Legislator Case Law & Legislation
1071/2017 AI generated

1071/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1071/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2012 του Εφετείου Ευβοίας.

Legislator headnote

AI generated

1071/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη από 27-3-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 49/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ευβοίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Keywords

AI generated
surplus-sharing minimum maintenance calculation allocation of debt payments bank charges instalment payment agreement loans and subsidies accord and satisfaction
AI generated
1906/2025
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ.
1772/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1711/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
895/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
2057/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1071 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1071/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζύγου Η. Ζ., το γένος Θ. Ζ., 2) Η. Ζ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ιατρού και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/7/2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2012 του Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/3/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 29/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 27/3/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 49/2012 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας, κατά σκέλη του, που αφορούν τις αιτιάσεις από τους αριθ. (1,19) και (20) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27-3-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 49/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ευβοίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την έποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Περαιτέρω, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου. Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης, μέχρι το κλείσιμο της.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 4-11-1999 αίτησης της αναιρεσίβλητης κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ...1999 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, επί ανακοπής κατά της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι με αυτήν η αιτούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε συνοπτικά τα εξής: α) με τις υπ’ αριθ. .../29-7-1982, .../...-10-1989, .../...11-1989, .../...-11-1994, .../...-11-1994, .../...-10-1995, .../...-11-1995, .../...-111995 συμβάσεις πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό χορήγησε στην πρώτη καθής (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) πίστωση μέχρι το ποσό των 230.000.000 δραχμών, με τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους και συμφωνίες.

β) Ο δεύτερος καθού (και ήδη δεύτερος αναιρεσείων) εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης απεριορίστως και εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτη την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης της από τις χορηγηθείσες πιστώσεις. γ) Οι ανωτέρω συμβάσεις εξυπηρετήθηκαν από τους υπ’ αριθ. ... λογαριασμούς, τους οποίους αυτή έκλεισε με καταγγελία στις 27-2-1998, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση, οπότε εμφάνιζαν σε βάρος της πρώτης καθής χρεωστικά υπόλοιπα 70.104.916 και 40.874.970 δραχμών αντιστοίχως, τα οποία μετέφερε στους υπ’ αριθ. ...

λογαριασμούς καθυστέρησης ομοίως αντιστοίχως και γνωστοποίησε στους καθών με την από 27-2-1998 επιστολή της, που επιδόθηκε σ’ αυτούς με δικαστικό επιμελητή στις 5-3-1998, προσκαλώντας τους ταυτοχρόνως να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 113.791.291 δραχμών, περιλαμβανομένου στο ποσό αυτό και ποσού 2.811.405 δραχμών, προερχομένου από άλλο λογαριασμό (ήδη εξωφληθέντος).

δ) Τα κατάλοιπα των άνω λογαριασμών διαμορφώθηκαν σε χρεωστικό υπόλοιπο 9.675.700 δραχμών ο πρώτος και 48.257.411 δραχμών ο δεύτερος, σύμφωνα με τις χρεώσεις και πιστώσεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια λειτουργίας τους, με βάση τα ενσωματωμένα στην αίτηση αποσπάσματα της κίνησης τους από την έναρξή τους και μέχρι το κλείσιμο αυτών, αλλά και μετά μέχρι την 30-9-1999.

ε) Στην αίτηση επισυνάπτονται επικυρωμένα αντίγραφα της σύμβασης παροχής πίστωσης και των πρόσθετων αυτής πράξεων, των συμβάσεων εγγύησης, της καταγγελίας της σύμβασης, των εκθέσεων επίδοσης της καταγγελίας, και αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης από τα οποία προκύπτει η κίνηση των λογαριασμών και τα οποία κατά τη συμφωνία των διαδίκων αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησής της.

Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι καθών να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 57.933.111 δραχμών με το ανώτατο, κάθε φορά, επιτρεπόμενο επιτόκιο για τις οφειλές προς τράπεζες που βρίσκονται σε καθυστέρηση από 1-10-1999 και με εξάμηνο ανατοκισμό μέχρι την εξόφληση, πλέον 3% ΕΦΤΕ επί των τόκων. Με αυτό το περιεχόμενο η αίτηση ήταν ορισμένη, αφού περιείχε όλα τα αναφερόμενα στην αρχή αυτής της σκέψης στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα αυτής, ήτοι την επίκληση της σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των πρόσθετων αυτής πράξεων, των συμβάσεων εγγύησης, την τήρηση του ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, την κίνησή του, το κλείσιμό του με καταγγελία και το κατάλοιπό του, όπως τα τελευταία στοιχεία προέκυπταν από τα ενσωματωμένα σ’ αυτή αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας, τα οποία αποτελούσαν, κατά συμβατικό όρο, αποδεικτικό μέσο.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής ήταν αόριστη, διότι α) δεν περιείχε αναλυτική μνεία των στοιχειωδών ουσιαστικών όρων των συμβάσεων πιστώσεων, που ήταν απαραίτητα κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση της, β) δεν γίνεται παράθεση των κονδυλίων των χρεοπιστώσεων των τηρηθέντων λογαριασμών από την αρχική χορήγηση, γ) δεν γίνεται επίκληση τυχόν σχετικής δικονομικής συμφωνίας των μερών ότι θα παρέχουν πλήρη απόδειξη με δύναμη ιδιωτικού εγγράφου περί του καταλοίπου τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης δ) δεν γίνεται επίκληση, ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, πως ο τόκος και η προμήθεια λογίζονται και είναι πληρωτέοι την 31-3, 30-6, 30-9 και 31-12 κάθε χρόνου και ε) δεν γίνεται επίκληση του τυχόν δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να κλείσει οριστικά για οποιοδήποτε λόγο και οποιοδήποτε χρόνο την πίστωση και να μεταφέρει το κατάλοιπο του λογαριασμού σε καθυστέρηση, καθώς και ότι αυτό καθίσταται αμέσως απαιτητό.

Ειδικότερα έκρινε, ότι η αίτηση ήταν ορισμένη, " διότι η από 4-11-1999 αίτηση της αναιρεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία που εξατομικεύουν την απαίτηση ως προς το αντικείμενο, το είδος και τον τόπο γέννησής της, καθόσον περιέχει τους ουσιαστικούς όρους των συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των εγγυητικών συμβάσεων, καθώς και τη συμφωνία για το ότι η απαίτηση της πιστώτριας τράπεζας θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των βιβλίων της και επιπλέον επισυνάπτονται στην αίτηση οι λογαριασμοί που τηρήθηκαν με την κίνηση των χρεωπιστώσεων".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεν ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της σχετικής αίτησης, (τα αναγκαία στοιχεία της οποίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή αναφερόμενη νομική σκέψη, δεν ταυτίζονται με αυτά της αντίστοιχης αγωγής) δεν υπέπεσε στην υπ’ αριθ. 14 από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως κατά την αληθή νοηματική του έννοια με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν οι αναιρεσείοντες και, επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά την παραπάνω παραδοχή, σύμφωνα με την οποία η αίτηση περιείχε όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και συγκεκριμένα ότι:

α) η χορήγηση των βιοτεχνικών δανείων διεπόταν από τους όρους της υπ’ αριθ. .../1982 σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, β) τα δάνεια είχαν διάρκεια 12 μηνών και συμφωνήθηκε να εξοφληθούν σε ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις, γ) οι εκτοκισμοί των βιοτεχνικών δανείων μέσω του αλληλόχρεου λογαριασμού έγιναν με επιτόκια που ίσχυαν για δάνεια από τα ειδικά κεφάλαια της υπ’ αριθ. 197/1978 ΑΝΕ, δ) τα δάνεια αυτά ήταν εγγυημένα από το Δημόσιο και ότι η προμήθεια προς αυτό, που καταβαλλόταν μέσω της αναιρεσίβλητης, συμφωνήθηκε εγγράφως σε ποσοστό 1%, ε) συμφωνήθηκε εγγράφως η είσπραξη προμήθειας 1% επί του εκάστοτε υπολοίπου των βιοτεχνικών δανείων και επί των τόκων υπέρ της αναιρεσίβλητης και στ) με την από 19-12-1996 πρόσθετη πράξη συμφωνήθηκε τρίμηνος ανατοκισμός και επιτόκιο υπερημερίας 2,5% ανώτερο του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου της ενήμερης χρηματοδότησης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι στην αίτηση, όπως έχει προαναφερθεί, δεν απαιτείτο η έκθεση του συνόλου των γενεσιουργών λόγων της απαίτησης περιστατικών, αλλά μόνον εκείνων που εξατομικεύουν την απαίτηση από έποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης και στην προκείμενη περίπτωση αναφερόταν ότι είχαν καταρτισθεί μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης συμβάσεις πίστωσης, που εξυπηρετήθηκαν με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, συνδυασμός, ο οποίος δεν αποκλείεται, οποιαδήποτε και εάν είναι η μορφή της τραπεζικής πίστωσης ή χορήγησης και συνεπώς και βιοτεχνικού δανείου με αποτέλεσμα η λήψη υπόψη των παραπάνω πραγμάτων από το Εφετείο να μην οδηγεί σε μεταβολή της βάσης της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 11α και β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο για την απόδειξη των παραπάνω έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία δεν είχαν προσκομισθεί με την αίτηση και ειδικότερα: α) την από 9-9-2008 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσίβλητης, λογιστή, Ι.

Β., β) την από 30-12-1996 αίτηση χορήγησης βιοτεχνικού δανείου για το ποσό των 35.000.000 δραχμών μετά της υπ’ ... πράξης εξειδίκευσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για το δάνειο αυτό και γ) επιστολές τους από τις οποίες δέχτηκε, ότι προέκυπτε ότι συνομολόγησαν προμήθειες υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσίβλητη, όπως έχει προαναφερθεί, προσκόμισε με την αίτηση τα έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε η απαίτηση από έποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης, καθώς και το ποσό αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητας, εσφαλμένα δέχτηκε, ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν, ότι το Εφετείο Ευβοίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ότι ήταν καθύλην αρμόδιο για την εκδίκαση της έφεσης κατά της υπ’ αριθ. 211/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, παρόλον, ότι αυτή είχε κατατεθεί και προσδιορισθεί να δικασθεί ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) πριν από την έναρξη λειτουργίας του Εφετείου Ευβοίας στις 16-9-2010. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι δεν πρόκειται περί της καθύλην αναρμοδιότητας, που προβλέπει ο αριθ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (σχ και ΑΠ 56/2008).

Το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ένστασης, λόγου ανακοπής κλπ, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση τους, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.

Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην περίπτωση, όμως, που έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα διαλαμβανόμενα σ’ αυτό, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης αντιστοίχως (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1096/2008).

Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 623 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρ. 626 παρ. 3 ίδιου Κώδικα, όπως ομοίως ίσχυε, στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία, ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, εφόσον δεν επηρεάζει το βάρος απόδειξης, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού, οπότε με την απόδειξη της ακρίβειας αυτών και του προκύπτοντος από τη σύγκριση αυτών καταλοίπου υποχρεούται η πιστώτρια (ΑΠ 35/2011, 370/2012).

Ο πιστούχος, ωστόσο, έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, αυτός φέρει το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης. (ΑΠ 916/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον πέμπτο και έβδομο λόγους της ανακοπής τους κατά της υπ’ αριθ. ...1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, με την οποία επιδικάστηκε σε βάρος τους υπέρ της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης το ποσό των 57.933.111 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων, προέβαλαν, ότι αυτή απαίτησε το παραπάνω ποσό αυθαίρετα και παράνομα, διότι υπολόγισε τους εκάστοτε τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις για τα βιοτεχνικά δάνεια που έλαβε η πρώτη για την επιχείρηση οινοποιίας, που διατηρεί και την εξόφλησή τους εγγυήθηκε ο δεύτερος, όχι βάσει των όρων και προϋποθέσεων της ΑΝΕ 197/1978, που περιέχουν ευνοϊκότερους όρους, σύμφωνα με τους οποίους α) τα δάνεια αυτά επιβαρύνονται με επιτόκια ίσα με εκείνα των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, που καθορίζονται με την ΠΔ/ΤΕ 1990/1991 και β) δεν επιβαρύνονται με πρόσθετες προμήθειες, ούτε για την τράπεζα, ούτε για το δημόσιο, αλλά ως να επρόκειτο περί συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού, καθόσον προέβη στην εξυπηρέτησή τους με αύξηση στις ήδη μεταξύ τους υπάρχουσες συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς όμως να τηρήσει τους άνω ευνοϊκότερους όρους, με αποτέλεσμα να υπερδιογκωθεί το οφειλόμενο ποσό, ενόψει ότι εφάρμοσε συστηματικά υψηλότερα επιτόκια από αυτά που ίσχυαν για τα βιοτεχνικά δάνεια, ενοποίησε τους λογαριασμούς ληξιπροθέσμων και ενήμερων οφειλών, τους οποίους επιβάρυνε με προμήθεια 1% υπέρ της ίδιας και 1% υπέρ του Δημοσίου, εμφάνισε τόκους ενήμερων και καθυστερουμένων οφειλών επί του ιδίου διαδοχικού υπολοίπου και προέβη σε ανατοκισμό τόκων κατά παράβαση του ν. 2601/1998, ενώ, κατά τους αναφερόμενους στην ανακοπή αναλυτικούς υπολογισμούς τους με βάση τους λογαριασμούς, που η αναιρεσίβλητη προσκόμισε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και τους ισχύοντες ευνοϊκότερους όρους επί βιοτεχνικών δανείων έπρεπε η οφειλή τους να προσδιοριστεί στο ποσό των 32.228.741 δραχμών και ζήτησαν να ακυρωθεί (κατά το επιπλέον ποσό) η διαταγή πληρωμής.

Ειδικότερα, στην ανακοπή τους γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά των συμβάσεων των βιοτεχνικών δανείων, που καταρτίστηκαν με την αναιρεσίβλητη, των χρηματικών ποσών που χορηγήθηκαν δυνάμει των συμβάσεων αυτών, των όρων και προϋποθέσεων βάσει των οποίων χορηγήθηκαν τα δάνεια αυτά, ο χρόνος εκταμίευσης του κάθε δανείου, καθώς και εκτενής προσδιορισμός του ποσού που η αναιρεσίβλητη έπρεπε να εισπράξει, αντί του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής, καθόσον επισυνάπτονται αναλυτικοί πίνακες στους οποίους λεπτομερώς αναφέρεται η ημερομηνία λογιστικής εγγραφής του κάθε δανείου, η τοκοφόρος ημερομηνία του κάθε ποσού, οι χρεώσεις (έξοδα, προμήθεια, κλπ), οι πιστώσεις, όπου καταχωρούνται τα ποσά που κατέβαλε η πρώτη, τα υπόλοιπα, όπως διαμορφώνονταν με τις χρεοπιστώσεις που καταχωρούνταν, τα επιμέρους ποσά που εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη να εισπράξει από τόκους επί των οφειλομένων εκάστοτε ποσών, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της ΑΝΕ 197/1978, καθώς και οι τοκάριθμοι και το ποσοστό των επενδυτικών επιτοκίων που ίσχυαν για τα βιοτεχνικά δάνεια κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι " ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων, κατά τον οποίο η καθής η ανακοπή-εκκαλούσα δεν τήρησε τους όρους που ίσχυαν για τα βιοτεχνικά δάνεια και ήταν ευμενέστεροι γι’ αυτούς, αλλά εφάρμοσε υψηλότερα επιτόκια είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται ειδικά οι όροι και τα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν" και απέρριψε τον προαναφερόμενο πέμπτο λόγο ανακοπής κατά το μέρος αυτό, ως αόριστο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το σχετικό του σκέλος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις, κατά την αληθή νοηματική του έννοια από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονούμενοι, διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα αυτά που απαιτούσε η υπ’ αριθ. 1990/1991 ΠΔ/ΤΕ και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός.

Και τούτο διότι στην ανακοπή, αφενός προσδιορίζονταν οι ευμενέστεροι όροι των βιοτεχνικών δανείων και αφετέρου δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός των επιτοκίων που εφαρμόσθηκαν από την αναιρεσίβλητη, για τον υπολογισμό του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού των 57.933.111 δραχμών, αφού στους αναφερόμενους λογαριασμούς, που η αναιρεσίβλητη προσκόμισε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, περιέχονται τα ποσά των τόκων, που, κατά τους υπολογισμούς της, όφειλαν να καταβάλλουν οι αναιρεσείοντες και τα οποία επιδικάστηκαν με τη διαταγή πληρωμής.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου. είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : " Με βάση την από 29-7- 1982 και με αριθμό ...

σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας-εφεσίβλητης, η οποία διατηρούσε επιχείρηση οινοποιείου, και των νομίμων εκπροσώπων της καθής η ανακοπή-εκκαλούσας, χορηγήθηκε στην πρώτη πίστωση μέχρι το ποσό των 4.200.000 δρχ., για την παρακολούθηση της οποίας ανοίχθηκε ο με αρ. ...

λογαριασμός. Στη συνέχεια, με βάση τις από 20-10-1989, 6- 11-1989, 4-11-1994, 21-11-1994, 26-10-1995, 17-11-1995 και 27-11-1995 και με αριθμούς .../1, .../2, .../3, .../4, .../5, .../6 και .../7 συμβάσεις αύξησης της αρχικής πίστωσης, η τελευταία αυξήθηκε κατά τα ποσά των 17.800.000 δρχ., 3.000.000 δρχ., 10.000.000 δρχ., 10.000.000 δρχ., 25.000.000 δρχ., 30.000.000 δρχ. και 130.000.000 δρχ. αντίστοιχα, ανερχομένης της πίστωσης στο συνολικό ποσό των 230.000.000 δρχ.

Για την παρακολούθηση της πίστωσης τηρήθηκαν οι παρακάτω λογαριασμοί: 1)ο με αρ. ... περιόδου 11-12-89 μέχρι 13-4-95 (χορήγηση 22.550.000 δρχ.), 2)ο με αρ. ... περιόδου από 7-11-95 μέχρι 27-2-98 (χορήγηση ποσού 45.000.000 δρχ.), 3)ο με αρ. ... περιόδου από 27-2-89 μέχρι 4-2-98 (χορήγηση ποσού 75.000.000 δρχ.), 4)ο με αρ. ... περιόδου από 19- 12-96 μέχρι 27-2-98 (χορήγηση ποσού 60.000.000 δρχ.), 5)ο με αρ. ...

περιόδου από 31-12-96 μέχρι 27-2-98 (χορήγηση ποσού 35.000.000 δρχ.). Από τους παραπάνω έξι συνολικά λογαριασμούς, οι δύο πρώτοι (δηλαδή οι με αρ. ... και ...) έκλεισαν οριστικά με μηδενικό υπόλοιπο και έτσι δεν συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του επίδικου ποσού, για το οποίο εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Η πρώτη ανακόπτουσα, την 7-11-1995 και την 28-11-1995 έλαβε δύο βιοτεχνικά δάνεια ποσού 45.000.000 δρχ.

και 75.000.000 δρχ. αντίστοιχα, τα οποία χορηγήθηκαν μέσω του τηρούμενου αλληλόχρεου λογαριασμού και οι χρεοπιστώσεις τηρήθηκαν μέσω των με αριθμούς ... και ... λογαριασμών. Περαιτέρω, η ίδια, την 19-12-1996 και 31-12-1996, έλαβε δύο ακόμη βιοτεχνικά δάνεια ποσού 60.000.000 δρχ. και 35.000.000 δρχ., αντίστοιχα, τα οποία εξυπηρετήθηκαν από τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και οι χρεοπιστώσεις αυτών τηρήθηκαν μέσω των με αριθμούς ...

λογαριασμών που ανοίχθηκαν. Συνολικά στην πρώτη ανακόπτουσα χορηγήθηκε ποσό 215.000.000 δρχ. Περαιτέρω, την 27-2-1998, λόγω μη κανονικής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκ μέρους της πιστούχου, η εκκαλούσα, ασκώντας νόμιμο και συμβατικό δικαίωμα, προέβη σε καταγγελία της σύμβασης και σε οριστικό κλείσιμο των παραπάνω τεσσάρων λογαριασμών, μεταφέροντας τα χρεωστικά υπόλοιπά τους σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης.

Ειδικότερα α) στον με αριθμό ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης μεταφέρθηκαν τα κατάλοιπα των δανειοδοτικών λογαριασμών με αριθμούς ... και ... από δρχ. 290.013 και 2.521.392 δρχ. αντίστοιχα, β) στον με αριθμό ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του λογαριασμού με αρ. ... από 70.104.916 δρχ.

και γ) στον με αριθμό ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης μεταφέρθηκε το κατάλοιπο του με αρ. ... λογαριασμού από 40.874.970 δρχ. Το σύνολο των καταλοίπων σε οριστική καθυστέρηση ανήλθε στο ποσό των 113.791.291 δρχ. Για το υπόλοιπο αυτό δόθηκε η δυνατότητα στους ανακόπτοντες να προβούν σε εξόφλησή του από 28-2-98 μέχρι και 30-9-99.

Κατά την περίοδο αυτή ο λογαριασμός διαμορφώθηκε ως εξής: υπόλοιπο στις 27-2-98 δρχ. 113.791.291 πλέον τόκοι περιόδου δρχ. 19.213.193, σύνολο 133.004.484 δρχ. Έναντι του ποσού αυτού οι ανακόπτοντες κατέβαλαν μέχρι τις 30-9-1999, 75.071.373 δρχ. και απέμεινε υπόλοιπο από δρχ. 57.933.111, το οποίο και επιδικάστηκε με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής...

Η καθής η ανακοπή-εκκαλούσα χορήγησε τα βιοτεχνικά δάνεια στην πρώτη ανακόπτουσα - εφεσίβλητη, μετά από αίτηση της τελευταίας, από τα κεφάλαια της με αρ. 197/1978 Α.Ν.Ε. (Απόφαση Νομισματικής Επιτροπής) με βάση την υπ’ αρ. 1990/91 Π.Δ.Τ.Ε. (Πράξη Διοικητή Τράπεζας Ελλάδας), για να χρησιμοποιηθούν ως κεφάλαιο κίνησης της επιχείρησης οινοποιίας, που αυτή διατηρούσε, με τη συμφωνία να εξοφληθούν σε ένα χρόνο από τη χορήγηση του καθενός σε ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις, την πρώτη καταβλητέα σε έξι (6) μήνες από τη χορήγηση.

Η παραπάνω χρηματοδότηση ήταν εγγυημένη από το Ελληνικό Δημόσιο, η δε δανειολήπτρια ανέλαβε εγγράφως την υποχρέωση να καταβάλει στο τελευταίο, μέσω της εκκαλούσας Τράπεζας, προμήθεια 1% ετησίως, εντός δεκαπενθημέρου από τη λήξη κάθε τριμήνου (δηλαδή μέχρι 31/3, 30/6, 30/9, 30/12 για κάθε αντίστοιχο τρίμηνο). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../1982 αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, οι διάδικοι συμφώνησαν να εισπράττει η Τράπεζα τόκο και προμήθεια για τη χορηγούμενη πίστωση (όρος με αρ. 1), ενώ το δικαίωμα της Τράπεζας να επιβαρύνει τον πιστούχο με προμήθεια 1% υπέρ αυτής είναι νόμιμο, σύμφωνα με τον όρο 2 της 1969/1991 Π.Δ.Τ.Ε. (άρ. 1 του ν. 1266/82)...

Στις με αρ. .../3, .../4, .../5, .../6 και .../7 συμβάσεις αύξησης της πίστωσης συμβλήθηκε εγγράφως και ο δεύτερος από τους ανακόπτοντες ως εγγυητής, ο οποίος αποδέχτηκε ανεπιφύλακτα τους όρους των συμβάσεων και εγγυήθηκε προς την καθής η ανακοπή-εκκαλούσα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου όλων των συμβάσεων, δηλαδή και των με αριθμούς ..., .../1 και .../2 που μνημονεύονται στην πρώτη σελίδα των παραπάνω συμβάσεων.

Συμφωνήθηκε δε ρητά ότι ο δεύτερος από τους ανακόπτοντες θα ευθύνεται σε ολόκληρο με την πιστούχο-πρώτη από αυτούς, ως αυτοφειλέτης, ενώ παραιτήθηκε από την ένσταση της διζήσεως καθώς και από το δικαίωμα του άρθρου 853 Α.Κ. να προτείνει σε βάρος της δανείστριας ενστάσεις της πιστούχου. Μετά απ’ όσα προαναφέρθηκαν ο λόγος της ανακοπής που εξετάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι το κλείσιμο του λογαριασμού σε περίπτωση υπερημερίας της πιστούχου ...

και η επιβάρυνση του λογαριασμού με προμήθεια 1% υπέρ της δανείστριας Τράπεζας και 1% υπέρ του Δημοσίου έχουν συμφωνηθεί ρητά μεταξύ των διαδίκων, είναι σύννομα, κατά το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής...Πρέπει να σημειωθεί, άλλωστε, ότι η με ...2007 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ι.

Κ. Λ., που διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την οποία ο τελευταίος αποφάνθηκε ότι το υπόλοιπο των ένδικων λογαριασμών ανερχόταν, στις 30-9-1999, στο ποσό των 13.961.964 δρχ., χωρίς ανατοκισμό των τόκων ή σε 15.689.330 δρχ. με ανατοκισμό των τόκων, δεν είναι ακριβής και αξιόπιστη με βάση και τις επισημάνσεις του ίδιου.

Ειδικότερα, ο παραπάνω πραγματογνώμονας, στη σελίδα 28 της έκθεσής του, εκθέτει: "Ωστόσο, ο τρόπος υπολογισμού των τόκων αυτών υπερημερίας δεν επιδέχεται, με κανένα τρόπο, οποιονδήποτε επανέλεγχο, επειδή από πουθενά δεν προκύπτουν προθεσμίες, εντός των οποίων έπρεπε να εξοφληθούν τα δάνεια, οπότε είναι αδύνατον να προσδιοριστεί το εκάστοτε ανεξόφλητο ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο επί του οποίου θα έπρεπε να λογιστούν τόκοι υπερημερίας ..." και καταλήγει "δεν έχω τη δυνατότητα να προσδιορίσω τα ακριβή ποσά των τόκων υπερημερίας....", ενώ ο ίδιος δεν αναφέρει ποιά στοιχεία έλαβε υπόψη του, ούτε επισυνάπτει τέτοια στοιχεία στην έκθεσή του, ούτε αναφέρει αν ζήτησε από τη δανείστρια Τράπεζα στοιχεία για τις ημερομηνίες απόδοσης των χορηγηθέντων ποσών.

Αντίθετα προκύπτει ότι ο πραγματογνώμονας δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα στοιχεία για τη διαμόρφωση της άποψής του. Ειδικότερα: Α) δεν έλαβε υπόψη του: 1) εντάλματα πληρωμής, στα οποία αναγράφονται οι προθεσμίες καταβολής των ποσών που χορηγήθηκαν, 2) πίνακες με αναλυτική κίνηση του συνόλου των χρεοπιστώσεων που καταχωρήθηκαν με πλήρη στοιχεία για ποσά ενήμερα και ποσά σε καθυστέρηση, 3) επιστολές των ανακοπτόντων με τις οποίες αυτοί συνομολογούν προμήθεια υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (στη σελίδα 17 της έκθεσής του ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι η εν λόγω προμήθεια βαρύνει την Τράπεζα), 4) πρόσθετες πράξεις που αφορούν στα ισχύσαντα επιτόκια εκτοκισμού, Β) δεν συνυπολόγισε κατά τον προσδιορισμό του υπολοίπου και δεν χρέωσε το λογαριασμό, όπως θα έπρεπε, με τα έξοδα, που ο ίδιος υπολόγισε στο ποσό των 34.103.293 δρχ., μέχρι τις 30-9-1999, με ανατοκισμό, Γ) δεν προέβη σε αναπροσαρμογή των επιμέρους χρεοπιστώσεων των λογαριασμών, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονταν για τα βιοτεχνικά δάνεια, όπως είναι η διάρκεια των 12 μηνών με καταβολή ισόποσων τριμηνιαίων δόσεων, αλλά στους υπολογισμούς του έλαβε υπόψη του μόνο τα χαμηλά επιτόκια που ίσχυαν γι’ αυτά τα δάνεια, Δ) έλαβε ως δεδομένο ότι το ποσό που χορηγήθηκε συνολικά στην πρώτη ανακόπτουσα ανήλθε σε 241.750.000 δρχ., ενώ έχει χορηγηθεί σ’ αυτήν το ποσό των 215.000.000 δρχ., το οποίο συνομολογούν και οι ανακόπτοντες (σελ. 23 της ανακοπής).

Έτσι το παραπάνω υπόλοιπο, στο οποίο κατέληξε ο πραγματογνώμονας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, όπως βεβαιώνει με σαφήνεια στην από 9-9-2008 έκθεσή του ο τεχνικός σύμβουλος της εκκαλούσας Ι. Β., το ποσό των δρχ. 57.933.111, που επιδικάστηκε με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αποτελεί το κατάλοιπο λογιστικών εγγραφών που καταχωρήθηκαν με βάση νόμιμα παραστατικά, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του ο πραγματογνώμονας.

Από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η εκκαλούσα ενήργησε μέσα στα πλαίσια των αποφάσεων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας και των αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής, όσον αφορά στις χρηματοδοτήσεις προς βιοτεχνικές επιχειρήσεις, καθώς και των επιμέρους συμφωνιών αυτής με τους ανακόπτοντες-εφεσιβλήτους.

Οι ως άνω χρηματοδοτήσεις στα πλαίσια της σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό υπήχθησαν σε καθεστώς βιοτεχνικών δανείων, προκειμένου να ισχύσουν ως προς τα επιτόκια όσα προβλέπονται στο ειδικό κεφάλαιο της 197/78 Α.Ν.Ε. σε συνδυασμό με την 1990/91 Π.Δ.Τ.Ε. Και πράγματι οι εκτοκισμοί έγιναν με επιτόκια που ίσχυαν για δάνεια από κεφάλαια Α.Ν.Ε. (Απόφαση Νομισματικής Επιτροπής), όπως διαπίστωσε ο παραπάνω τεχνικός σύμβουλος, κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησε.

Ο ίδιος βεβαιώνει στην έκθεσή του ότι το άνοιγμα των λογαριασμών και οι εκάστοτε μεταφορές υπολοίπων έγιναν σύμφωνα με τα ισχύοντα στις τραπεζικές συναλλαγές και διαδικασίες και σύμφωνα με τη λογιστική δεοντολογία και πρακτική, καθώς και τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και τη φορολογική νομοθεσία, ενώ, κατά τη διάρκεια λειτουργίας των λογαριασμών, υπήρξαν πολλά ποσά σε υπερημερία, τα οποία εκτοκίζονταν με το συμβατικό τόκο πλέον 2,5% συμφωνημένο τόκο υπερημερίας.

Ο ίδιος επισυνάπτει στην έκθεσή του όλα τα στοιχεία που έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το οφειλόμενο από τους ανακόπτοντες, ποσό είναι αυτό των 57.933.111 δρχ., που επιδικάστηκε με τη διαταγή πληρωμής. Το ποσό αυτό προέρχεται: α)από το υπόλοιπο του με αρ. ... λογαριασμού ποσού δρχ. 9.675.700 και β)από το υπόλοιπο του με αρ. ...

λογαριασμού ποσού δρχ. 48.257.411 δρχ. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ανακόπτοντες συνομολογούν στην ανακοπή τους ότι το οφειλόμενο στην καθής ποσό ανέρχεται σε δρχ. 32.228.741, υπολογισμένο μέχρι 30-6-2000 με βάση το ν. 2789/2000, ο οποίος... δεν ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ώστε δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσει τον καθορισμό του οφειλόμενου ποσού.

Παρ’ όλα αυτά, η εκκαλούμενη απόφαση, υιοθετώντας, την παραπάνω ελλιπή και ανακριβή έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στις 30-9-99, το κατάλοιπο των ένδικων λογαριασμών ανερχόταν σε 13.961.964 δρχ. χωρίς ανατοκισμό τόκων ή 15.689.330 δρχ. με ανατοκισμό τόκων. Στη συνέχεια, ενώ η ως άνω έκθεση δέχεται ότι, μετά τις 30-9-1999 και μέχρι 5-5-2000, έγιναν καταβολές ποσού 6.129.706 δρχ., οπότε το υπόλοιπο διαμορφώθηκε σε 7.832.528 ή 9.559.624 δρχ.

χωρίς ή με ανατοκισμό αντίστοιχα, η εκκαλούμενη απόφαση δέχεται ότι καταβλήθηκε ποσό δρχ. 9.559.624 και ότι το ποσό που δικαιούται η καθής είναι μικρότερο απ’ αυτό που ζητεί από τους ανακόπτοντες". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τους πέμπτο και έβδομο λόγους της ανακοπής των αναιρεσειόντων ως βάσιμους, απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους αυτούς της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής με την οποία είχε επιδικασθεί σε βάρος τους το ποσό των 57.933.111δραχμών (τον πέμπτο, κατά το μέρος που προβαλλόταν ότι εφάρμοσε υψηλότερα επιτόκια αυτών που ίσχυαν για τα βιοτεχνικά δάνεια, πέραν της προαναφερόμενης αιτιολογίας περί αοριστίας, και με την παρούσα επάλληλη αιτιολογία) και με τους οποίους υποστήριζαν ότι αυτή απαίτησε το παραπάνω ποσό αυθαίρετα και παράνομα, διότι υπολόγισε τους εκάστοτε τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις για τα βιοτεχνικά δάνεια που έλαβε η πρώτη για την επιχείρηση οινοποιίας, που διατηρεί και την εξόφλησή τους εγγυήθηκε ο δεύτερος, όχι βάσει των όρων και προϋποθέσεων της ΑΝΕ 197/1978, που περιέχουν ευνοϊκότερους όρους, σύμφωνα με τους οποίους α) τα δάνεια αυτά επιβαρύνονται με επιτόκια ίσα με εκείνα των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, που καθορίζονται με την ΠΔ/ΤΕ 1990/1991 και β) δεν επιβαρύνονται με πρόσθετες προμήθειες ούτε για την τράπεζα ούτε για το δημόσιο, αλλά ως να επρόκειτο περί συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού, καθόσον προέβη στην εξυπηρέτησή τους με αύξηση στις ήδη μεταξύ τους υπάρχουσες συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού, χωρίς όμως να τηρήσει τους άνω ευνοϊκότερους όρους, με αποτέλεσμα να υπερδιογκωθεί το οφειλόμενο ποσό, ενόψει ότι εφάρμοσε συστηματικά υψηλότερα επιτόκια από αυτά που ίσχυαν για τα βιοτεχνικά δάνεια, ενοποίησε τους λογαριασμούς ληξιπροθέσμων και ενήμερων οφειλών, τους οποίους επιβάρυνε με προμήθεια 1% υπέρ της ίδιας και 1% υπέρ του Δημοσίου, εμφάνισε τόκους ενήμερων και καθυστερουμένων οφειλών επί του ιδίου διαδοχικού υπολοίπου επί του ιδίου διαδοχικού υπολοίπου και προέβη σε ανατοκισμό τόκων κατά παράβαση του ν. 2601/1998, ενώ έπρεπε, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, η οφειλή τους να προσδιοριστεί στο ποσό των 32.228.741 δραχμών και η διαταγή πληρωμής να ακυρωθεί κατά το επιπλέον ποσό.

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέχει ελλειπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν μη εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής υπαγωγής των περιλαμβανομένων στο αποδεικτικό της πόρισμα πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με τους προαναφερόμενους λόγους της ανακοπής, στην υπ’ αριθ. 197/1978 ΑΝΕ και τις υπ’ αριθ. 1990/1991 και 1969/1991 ΠΔ/ΤΕ.

Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι εκτοκισμοί των χορηγηθέντων βιοτεχνικών δανείων έγιναν με τα επιτόκια που προβλέπονται στο ειδικό κεφάλαιο της ΑΝΕ 197/1978, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. 1990/1991 ΠΔ/ΤΕ, στερούνται παντελώς αιτιολογίας, καθόσον δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, το ποσό κάθε δόσης των δανείων, κατά τις αντίστοιχες περιόδους λήξης αυτών, κατά τις οποίες έπρεπε να καταβάλλονται και κυρίως η κίνηση των χρεοπιστώσεων με ποσά ενήμερα και σε καθυστέρηση, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθούν τα τότε ισχύοντα επιτόκια για τα βιοτεχνικά δάνεια και εάν εφαρμόσθηκαν ορθά κατά τον υπολογισμό του εκάστοτε οφειλομένου ποσού και εντεύθεν του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής συνολικού ποσού των 57.933.111 δραχμών.

Επιπλέον και οι παραδοχές της ότι "το άνοιγμα των λογαριασμών και οι εκάστοτε μεταφορές υπολοίπων έγιναν σύμφωνα με τα ισχύοντα στις τραπεζικές συναλλαγές και διαδικασίες και σύμφωνα με τη λογιστική δεοντολογία και πρακτική, καθώς και τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και τη φορολογική νομοθεσία" είναι ελλειπείς, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν ποια είναι τα ισχύοντα στις τραπεζικές συναλλαγές και διαδικασίες και στη λογιστική δεοντολογία και πρακτική, ώστε να κριθεί εάν έχουν σχέση με τον εκτοκισμό των ενδίκων βιοτεχνικών δανείων και τα επιτόκια που ισχύουν γι’ αυτά.

Τέλος, η παραδοχή της, ότι "κατά τη διάρκεια λειτουργίας των λογαριασμών, υπήρξαν πολλά ποσά σε υπερημερία, τα οποία εκτοκίζονταν με το συμβατικό τόκο πλέον 2,5% συμφωνημένο τόκο υπερημερίας" από την οποία προκύπτει ότι ο εκτοκισμός κάποιων ποσών, χωρίς μάλιστα να προσδιορίζονται, γινόταν με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, αυτό δηλαδή, που είχε καθορισθεί με τη σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, αντιφάσκει προς την παραδοχή της ότι ο εκτοκισμός έγινε με τα επιτόκια που ίσχυαν για τα βιοτεχνικά δάνεια.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα σκέλη του, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καθιστά, πλέον, αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αιτιάσεων του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 11β και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο για την απόδειξη των αναφερομένων στους άνω λόγους της ανακοπής των αναιρεσειόντων ισχυρισμών έλαβε υπόψη του την από 19-12-1996 πρόσθετη πράξη, παρόλον ότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε και ούτε προσκόμισε αυτή με τις έγγραφες προτάσεις της, ενώ δεν έλαβε υπόψη του την από 19-7-2000 συνοπτική έκθεση του οικονομολόγου Ν.

Κ., που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει αυτοί με τις έγγραφες προτάσεις τους, αφού πλήττουν το αυτό κεφάλαιο της απόφασης. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσέφυγε σ’ αυτούς.

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση, περί της ανυπαρξίας αυτών, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αυτών.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου των κρισίμων όρων της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, για την έννοια της σύμβασης (ή όρου αυτής), παραλείπει να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../1982 αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, οι διάδικοι συμφώνησαν να εισπράττει η Τράπεζα τόκο και προμήθεια για τη χορηγούμενη πίστωση (όρος με αρ. 1)...

Επίσης, σύμφωνα με τον όρο υπ’ αρ. 2 της ίδιας σύμβασης, ο τόκος και η προμήθεια υπολογίζονται με το ανώτατο κάθε φορά για τις τραπεζικές συναλλαγές όριο, ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικά, η δε προμήθεια κατά μήνα αδιαιρέτως επί του ανωτάτου χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης ενός εκάστου μηνός, ενώ τόκος και προμήθεια λογίζονται και είναι πληρωτέοι την 15/3, 15/6, 15/9 και 15/12 κάθε έτους, και, αν δεν καταβάλλονται κατά τις ημερομηνίες αυτές, θα φέρονται σε χρέωση του λογαριασμού της πίστωσης, χωρίς ειδοποίηση της πιστούχου, θα οφείλονται δε στο εξής επ’ αυτών τόκοι και προμήθεια.

Δηλαδή, με τον παραπάνω όρο συμφωνήθηκε ότι οι οφειλόμενοι τόκοι θα ανατοκίζονται ανά τρίμηνο. Ο όρος αυτός είναι γενικός και δεν διακρίνει μεταξύ των τόκων που γεννώνται κατά τη διάρκεια λειτουργίας του αλληλόχρεου λογαριασμού και αυτών που γεννώνται μετά το οριστικό κλείσιμο αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τον όρο υπ’ αρ. 5 παρ.

β της ίδιας σύμβασης, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής των δόσεων, ο πιστούχος καθίσταται υπερήμερος και η Τράπεζα δικαιούται, χωρίς ειδοποίηση της πιστούχου, είτε να μεταφέρει το ποσό που δεν κατατέθηκε σε χωριστό απλό λογαριασμό, οπότε οφείλεται επί του ποσού αυτού ο εκάστοτε τραπεζικός τόκος υπερημερίας, είτε να περιορίζει την πίστωση και να κλείνει οριστικά τον ανοιχτό λογαριασμό, με τις συνέπειες του υπ’ αρ. 8 όρου της ίδιας σύμβασης.

Σύμφωνα μ’ αυτόν τον όρο, σε περίπτωση οριστικού κλεισίματος της πίστωσης, το κατάλοιπο αυτής καθίσταται αμέσως απαιτητό και ο πιστούχος περιέρχεται, αυτοδίκαια και χωρίς ειδοποίηση, σε υπερημερία, οφείλοντας επί του καταλοίπου τον εκάστοτε τραπεζικό τόκο υπερημερίας. Ο όρος 8, δηλαδή, αποτελεί συμφωνία που ρυθμίζει το είδος του επιτοκίου (υπερημερίας), με το οποίο υπολογίζονται οι καθυστερούμενοι τόκοι της απαίτησης, μετά το κλείσιμο των λογαριασμών της πίστωσης, χωρίς να τροποποιεί τη συμφωνία του όρου 2 της σύμβασης για τρίμηνο ανατοκισμό.

Από τους παραπάνω όρους προκύπτει με σαφήνεια ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ο ανά τρίμηνο ανατοκισμός των τόκων σε καθυστέρηση επί της απαιτήσεως της εκκαλούσας, είτε η πίστωση είναι ακόμη σε λειτουργία, είτε αυτή έχει κλείσει οριστικά. Εξ άλλου, σύμφωνα με την παρ. 2 εδ. α’ του άρθρου 12 ν. 2601/1998, που προβλέπει τον εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων, η ως άνω συμφωνία περί ανατοκισμού εξακολουθεί να ισχύει, αφού οι συμβάσεις, στις οποίες αφορά, έχουν καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (δηλαδή πριν την 15-4-1998)...

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις επόμενες της πρώτης αυξητικές συμβάσεις της πίστωσης, οι παραπάνω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ρητά ότι όλοι οι όροι και συμφωνίες που περιέχονται στην πρώτη με αρ. .../1982 σύμβαση ισχύουν και για καθεμία από τις λοιπές. Οι ίδιοι συμβαλλόμενοι, με την από 19-12-1996 Πρόσθετη Πράξη επαναδιατύπωσαν την παραπάνω συμφωνία για τρίμηνο ανατοκισμό και συμφώνησαν ότι το επιτόκιο υπερημερίας για το σύνολο της πίστωσης (230.000.000 δρχ.) θα είναι κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου για την ενήμερη χρηματοδότηση...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως αβάσιμο τον έβδομο λόγο της ανακοπής, κατά το μέρος με το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστήριζαν ότι η αναιρεσίβλητη προέβη, χωρίς την ύπαρξη μεταξύ τους σχετικής συμφωνίας, σε τρίμηνο ανατοκισμό των τόκων με βάση την υπ’ αριθ. 289/1980 ΑΝΕ και κατά παράβαση του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, που προβλέπει τον εξάμηνο ανατοκισμό.

Πλην όμως, ενώ, στην προσβαλλομένη απόφαση, αναφέρεται, ότι η παραπάνω κρίση του Εφετείου, ότι δηλαδή υπήρχε συμφωνία για τρίμηνο ανατοκισμό των καθυστερουμένων τόκων τόσο για το διάστημα πριν το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, όσο και μετά από αυτό και ότι η συμφωνία αυτή, αφορώσα σε συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί πριν την έναρξη ισχύος στις 15-4-1998 του ν. 2601/1998, που προβλέπει τον ανατοκισμό ανά εξάμηνο, εξακολουθεί να ισχύει και συνεπώς δεν έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εξάμηνος ανατοκισμός, προκύπτει με σαφήνεια από το παρατιθέμενο περιεχόμενο των άρθρων 2, 5 και 8 της σύμβασης, εν τούτοις για τη στήριξη της, αφενός μεν προβαίνει στη συνδυαστική συσχέτισή των άνω όρων και αφετέρου χρησιμοποιεί επιχειρήματα από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα από την από 19-12-1996 πρόσθετη πράξη.

Αποκαλύπτεται, έτσι, ότι το Εφετείο δέχθηκε έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ως προς την αληθή έννοια της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων μερών, σχετικά προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, εξ αιτίας του οποίου (κενού ή αμφιβολίας) προκύπτει ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της σύμβασης, ως προς το ζήτημα αυτό.

Ενώ, όμως, έπρεπε, μετά την ως διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, να προσφύγει στους περιεχομένους στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνισθεί το νόημα της αληθούς βούλησης των μερών, ως προς το ως άνω ζήτημα, το δικάσαν Εφετείο δεν έκανε χρήση των κανόνων αυτών.

Ως εκ τούτου, το Εφετείο, παραβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά τα σχετικά του σκέλη, με τα οποία προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση πως, μολονότι διαπίστωσε, εμμέσως, κενό στο ηθελημένο νόημα των όρων της σύμβασης, σχετικά με τον ανατοκισμό πριν και μετά το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αιτιάσεων του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 20, 1 και 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του όρου 2 της υπ’ αριθ. .../1982 σύμβασης πίστωσης μεταξύ των διαδίκων, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της απόφασης σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα του ανατοκισμού των τόκων, β) παραβίασε τις διατάξεις της ΑΝΕ 197/1978 και τις ΑΝΕ 289/1990 και γ) έλαβε υπόψη του την από 19-12-1996 πρόσθετη πράξη, παρόλον ότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε και ούτε προσκόμισε αυτή με τις έγγραφες προτάσεις της, αφού πλήττουν το αυτό κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατ’ ακολουθίαν, μετά την παραδοχή, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, ως βασίμων κατ’ ουσίαν του πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που μνημονεύεται ανωτέρω. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτούς, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθ. 5/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Ευβοίας. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτών, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθ. 178, 160, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 49/2012 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας κατά το μέρος που αναλυτικά εκτίθεται στο αιτιολογικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτούς.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα εν μέρει δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ