1071/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1071/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.
Full text
Απόφαση 1071 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1071/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Θ. του Α. και 2) Α. Θ. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευριπίδη Κωνσταντίνου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι το όνομα πατρός του 2ου των αναιρεσειόντων είναι "Ε.", αντί του εσφαλμένου "Α.", που αναγράφηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΦΑΡΣΑΛΩΝ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον οποίο παραστάθηκε ο Δήμαρχός του Α. Κ. με τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Ειρήνη Γκόβαρη και Σταυρούλα Γκούμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Ε. Θ. του Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 417/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-9-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 8-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 5-9-2014 και με αριθμό καταθέσεως 53/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 417/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιες του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Kατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντίθετα, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν, κατά τις παραδοχές της απόφασης, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1123/2013). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση, ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, να κριθεί περαιτέρω αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης (με βάση το οποίο κρίνεται η συνδρομή έλλειψης νόμιμης βάσης) προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το πραγματικό του οποίου πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης ως άνω διάταξης να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, η οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολομ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 9/2010, ΑΠ 265/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα σχετικά με το ζήτημα της καταχρηστικής ή μη ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων αναιρεσειόντων για αποζημίωσή τους ένεκα ρυμοτομίας των ακινήτων της ιδιοκτησίας τους, και τα ακόλουθα:
Ότι ο αρχικός ιδιοκτήτης και δικαιοπάροχος των εναγόντων - αναιρεσειόντων Α. Θ., πατέρας του 1ου και παππούς του 2ου, ενεργώντας ως ιδιοκτήτης ενός ακινήτου, εμβαδού 675.000 τ.μ., το οποίο βρισκόταν στις θέσεις "..." και "..." της κτηματικής περιφέρειας Φαρσάλων - Λάρισας, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις για τις οποίες ζητούν αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας οι αναιρεσείοντες, υπέβαλε στη διάρκεια του έτους 1972 την με αριθμό πρωτ. ...7-8-1972 αίτηση προς τον εναγόμενο - νυν αναιρεσίβλητο Δήμο Φαρσάλων, από κοινού με άλλους 25 ιδιοκτήτες ακινήτων, μικρής έκτασης, τα οποία βρίσκονταν στις ίδιες ως άνω περιοχές, και ζήτησε να επεκταθεί το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των Φαρσάλων στις ανωτέρω περιοχές.
Ότι στη συνέχεια και ο πρώτος ενάγων - αναιρεσείων υπέβαλε παρόμοιες αιτήσεις προς τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Δήμο και, διαμέσου αυτού, προς το Υπουργείο Δημοσίων Έργων, οι οποίες έλαβαν αριθμό πρωτοκόλλου .../10-12-1973 και 21515/1-8-1974, αντίστοιχα, και ζήτησε να επεκταθεί το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των Φαρσάλων προς το σημείο, όπου βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις της βιομηχανίας μαρμάρων που διατηρούσε αυτός.
Ότι μετά την υποβολή των ανωτέρω αιτήσεων στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων, το Συμβούλιο Δημοσίων Έργων του Υπουργείου εξέδωσε την πράξη με αριθμό .../28-8-1974 και γνωμοδότησε ότι συντρέχει περίπτωση να επεκταθεί το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των Φαρσάλων προς τις ανωτέρω περιοχές "υπό την προϋπόθεσιν βεβαίως ότι συμφώνως προς τας κειμένας διατάξεις ο ιδιοκτήτης ταύτης (της έκτασης, η οποία θα ενταχθεί στο σχέδιο πόλης) θα παραιτηθή εκ των κοινόχρηστων χώρων προ της εκδόσεως του σχετικού Διατάγματος".
Ότι στη συνέχεια, ο αρχικός δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Α. Θ., ενεργώντας ατομικά και ως πληρεξούσιος του γιου του Ε., ήδη πρώτου αναιρεσίοντος, δυνάμει του πληρεξουσίου με αριθμό .../21-8-1975 του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, προέβη σε δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Φαρσάλων Γεωργίου Κατσιλέρου, η οποία έλαβε αριθμό .../25-8-1975, και δήλωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...
Επικειμένης της επεκτάσεως του σχεδίου της πόλεως των Φαρσάλων επί ιδιοκτησίας του εμφανισθέντος και του εντολέως του, κειμένης εν τη κτηματική περιφερεία Φαρσάλων και παρά την θέσιν "...", παραιτείται ρητώς δια της παρούσης από παντός εν γένει δικαιώματός του προς αναζήτησιν αποζημιώσεως εις βάρος του Δήμου Φαρσάλων, του Ελληνικού Δημοσίου ή οιουδήποτε τρίτου λόγω της μελλούσης επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως επί των μελλόντων κοινοχρήστων χώρων (οδών, πλατειών, κήπων, αλσών, χώρων προς ανέγερσιν Δημοτικού Σχολείου κ.λπ.), των δημιουργηθησομένων επί της ιδιοκτησίας του και της τοιαύιης του εντολέως του της εικονιζόμενης εις το συνημμένον τη παρούση απόσπασμα του σχεδίου πόλεως Φαρσάλων υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α...".
Ότι μετά την πραγματοποίηση της πιο πάνω δήλωσης και την ολοκλήρωση των αναγκαίων διοικητικών ενεργειών εκδόθηκε το προεδρικό διάταγμα από 17-1-1976 με τίτλο "περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Φαρσάλων και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτού", το οποίο δημοσιεύτηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ’ 54/ 19-2-1976).
Ότι κατά την εκπόνηση των μελετών που ήταν αναγκαίες για να υλοποιηθεί η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου των Φαρσάλων στη θέση "...", οι αρμόδιοι υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου Δήμου διαπίστωσαν ότι η ακριβής εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου είχε ως συνέπεια να κατατέμνονται ακίνητα μικρής έκτασης, τα οποία είχαν αγοράσει τρίτα πρόσωπα από τον αρχικό δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Α.
Θ. και από άλλα μέλη της οικογένειάς του, πριν ακόμη εγκριθεί η επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Φαρσάλων προς την ανωτέρω περιοχή, ευελπιστώντας ότι η ανωτέρω περιοχή θα ενταχθεί στο μέλλον στο σχέδιο πόλης και ότι τα ακίνητά τους θα καταστούν οικοδομήσιμα και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάτμηση των ανωτέρω μικρών ακινήτων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε, τελικά, να καθίσταται κοινόχρηστος χώρος το μεγαλύτερο τμήμα των ακινήτων αυτών.
Ότι με την κατάτμηση των μικρών ακινήτων δημιουργήθηκε σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα στην πόλη των Φαρσάλων, το οποίο οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό σε ενέργειες των μελών της οικογένειας Θ., τα οποία είχαν προβεί σε κατάτμηση των εκτός σχεδίου πόλης ακινήτων τους και είχαν μεταβιβάσει τμήματα των ακινήτων τους σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία επιθυμούσαν να αγοράσουν οικόπεδο στην περιοχή των Φαρσάλων, ώστε να οικοδομήσουν εκεί την κατοικία τους και για να αντιμετωπιστεί το ανωτέρω κοινωνικό πρόβλημα, δηλαδή για να αποφευχθεί η κατάτμηση των μικρών ακινήτων (ήδη οικοπέδων) που δημιουργήθηκαν με τις ως άνω μεταβιβάσεις, κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Φαρσάλων στην ειδικότερη περιοχή "..." και στα πλαίσια της διοικητικής διαδικασίας που θα οδηγούσε στην εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης, της σχετικής με την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Φαρσάλων στην ανωτέρω περιοχή, εκδόθηκαν στη συνέχεια η από 12-8-1987 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΥΠΕΧΩΔΕ) με αριθμό .../1987 και τίτλο "Έγκριση γενικού πολεοδομικού σχεδίου του οικισμού Φαρσάλων του Δήμου Φαρσάλων Λάρισας" (ΦΕΚ Δ’ 915/22-9-1987), η απόφαση του Νομάρχη Λάρισας με αριθμό 4428/18-9-1987 και τίτλο "Έγκριση της αναθεώρησης του ρυμοτομικού σχεδίου Φαρσάλων" (ΦΕΚ Δ’ 986/9-10-1987), το από 3-5-1988 προεδρικό διάταγμα με τίτλο "Έγκριση πολεοδομικής μελέτης του οικισμού Φαρσάλων του Δήμου Φαρσάλων Ν.
Λάρισας και τροποποίηση του εγκεκριμένου σχεδίου σε συνεχόμενη περιοχή" (ΦΕΚ Δ’ 547/29-7-1988), η απόφαση του Νομάρχη Λάρισας με αριθμό 4862/5-7-1990 και τίτλο "Τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Φαρσάλων στην περιοχή "..." (ΦΕΚ Δ’ 400/3-8-1990) και τελικά το από 8-11-1990 προεδρικό διάταγμα με τίτλο "Έγκριση πολεοδομικής μελέτης τμήματος της ΝΔ πολεοδομικής ενότητας του Δήμου Φαρσάλων Ν.
Λάρισας (περιοχή ...) και υπαγωγή αυτής στις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 1337/1983" (ΦΕΚ Δ’ 659/22-11-1990), με βάση το οποίο εκδόθηκε η πράξη εφαρμογής με αριθμό 4/1992, η οποία έγινε αποδεκτή με την υπ’ αριθμ. .../15-9-1992 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας, κυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. .../3-11-1992 απόφαση του ίδιου Νομάρχη και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φαρσάλων στον τόμο ...
με αριθμό ... και κηρύχθηκε ως αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για τις ανάγκες εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης στην περιοχή "..." εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 27.635,49 μ2, η οποία αποτελεί τμήμα της αρχικής εδαφικής έκτασης, εμβαδού 675.000 μ2, που ανήκε παλαιότερα στον αρχικό δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Α.
Θ.. Ότι η κατά τα ανωτέρω επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Φαρσάλων στην περιοχή "...", που έγινε με πρωτοβουλία και επίσπευση του αρχικού δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων - εναγόντων Α. Θ., απέβη αναμφίβολα προς όφελος των αναιρεσειόντων - εναγόντων, αφού εξαιτίας αυτής το πρώην αγρόκτημα του δικαιοπαρόχου τους Α.
Θ., κατέστη δυνατό να κατατμηθεί σε οικοδομήσιμα οικόπεδα και να αποκτήσει πολλαπλάσια αξία από την αρχική αξία του και η στη συνέχεια τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου στην ανωτέρω περιοχή, για την οποία έγινε λόγος, απέβη, τελικά, προς όφελος των αναιρεσειόντων - εναγόντων, διότι αποσοβήθηκε ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο θα προκαλούσε η κατάτμηση και η επακόλουθη αχρήστευση των ακινήτων ορισμένων μικροϊδιοκτητών, που θα είχε ενδεχομένως ως συνέπεια την έναρξη δικαστικών αγώνων μεταξύ των μικροϊδιοκτητών και των αναιρεσειόντων - εναγόντων που τους πώλησαν τα ακίνητά τους ως οικοδομήσιμα οικόπεδα.
Ότι η κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, η οποία έγινε σιωπηρά αποδεκτή από τους αναιρεσείοντες - ενάγοντες, οι οποίοι παρέλειψαν να προβάλουν έγκαιρα έγγραφες αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις ως προς αυτή, διότι αντιλήφθηκαν ότι χωρίς την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου δεν ήταν δυνατή η ομαλή εφαρμογή του σχεδίου και η τακτοποίηση των ήδη πωληθέντων τμημάτων της ιδιοκτησίας τους ως οικοδομήσιμων, είχε ως συνέπεια να απαλλοτριωθούν οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις των εναγόντων για να δημιουργηθούν κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι της πόλης των Φαρσάλων στην ανωτέρω περιοχή.
Ότι στοιχείο που αποδεικνύει, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν σιωπηρά την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Φαρσάλων στην επίδικη περιοχή, είναι η συμπεριφορά του 1ου ενάγοντος, ο οποίος, ενεργώντας ατομικά και προς το συμφέρον των λοιπών εναγόντων, εμφανίστηκε στις 10-6-1992, πριν κυρωθεί η ως άνω πράξη εφαρμογής με αριθμό …/1992 με την απόφαση .../1992 του Νομάρχη Λάρισας, η οποία εκδόθηκε στις 3-11-1992, στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου Δήμου Φαρσάλων, οπότε λήφθηκε η απόφασή του με αριθμό .../1992 και στη διάρκεια εκείνης της συνεδρίασης συζητήθηκε, μεταξύ άλλων θεμάτων, η ολοκλήρωση της διαδικασίας επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου στην περιοχή "..." και ο τότε Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Φαρσάλων Α.
Κ., ανέφερε τα εξής: "Είναι γνωστές οι ταλαιπωρίες των ιδιοκτητών της περιοχής "..."... έχουν περάσει δέκα πέντε έτη από την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης και δεν έχουν λήξει οριστικά οι σχέσεις Δήμου και κληρονόμων Α. ... για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής... για το λόγο αυτό καλέστηκε να είναι σήμερα παρών ο κ.
Ε. Θ., προκειμένου να αναπτύξει τις απόψεις του. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι η αναθεώρηση του σχεδίου πόλης στην περιοχή "..." έγινε, προκειμένου να γίνει ανάπλαση της περιοχής, να τακτοποιηθούν οι μικροϊδιοκτήτες της περιοχής και να αποδοθούν οριστικά στο δήμο οι κοινόχρηστοι χώροι, θα πρέπει οι κληρονόμοι Α. ...
να παραιτηθούν των ενδίκων μέσων κατά του Δήμου Φαρσάλων και να δεχθούν τα κάτωθι: 1) να τακτοποιήσουν όλους τους μικροϊδιοκτήτες της περιοχής, 2) να δεχθούν ως αποζημίωση για τυχόν ζημία να εκδώσουν τίτλο μεταφοράς συντελεστή δόμησης, όπως νόμος ορίζει, 3) σε περίπτωση καταργήσεως του νόμου περί μεταφοράς συντελεστή δόμησης, οι κληρονόμοι Α. ...
ουδεμία χρηματική απαίτηση έχουν από το Δήμο Φαρσάλων...", για τα οποία στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το αντίστοιχο πρακτικό συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου Φαρσάλων, ο λόγος δόθηκε στον παριστάμενο Ε. Θ., "ο οποίος συμφώνησε με όλα τα παραπάνω". Ότι μετά από τη συμφωνία αυτή, ο εναγόμενος Δήμος κίνησε τη διαδικασία, ώστε να εγκριθεί η επίδικη πράξη εφαρμογής, στην οποία οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες εμφανίζονταν ως δικαιούχοι αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση των επίδικων εδαφικών εκτάσεών τους, συνολικού εμβαδού 27.635,49 τ.μ.
και στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες κίνησαν τη διαδικασία μεταφοράς συντελεστή δόμησης και κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1990 έως 1996, οπότε αυτοί προέβαιναν σε διάφορες ενέργειες για να τους χορηγηθεί τίτλος μεταφοράς συντελεστή δόμησης, οι τότε δήμαρχοι του εναγομένου Δήμου χορήγησαν τις από 31-12-1990, 3-11-1992, 12-11-1992, 16-12-1992, 3-2-1994 και 5-4-1996 βεβαιώσεις τους, με τις οποίες βεβαιώνεται (με διαφορετική κάθε φορά φρασεολογία) ότι από την επίδικη πράξη εφαρμογής προκύπτει ότι "ο Ε.
Θ. δικαιούται αποζημίωση από το Δήμο Φαρσάλων για έκτασή του που είναι ενταγμένη στο σχέδιο πόλης (περιοχή ...) και δεσμεύεται για κοινόχρηστους χώρους" και ένεκα των ανωτέρω ενεργειών των αναιρεσειόντων - εναγόντων εκδόθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο ΣΧΟΠ/ΥΠΕΧΟΔΕ η έγκριση με αριθμό .../10-9-1996 για χορήγηση τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης από ρυμοτομούμενο ακίνητο, δηλαδή από τα με αριθμούς ...
και ... οικοδομικά τετράγωνα, αλλά, τελικά, η όλη διαδικασία δεν τελεσφόρησε, επειδή επήλθε αλλαγή της σχετικής νομοθεσίας και στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες στράφηκαν εναντίον του εναγομένου Δήμου Φαρσάλων, ως δικαιούχοι αποζημιώσεως, από την κατά τα ανωτέρω ρυμοτομία των ακινήτων τους και με την ένδικη αγωγή επιδιώκουν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημιώσεως που καθορίστηκε οριστικά με την υπ’ αριθμ. 22/ 1998 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, για την κατά τα ανωτέρω απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών τους, η οποία ανέρχεται συνολικά για τον πρώτο αναιρεσείοντα - ενάγοντα σε 608.376,25 ευρώ και για τον δεύτερο αναιρεσείοντα - ενάγοντα σε 19.300,43 ευρώ.
Ότι η ένδικη αγωγή είναι καταφανώς αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., διότι η άσκηση του επίδικου δικαιώματος των αναιρεσειόντων - εναγόντων υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και, επίσης, αντιβαίνει προφανώς στην προγενέστερη συμπεριφορά των εναγόντων, η οποία έπεισε τον εναγόμενο Δήμο Φαρσάλων να φροντίσει, ώστε να επεκταθεί το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των Φαρσάλων στις επίδικες περιοχές και στη συνέχεια, να τροποποιηθεί το ρυμοτομικό σχέδιο στη περιοχή "..." για όσους λόγους εκτέθηκαν ανωτέρω λεπτομερώς.
Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο Λάρισας, δέχθηκε την στηριζόμενη στα ως άνω περιστατικά και προβληθείσα νομίμως ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκουμένου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος των εναγόντων - αναιρεσειόντων και απέρριψε την ένδικη αγωγή τους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο Λάρισας, αφού δέχεται με βάση τις ως άνω παραδοχές του, ότι ο αρχικός δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων - εναγόντων Α.
Θ. και ο πρώτος αναιρεσείων παραιτήθηκαν με συμβολαιογραφική δήλωση παντός εν γένει δικαιώματός τους προς αναζήτηση αποζημιώσεως σε βάρος του Δήμου Φαρσάλων λόγω της αρχικής μέλλουσας επεκτάσεως του σχεδίου πόλεως επί των μελλόντων κοινοχρήστων χώρων (οδών, πλατειών, κήπων, αλσών, χώρων προς ανέγερσιν Δημοτικού Σχολείου κ.λπ.) που θα δημιουργούνταν επί των ιδιοκτησιών τους και ότι και μετά την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και πάλι οι αναιρεσείοντες αποδέχθηκαν, ο μεν πρώτος ρητά, παριστάμενος στο Δημοτικό Συμβούλιο, ο δε δεύτερος σιωπηρά χωρίς να διαμαρτυρηθεί και να αντιδράσει στην συμφωνία που έκανε ο πρώτος αναιρεσείων και πατέρας του με το Δήμο Φαρσάλων στο Δημοτικό Συμβούλιο, να δεχθούν ως αποζημίωση για τυχόν ζημία από την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου να εκδώσουν τίτλο μεταφοράς συντελεστή δόμησης, όπως νόμος ορίζει, και σε περίπτωση καταργήσεως του νόμου περί μεταφοράς συντελεστή δόμησης ουδεμία χρηματική απαίτηση να έχουν από το Δήμο Φαρσάλων και ότι μετά τη συμπεριφορά τους αυτή, με την οποία πείσθηκε ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος Δήμος Φαρσάλων να φροντίσει, ώστε να επεκταθεί το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης των Φαρσάλων στις επίδικες περιοχές και στη συνέχεια, να τροποποιηθεί το ρυμοτομικό σχέδιο στη περιοχή "...", η άσκηση του επίδικου δικαιώματός τους, να απαιτήσουν αποζημίωση για την ρυμοτομία των ακινήτων τους, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και αντιβαίνει προφανώς στην προγενέστερη συμπεριφορά τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
και δεν την παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς τους, ο οποίος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με αυτά που δέχτηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο Λάρισας, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειόντων, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ.
και επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος της αναιρέσεως. Με τον ίδιο λόγο, κατά το μέρος που αναφέρεται σε εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 του Α.Κ. με εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 421, 211, 216, 514, 534 και 310 του Α.Κ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν με αυτόν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος του αυτό, διότι προσβάλλεται με αυτόν η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Εξάλλου, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι συμφωνήθηκε αντί για αποζημίωση να μεταφερθεί συντελεστής δόμησης και σε περίπτωση που άλλαζε ο νόμος για τη μεταφορά του συντελεστή δόμησης να μην δικαιούνται οι αναιρεσείοντες ουδεμία αποζημίωση για τη ρυμοτομία και στη συνέχεια να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος σε εκτέλεση της συμφωνίας εξέδιδε τις απαραίτητες βεβαιώσεις για την μεταφορά του συντελεστή δόμησης, δεν παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων γεγονότων στην έννοια της "προφανούς υπέρβασης" των ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, πλήττοντες εμμέσως την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλαδή σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ., περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο της Λάρισας ανέγνωσε ορθά το υπ’ αριθμ. …/10-6-1992 πρακτικό του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου Δήμου Φαρσάλων και δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενό του, δηλαδή σε λάθος που ανάγεται στην ανάγνωσή του, με την εσφαλμένη παραδοχή ότι το πρακτικό αυτό περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, αφού αναφέρει και δέχεται αυτά που αναγράφονται στο ως άνω πρακτικό και περαιτέρω, εκτιμώντας το περιεχόμενό του, το οποίο σωστά διέγνωσε, συναγάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό και συγκεκριμένα συναγάγει το αποδεικτικό πόρισμα ότι εκείνα που συμφώνησε παριστάμενος στο Δημοτικό Συμβούλιο ο πρώτος αναιρεσείων και πατέρας του δεύτερου αναιρεσείοντος, τα γνώριζε και τα αποδεχόταν και ο δεύτερος αναιρεσείων ως γυιος του.
Κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 20 για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου και πρέπει να απορριφθεί ο περί του εναντίου τέταρτος λόγος της αναιρέσεως ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-9-2014 και με αριθμό καταθέσεως 53/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 417/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ