1071/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Legislator headnote
AI generated1071/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Full text
Απόφαση 1071 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1071/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. του Γ., 2) … και 42) Α. Σ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Μαυραγάνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης" (Ο.Τ.Ε.Κ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αναστασία Ζαφειριάδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων πέντε ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6762/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 21615/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2014 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 836/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης επί της υπό κρίση αίτησης μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 8-1-2016 κλήση των αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 20-11-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε: α) την αναβολή έκδοσης απόφασης επί της υπό κρίση αίτησης εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 2233/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου και β) επικουρικά την παραδοχή του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι'?αυτών χορηγούμενης εξουσιοδοτήσεως προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξεως, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ' αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξεως και για το χρόνο εκδόσεως αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοικήσεως.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξεως εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοικήσεως να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξ άλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α') και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.
β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ'?απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επεκτάσεως των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ'?εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρυθμίσεως (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για την επέκταση της χορηγήσεως της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.Σ.τ.Ε. 95/2013).
Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοικήσεως και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοικήσεως, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') ως ειδική παροχή...
διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορηγήσεως οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αυξήσεως του κινήτρου αποδόσεως.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ.Α.Π.16 και 17/2015).
2. Περαιτέρω από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 22 παρ. 1 αυτού προκύπτει ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας επί των αμοιβών είναι η παροχή εργασίας ίσης αξίας. Για την κατάφαση της προϋποθέσεως αυτής δεν αρκεί μόνο η εργασία του συγκρινόμενου υπαλλήλου ή μισθωτού να είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία εκείνου που ευνοήθηκε αλλά απαιτείται να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (Ολ.
Α.Π. 13/2003). Εξ άλλου με το άρθρο 15 ν. 3016/2002 που φέρει τον τίτλο "Επιδόματα Ε.Ο.Τ." ορίσθηκαν τα εξής: "Στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Ε.Ο.Τ. χορηγείται από 1-1-2002 ειδικό μηνιαίο επίδομα λόγω των ειδικών συνθηκών που επιβάλλει η αναγκαιότητα για επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων, καταβαλλόμενο κατά βαθμό ή κατηγορία ως εξής:
Γενικός Διευθυντής: 235 ευρώ, Διευθυντής: 220 ευρώ, Προϊστάμενος Τμήματος: 205 ευρώ, ΠΕ κατηγορία: 176 ευρώ, ΤΕ κατηγορία: 161 ευρώ, ΔΕ κατηγορία: 147 ευρώ, ΥΕ κατηγορία: 132 ευρώ". Στη συνέχεια με το άρθρο 8 παρ. 7 ν. 3270/2004 επεκτάθηκε η χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος στο σύνολο του προσωπικού του Υπουργείου Τουριστικής Ανάπτυξης ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας με την οποία συνδεόταν με αυτό (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου).
Ειδικότερα με την προαναφερθείσα διάταξη ορίστηκαν τα εξής: "Το ειδικό επίδομα του άρθρου 15 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') καταβάλλεται σε βάρος των εσόδων που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των μικτών κερδών των Καζίνο Κέρκυρας και Πάρνηθας και προβλέπονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994 (ΦΕΚ 62 Α'), στο μόνιμο, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και έμμισθης εντολής προσωπικό, στο αποσπασμένο πάσης κατηγορίας και στο μετακλητό προσωπικό, που υπηρετεί στο Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης, ανεξάρτητα από το φορέα που μισθοδοτείται, αναδρομικά από την έκδοση του π.δ. 122/2004 (ΦΕΚ 85 Α').
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Τουριστικής Ανάπτυξης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αναπροσαρμόζεται το επίδομα αυτό και να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια...". Περαιτέρω με το άρθρο 43 ν. 3498/2006 το ανωτέρω επίδομα χορηγήθηκε στους υπαλλήλους του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Τ.Ε.Κ.)", του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Ειδικότερα στο άρθρο αυτό ορίστηκαν τα εξής: "Το ειδικό επίδομα του άρθρου 15 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') καταβάλλεται στο μόνιμο και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του Ο.Τ.Ε.Κ, καθώς και στους υπηρετούντες στον Ο.Τ.Ε.Κ. με έμμισθη εντολή". Το ανωτέρω επίδομα αναπροσαρμόσθηκε με την 2/32315/0022/13-6-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Τουριστικής Ανάπτυξης, με την οποία ορίστηκε ότι: "1.
Αναπροσαρμόζουμε το ειδικό επίδομα που έχει χορηγηθεί στους υπαλλήλους του Ο.Τ.Ε.Κ., σύμφωνα με την παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 3270/2004, ως εξής: Γενικός Διευθυντής 435 ευρώ, Διευθυντής 420 ευρώ, Προϊστάμενος Τμήματος 405 ευρώ, Π.Ε. Κατηγορία 380 ευρώ, Τ.Ε. Κατηγορία 365 ευρώ, Δ.Ε. Κατηγορία 350 ευρώ, Υ.Ε. Κατηγορία 335 ευρώ. 2.
Το απαιτούμενο ποσό για τη χορήγηση του ως άνω επιδόματος θα βαρύνει τα έσοδα που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των μικτών κερδών των Καζίνων Κέρκυρας και Πάρνηθας (παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994)". Από τα πιο πάνω προκύπτει, κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο, ότι η χορήγηση του προαναφερθέντος επιδόματος στο μόνιμο και στο διοικητικό προσωπικό του εναγομένου που απασχολούνταν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και στους υπηρετούντες στο εναγόμενο με έμμισθη εντολή, όχι δε και στο προσωπικό του εναγομένου που απασχολούνταν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού κατά τα προεκτεθέντα για την εφαρμογή της ισότητας της αµοιβής δεν αρκεί η παροχή εργασίας ποιοτικώς και ποσοτικώς ίσης προς εκείνη αυτών που ευνοήθηκαν µε την παροχή αλλά απαιτείται η εργασία να παρέχεται υπό τις ίδιες συνθήκες και υπό το ίδιο νοµικό καθεστώς.
3. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 14-12-2010 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν εγγράφως κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες μεταξύ αυτών και του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης" (Ο.Τ.Ε.Κ.), του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, προσελήφθησαν και απασχολούνταν έκτοτε από αυτό με τις αναφερόμενες ειδικότητες ο καθένας.
Ότι παρείχαν τις ίδιες υπηρεσίες, είχαν τα ίδια καθήκοντα και εργάζονταν υπό τις ίδιες συνθήκες με τους λοιπούς υπαλλήλους του εναγομένου, οι οποίοι απασχολούνταν από αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας δημοσίου δικαίου ή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι παρότι υπάγονταν μισθολογικά στο ενιαίο πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως ρητά ορίσθηκε στις συμβάσεις εργασίας τους, το εναγόμενο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν τους κατέβαλε:
α) την ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002 ποσού 176 ευρώ και από 1-1-2010 ποσού 142,49 ευρώ και β) την ειδική παροχή των άρθρων 15 ν. 3016/2002 και 43 ν. 3498/2006, οι οποίες χορηγήθηκαν η μεν πρώτη σε ευρείες κατηγορίες υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, η δε δεύτερη στους μονίμους και στους απασχολούμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του εναγομένου.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει για τις πιο πάνω αιτίες τα αναφερόμενα ποσά, κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δίκασε ερήμην του εναγομένου, δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, μερικώς μεν ως προς τις δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, εικοστή, εικοστή τρίτη, τεσσαρακοστή πρώτη και τεσσαρακοστή δεύτερη ενάγουσες, στο σύνολό της δε ως προς τους λοιπούς ενάγοντες.
Μετά από έφεση του εναγομένου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση σύμφωνα με το άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ., εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή κατά τη μεταβιβασθείσα σ' αυτό κύρια βάση της (η επικουρική βάση είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη χωρίς να ασκηθεί έφεση από τους ενάγοντες), την απέρριψε και κατά τη βάση της αυτή (κύρια) ως μη νόμιμη.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 και 15 ν. 3016/2002, 43 ν. 3498/2006, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο διότι με το προαναφερθέν περιεχόμενο η αγωγή ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα κατά την ερευνηθείσα κύρια βάση της και ειδικότερα:
α) Όσον αφορά την αιτούμενη ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002 διότι αυτή κατά τα προεκτεθέντα δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορηγήσεως της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοικήσεως να επεκτείνει τη χορήγηση της ανωτέρω παροχής στους ενάγοντες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
β) Όσον αφορά την αιτούμενη ειδική παροχή των άρθρων 15 ν. 3016/2002 και 43 ν. 3498/2006 διότι, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, για την εφαρμογή της ισότητας της αµοιβής δεν αρκεί η παροχή εργασίας ποιοτικώς και ποσοτικώς ίσης προς εκείνη αυτών που ευνοήθηκαν µε την παροχή αλλά απαιτείται η εργασία να παρέχεται υπό τις ίδιες συνθήκες και υπό το ίδιο νοµικό καθεστώς, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην προκειµένη περίπτωση, αφού με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή η επίδικη εφάπαξ παροχή χορηγήθηκε στο μόνιμο και στο διοικητικό προσωπικό του εναγομένου που απασχολούνταν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και στους υπηρετούντες στο εναγόμενο με έμμισθη εντολή, ενώ οι ενάγοντες αποτελούσαν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων του εναγομένου συνδεόμενοι με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.
Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
4. Ένα μέλος του δικαστηρίου, η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου, είχε την γνώμη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή για το επίδομα του άρθρου 15 του ν. 3016/2002, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 15 του ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003, 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 13 ν. 2738/1999 διότι κατά τα εκτεθέντα στην περιλαμβανόμενη στον αριθμό 2 μείζονα σκέψη και με βάση τις διατάξεις αυτές, το επίδικο επίδομα αυτό καταβάλλεται σε βάρος των εσόδων που εισπράττονται από το Δημόσιο επί των μικτών κερδών του Καζίνο Κέρκυρας και Πάρνηθας και προβλέπονται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994, στο μόνιμο, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και έμμισθης εντολής προσωπικό, στο αποσπασμένο πάσης κατηγορίας και στο μετακλητό προσωπικό, που υπηρετεί στο Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης, ανεξάρτητα από το φορέα που μισθοδοτείται, στο μόνιμο και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικό προσωπικό του Ο.Τ.Ε.Κ., καθώς και στους υπηρετούντες στον Ο.Τ.Ε.Κ. με έμμισθη εντολή.
Συνεπώς δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, η εξαίρεση των με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου υπαλλήλων του εναγόμενου-αναιρεσιβλήτου, όπως οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες, από τη λήψη του επίδικου επιδόματος, δεδομένου ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αυτοί ασκούν τα ίδια καθήκοντα με το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό. και συντελούν στην επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού, για την επίσπευση και υλοποίηση των τουριστικών επενδύσεων που είναι και ο δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο χορηγείται το επίδομα τούτο. Επομένως ήταν βάσιμος ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια. 5. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να συμψηφισθεί δε στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2014 αίτηση για αναίρεση της 21615/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ