρεφαν το κεφάλαιο που πήραν, αλλά ένα διαφορετικό κεφάλαιο, το οποίο θα γινόταν ορισμένο μόνο μετά τη λήξη του δανείου, όπως ακριβώς τα παράγωγα και αυτό γιατί επηρεάζεται από τις συναλλαγματικές διαφορές, με συνέπεια την ανάληψη από τους ίδιους υψηλού κινδύνου από τις διακυμάνσεις ισοτιμίας....

Κατά το χρονικό διάστημα από την καταβολή της πρώτης δόσης (13-6-2008) μέχρι τις 13-2-2015 ο πρώτος ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 66.753,85 ευρώ, από το οποίο ποσό 42.978,88 ευρώ καταλογίστηκε προς αποπληρωμή του κεφαλαίου του δανείου... Ωστόσο, στις 13-2-2015, ημερομηνία τελευταίας καταβολής μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, το άληκτο κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στο ποσό των 135.599,73 ευρώ, ήτοι κατά 15.435,82 ευρώ περισσότερα από το αρχικό κεφάλαιο.

Είναι καταφανές ότι εξανεμίστηκαν όλες οι καταβολές του πρώτου ενάγοντος και το άληκτο κεφάλαιο ήταν μεγαλύτερο από το αρχικό, με αποτέλεσμα να υπάρχει επιβάρυνση κατά 58.414,70 ευρώ σε δανεισθέν ποσό των 120.163,91 ευρώ.... Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι ενάγοντες με την υπογραφή της σύμβασης αναγνώρισαν την διαφάνεια και νομιμότητα των επίμαχων συνομολογηθέντων στη σύμβαση όρων 14 παρ.2α και 5.

Οι όροι αυτοί επειδή δεν ήταν σαφείς και κατανοητοί, δεν έγινε διαπραγμάτευση σχετικά με αυτούς, ούτε πλήρης προσυμβατική ούτε μετασυμβατική ενημέρωση των εναγόντων για τις επιπτώσεις και τις δυσμενείς συνέπειες που θα είχε η λειτουργία τους, ενώ συγχρόνως η λειτουργία των όρων αυτών επέφερε σημαντική διατάραξη στα δικαιώματα των εναγόντων, οι όροι αυτοί κρίνονται καταχρηστικοί και άκυροι λόγω αντίθεσής τους στο άρθρο 2 παρ.2, 6,7 του Ν 2251/1994.

Η ακυρότητα αυτή δεν επιδρά στο κύρος ολόκληρης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, με αποτέλεσμα να καταλείπεται κενό σ'αυτή, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί με το άρθρο 200 ΑΚ και όχι με το άρθρο 291 ΑΚ, διότι οι επίμαχοι όροι δεν είναι δηλωτικοί υπό την έννοια ότι επαναλαμβάνουν στην ουσία διάταξη ενδοτικού δικαίου, τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ.

Ειδικότερα δεν προέκυψε ότι οι επίμαχοι όροι επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, καθόσον δεν συνταυτίζονται γραμματικά με αυτό, δεν γίνεται αναφορά στη σύμβαση ότι είναι όροι δηλωτικοί της ως άνω διάταξης, καθόσον αυτή προϋποθέτει συνομολογημένη οφειλή σταθερή, δηλ. προκαθορισμένο ύψος δόσεων, στο πλαίσιο μιας διαρκούς σύμβασης, ενώ η επίδικη συμβατική οφειλή συναρτάται και με το ύψος του εκάστοτε επιτοκίου του ελβετικού νομίσματος και δεν ρυθμίζουν τον τρόπο αποπληρωμής της οφειλής σε συνάλλαγμα, αλλά αφορούν κατ' αρχήν οφειλή σε ημεδαπό νόμισμα, στην οποία το ελβετικό φράγκο χρησιμοποιείται ως νόμισμα υπολογισμού.

Το επίδικο δάνειο εκταμιεύθηκε μεν σε ελβετικό φράγκο, πλην όμως μετά την εκταμίευση μετατράπηκε σε ευρώ από την εναγομένη, με βάση την μεταξύ των δύο νομισμάτων ισοτιμία κατά την ημέρα εκταμίευσής του.... Με τους επίμαχους ΓΟΣ αλλοιώθηκε ο σκοπός και η λειτουργία της δανειακής σύμβασης, εφόσον αυτοί δεν επιτελούν καθαρά δανειακούς σκοπούς, αλλά εμπεριέχουν και επενδυτικής φύσεως αποτελέσματα και οικονομικές συνέπειες, οι δε ενάγοντες συμμετέχουν εμμέσως πλην σαφώς στην επενδυτική αγορά συναλλάγματος....

Το κενό που προκαλείται στη σύμβαση πρέπει να πληρωθεί με συμπληρωματική ερμηνεία κατ'άρθρο 200 ΑΚ, ώστε οι ενάγοντες να πραγματοποιούν τις μηνιαίες καταβολές τους προς εξόφληση του δανείου σε ευρώ, με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ότι στην ένδικη σύμβαση δανείου οι επίμαχοι ΓΟΣ δεν είναι "δηλωτικοί", δηλαδή δεν απηχούν περιεχόμενο διατάξεως του εθνικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 291 ΑΚ, προέβη σε έλεγχο καταχρηστικότητας των παραπάνω όρων.

Στη συνέχεια δε, αφού έκρινε τους όρους αυτούς άκυρους ως καταχρηστικούς, προβαίνοντας σε πλήρωση του δημιουργηθέντος στην ένδικη σύμβαση κενού με την εφαρμογή του άρθρου 200 ΑΚ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσίαν, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή, τη στηριζόμενη στις διατάξεις του Ν 2251/1994 και αναγνώρισε την ακυρότητα των όρων 14 παρ. 2 και 14 παρ. 5 της επίδικης συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου, ως καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών, με συνέπεια οι καταβολές που πραγματοποιούν οι ενάγοντες σε ευρώ προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από την επίδικη σύμβαση δανείου να πρέπει να υπολογίζονται από την εναγομένη σε ελβετικά φράγκα, με βάση την μεταξύ των δύο νομισμάτων συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την εκάστοτε ημέρα μερικότερων εκταμιεύσεων του δανείου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, είναι βάσιμοι οι τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων και των πρόσθετων, καθόσον η εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί την καταλαμβάνει στο σύνολό της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ42/2005,ΑΠ895/2019,ΑΠ 352/2018).

Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι η αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως. Γι' αυτό παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης επιβάλλεται να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ.1/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που έκρινε νόμιμη την αγωγή και να απορριφθεί η από 14-2-2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Τέλος τα δικαστικά έξοδα για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 115/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.

Εξαφανίζει την υπ' αριθμ.1/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Απορρίπτει την από 14-2-2015 αγωγή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα, τόσο για την αναιρετική δίκη, όσο και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ