Legislator Case Law & Legislation
1071/2012 AI generated

1071/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1071/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1071 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1071/2012

Legislator headnote

AI generated

1071/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1071 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1071/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1071 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1071/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικώς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1. Κοινότητας Μονεμβασίας, ήδη Δήμου Μονεμβασίας, νομίμως εκπροσωπουμένης, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, Του -2ου - αναιρεσίβλητου-καλούντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 3. Κ. συζ. Ι. Τ., το γένος Α. Κ., 4. Π. χας Α. Κ., 5. Μ. θυγ. Α. Κ., 6. Σ. θυγ. Α. Κ. και 7. Ν. θυγ. Α. Κ., κατοίκων ..., οι οποίες 3, 4, 5, 6, 7 δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 2-9-1993 αγωγή της Κοινότητας και νυν Δήμος Μονεμβασίας και β) με την από 18-10-1995 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 373/2003 του Εφετείου Ναυπλίου που ανέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι 91/2004 μη οριστική, 44/2006 οριστική αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και 235/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 19-2-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 16-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4, 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 8403Β'/ 30.7.2009, 8553β'/ 23.7.2009, 8352β'/ 23.7,2009, 8351β/ 23.7.2009, 8350β'/ 23.7.2009, 8349β'/ 23.7.2009, 11387β'/ 27.1.20011, 11453β'/ 10.2.20011, 11454β'/ 10.2.2011, 11455β'/-10.2.2011, 11456β'/ 10.2.20011 και 1145β'/ 10.2.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο πρωτοδικείο Σπάρτης ..., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ενδίκου από 19/2/2009 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 235/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 22/11/2011 κλήσεως, μαζί με την κάτω από αυτή από 13/12/2010 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, δια της οποίας - μετά την ματαίωση της συζητήσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17/11/2010 - ορίσθηκε δικάσιμος για την συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως, η στην αρχή της παρούσης αποφάσεως μνημονευομένη δικάσιμος (της 25/1/2012), νομίμως και εμπροθέσμως επεδόθησαν προς την πρώτη, τρίτη, τετάρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη εκ των αναιρεσιβλήτων, με την επιμέλεια του δυτέρου εξ' αυτών, ο οποίος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Αθηνών Αποστόλου Γεροντίδη, επισπεύδει την συζήτηση.

Πλην όμως αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκαν κατά την συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο της 25/1/2012, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

II. Επειδή, η υπό κρίση από 19/2/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 235/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 747/2009 θετικής γνωμοδοτήσεως του ΣΤ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργηση του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος αυτού (8-8-2009).

III. Επειδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεως των, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας (ΟλΑΠ 11/1996). Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, εφόσον σ' αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Δεν συνιστούν όμως πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κλπ ή πραγματικά ή νομικά αυτών επιχειρήματα που αντλούνται από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή από τον νόμο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, όπως αναφέρεται στον τρίτο λόγο, κατ' ορθή υπαγωγή του στον λόγο αυτό διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντες από το αναιρεσείον ισχυρισμούς και ειδικότερα, α) ότι το επίδικο δεν συμπεριλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. 27925/30.6.1880 παραχωρητήριο προς τον απώτατο δικαιοπάροχο του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, Θ. Κ., το οποίο (παραχωρητήριο), κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, αφορά άλλη, διαφορετική εδαφική έκταση, μη ταυτιζομένη προς την επίδικη, β) ότι οι διαδοχικές μεταβιβάσεις που έγιναν από την έκδοση του εν λόγω παραχωρητηρίου μέχρι το υπ' αριθμ. .../1991 πωλητήριο συμβόλαιο, που αποτελεί τον τελευταίο τίτλο ιδιοκτησίας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Γ. Μ., δεν περιελάμβαναν και το επίδικο, με αποτέλεσμα ο δεύτερος εκ των αναιρεσιβλήτων να μην καταστεί κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο. Οι ισχυρισμοί, όμως αυτοί δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την προαναφερομένη έννοια, αλλ' άρνηση στην ένσταση ιδίας κυριότητος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ερειδομένη στον παράγωγο τρόπο, γι' αυτό και οι προαναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.

ΙΥ. Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε η δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθ. 27925/30-6-1880 παραχωρητήριο του Βασιλείου της Ελλάδας, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και στον αριθμό 439 των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Μονεμβασίας περιήλθε στον Θ.

Θ. Κ., μεταξύ άλλων και αγρός εκτάσεως δύο περίπου στρεμμάτων, κείμενος στην θέση "Λίμνες" της κτηματικής περιοχής του Δήμου Μονεμβασίας, διαχωριζόμενος δια της αμαξιτής οδού Μονεμβασίας-Βοιών και οριοθετούμενος ανατολικώς με θάλασσα δυτικά με αγρό Π. Μ., βορείως με αγρό Π. Ρ. και Ι. Γ. και μεσημβρινώς με άγριο τόπο.

Δυνάμει της υπ' αριθ. .../1898 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μονεμβασίας Ευθυμίου Ευθυμίου, που μετεγράφη νόμιμα στο τόμο ... και στον αριθμό 31 των αυτών ως άνω βιβλίων μεταγραφών ο εν λόγω αγρός περιήλθε στον Ι. Κ., που υπερθεμάτισε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη αληθούς κυρίου Θ.

Θ. Κ.. Κατά την εν λόγω κατακυρωτική έκθεση (και το προμνησθέν παραχωρητήριο) ο εν λόγω αγρός έχει έκταση δύο περίπου στρέμματα, διαχωρίζεται από την αμαξιτή οδό Μονεμβασίας - Βοιών και συνορεύει βόρεια με αγρό Π. Ρ. και Ι. Γ., νότια με άγριο τόπο, ανατολικά με θάλασσα και δυτικά με αγρό Π. Μ.. Με το υπ' αρ. .../21-12-1898 συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μονεμβασίας, που μετεγράφη νόμιμα στον τόμο ...

και στον αριθμό 31 των αυτών ως άνω βιβλίων μεταγραφών ο έως τότε αληθής κύριος Ι. Κ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως τον εν λόγω αγρό στον Α. Β.. Με το υπ' αριθ. .../1898 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Μονεμβασίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και στον αριθμό 97 των αυτών βιβλίων μεταγραφών, ο έως τότε αληθής κύριος Α.

Β. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Θ. Θ. Κ.. Με το υπ' αρ. .../30-1-1922 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Θεοδώρου Ρίτσου, που μετεγράφη νόμιμα στον τόμο ... και στον αριθμό 286 των αυτών βιβλίων μεταγραφών ο έως τότε αληθής κύριος Θ. Θ. Κ. μεταβίβασε τμήμα του εν λόγω αγρού εκτάσεως 300 τμ στον Ι. Μ..

Ο τελευταίος με το υπ' αριθ. .../12-4-1922 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Θεοδώρου Π. Ρίτσου, που μετεγράφη νόμιμα στον τόμο ... και στον αριθμό 331 των αυτών βιβλίων μεταγραφών, μετεβίβασε λόγω πωλήσεως εδαφικό τμήμα εκτάσεως 1 στρέμματος περίπου με τη δουλεία "της μη ανεγέρσεως οικίας παραπλεύρως της αμαξιτής οδού και εις μήκος δέκα μέτρων από του φρέατος Αγίου Γεωργίου" στον Α.

Ρ.. Με το υπ' αριθ. .../9-12-1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Δημοσθένη Κοντάκου, που μετεγράφη στον τόμο ... και στον αριθμό 248 των αυτών βιβλίων μεταγραφών ο έως τότε αληθής κύριος Α. Ρ. μετεβίβασε λόγω πωλήσεως τμήμα του εν λόγω ακινήτου επιφανείας % του στρέμματος στον Γ. Β. Ρ.. Ο τελευταίος με το υπ' αριθ. .../13-5-1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν.

Ιωνίας Δημητρίου Κοντάκου που μετεγράφη στον τόμο ... και στον αριθμό 509 των αυτών βιβλίων μεταγραφών μετεβίβασε λόγω πωλήσεως τμήμα του εν λόγω αγρού εκτάσεως 350 τμ στις Ε. Σ. Μ. και Μ. -Φ. Λ. Λ. κατά ποσοστό ένα δεύτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου σε εκάστη. Στο εν λόγω συμβόλαιο επεσυνάφθη και σχεδιάγραμμα, στο οποίο το πωληθέν απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει δυτικά με δημόσια αμαξιτή οδό Μονεμβασιάς-Νομίων-Νεαπόλεως επί μήκους 30 μ.

περίπου, βορείως με ιδιοκτησία Ι. Β. Μ. επί μήκους 12μ περίπου, ανατολικώς με αιγιαλίτιδα ζώνη του λιμένος Μονεμβασίας -προκυμαία θαλάσσης επί πλευράς μήκους 30 μ περίπου και μεσημβρινώς με ιδιοκτησία Δημοσίου επί πλευράς μήκους 12 μ. περίπου εφαπτομένης του εξωτερικού χείλους φρέατος "Αγίου Γεωργίου". Επίσης κατά το εν λόγω συμβόλαιο στο εμφαινόμενο με γραμμοσκιά τμήμα του οικοπέδου υπό στοιχεία Α-Ε-Ζ-Δ-Α επιφανείας 120 τμ υφίσταται δουλεία του μη υψούν κτίσματα, δυνάμει του προμνησθέντος υπ' αριθ. .../12-4-1922 συμβολαίου.

Το επίδικο (350 τμ περίπου) που μεταβιβάστηκε δυνάμει του ως άνω υπ' αριθ. .../1966 συμβολαίου ήταν το τελευταίο τμήμα της εν λόγω μεγαλύτερης εκτάσεως, ιδιοκτησίας του Γ. Ρ., που πωλήθηκε απ' αυτόν. Νωρίτερα είχε προβεί στην πώληση των ακόλουθων τμημάτων από τα συνολικώς ανήκοντα σ' αυτόν 750 τμ, ως εξής : α. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. .../14-2-1951 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Δημοσθένους Κοντάκου μεταβίβασε αιτία πωλήσεως 13,5 τ.μ.

στον Χ. Μ., β) δυνάμει του νομίμως καταγραφέντος υπ' αριθ. .../18-4-1951 συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου μεταβίβασε αιτία πωλήσεως 90 τμ στην Κ. Α., γ) δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. .../18-1-1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνίνου Τούντα μεταβίβασε αιτία πωλήσεως 130 τ. μ. στη Γ. συζ. Ι.

Γ. και δ) δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. .../28.8.1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Δημοσθένους Ιωάν. Κοντάκου μεταβίβασε αιτία πωλήσεως 160 τ.μ. στους Ι. Μ. και Α. συζ. Ι. Μ.. Στις 18-3-1990 απεβίωσε η εκ των συγκυρίων Μ. Σ. Μ., η οποία με την από 28-11-1983 μυστική διαθήκη της που είχε καταθέσει στον συμβολαιογράφο Αθηνών, συνταχθείσης της με αριθμό .../1983 πράξεως του και η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ' αριθ. 1291/1990 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέλειπε το κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου ιδανικό της μερίδιο επί του προπεριγραφέντος οικοπέδου στην συγκυρία του υπολοίπου ιδανικού μεριδίου Μ.-Φ.

Λ. Λ.. Η τελευταίο με την υπ' αριθ. .../24-4-1990 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρομάχης Τριβυζά - Κοτσώνη, που μετεγράφη στον τόμο ... και στον αριθμό 66 των αυτών βιβλίων μεταγραφών απεδέχθη την επαχθείσα κληρονομιά. Έτσι κατέστη αποκλειστική κυρία του επιδίκου οικοπέδου. Η τελευταία με το υπ' αριθ. .../20-3-1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Σεχιώτη, που μετεγράφη στον τόμο ...

και στον αριθμό 19 των αυτών βιβλίων μεταγραφών μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το ακίνητο αυτό στις : α. Κ. συζ. Ι. Τ. -Κ. κατά ποσοστό τρία τέταρτα % εξ αδιαιρέτου και κατά το υπόλοιπο ποσοστό ένα τέταρτο 1/4 εξ αδιαιρέτου στον Α. Κ.. Οι εν λόγω συγκύριοι με το υπ' αριθ. .../14-6-1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Ρόϊδως Αάβου - Κουρκούλη, που μετεγράφη στον τόμο ...

και στον αριθμό 84 των αυτών βιβλίων μεταγραφών μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως το εν λόγω οικόπεδο στον Γ. Μ., τέταρτο των καθών η κύρια παρέμβαση και δεύτερο των ήδη εφεσίβλητων. Στο εν λόγω συμβόλαιο έχει προσαρτηθεί το από Μαΐου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονας μηχανικού, σύμφωνα με το οποίο το πωληθέν έχει επιφάνεια 353,91 τμ, απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α και οριοθετείται βόρεια επί πλευράς μήκους 12 μ με ιδιοκτησία Ι.

Μ., Νότια επί πλευράς μήκους 10,75 μ με δημόσιο χώρο, δυτικά επί πλευρών συνολικού μήκους 30 μ με κοινοτική οδό και ανατολικά επί πλευράς μήκους 30 μ με παραλία και θάλασσα. Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 1144/7-8-1991 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου εξοφλήθηκε από τον προαναφερθέντα αγοραστή το συμφωνηθέν τίμημα.

Από τα παραπάνω συμβολαιογραφικά έγγραφα είναι προφανές ότι ο Γ. Μ. (τέταρτος των καθών η κύρια παρέμβαση και δεύτερος των εφεσίβλητων) φέρεται να απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ήτοι εξ αγοράς παρ' αληθών κυρίων που στήριζαν το δικαίωμα τους σε αδιάκοπη σειρά νομίμων τίτλων (συμβολαιογραφικό έγγραφα νομίμως μεταγραφέντα), που ανατρέχουν σε παραχωρητήριο του Ελληνικού Κράτους, του έτους 1880 και το οποίο θεμελιώνει πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος.

Όπως επίσης αποδείχθηκε, αυτός κατέστη κύριος τούτου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το έτος 1991 που αγόρασε το επίδικο, το νέμεται και το κατέχει συνεχώς και αδιαλείπτως ασκώντας σ' αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, προσμετρώντας δε στο δικό του χρόνο νομής και τον με τα αυτά προσόντα χρόνο αδιάκοπης και ανεπίληπτης νομής των δικαιοπαρόχων του (αμέσων, απωτέρων και απωτάτων) που νέμονταν και κατείχαν τούτο από το έτος 1880 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή χωρίς βαρεία αμέλεια έχοντας την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητα, (ΑΠ 147/1993 ΝοΒ 42.187, ΑΠ 980/1990 Δνη 32. 560, Εφ.

Ναυπλ. 579/1989 Δνη 32. 1320). Ειδικότερα δε αυτός προέβη σε καταμέτρηση, καθαρισμό και επίβλεψη τούτου. Επίσης με την από 25-5-92 αίτηση του προς την Κοινότητα Μονεμβασίας ζήτησε την ένταξη του επίδικου εντός του σχεδίου του οικισμού "Γέφυρας" Μονεμβασίας και με την από 9-9-94 αίτηση του προς το Δασαρχείο Μολάων ζήτησε βεβαίωση περί εποπτεύσεως ή μη αυτού από τη Δασική Υπηρεσία.

Όλοι δε οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι του, μέχρι το έτος 1950 το καλλιεργούσαν με δημητριακά, το επισκέπτονταν και επέβλεπαν τα όρια του. Επίσης, κατόπιν αιτήσεως των δικαιοπαρόχων του Γ. Μ., Ε. Μ. και Μ.-Φ. συζ. Μ. Ζ. - θυγ. Λ. Λ., εξεδόθη η υπ' αριθ. 310/5-11-1966 άδεια περιφράξεως του επιδίκου. Η παραπάνω εξαχθείσα κρίση ενισχύεται και από έκθεση του Α.

Γ., τοπογράφου μηχανικού, που διορίστηκε πραγματογνώμονας, η οποία χωρίς ενδοιασμούς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι : α. το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από το κυρίως παρεμβάν και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο τίτλους, δηλαδή δεν αποτελεί τμήμα της δημόσιας εκτάσεως που είναι καταγεγραμμένη στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων της Δ.Ο.Υ.

Μολάων με Α.Β.Κ. 196-197-198. Στο εν λόγω συμπέρασμα ορθώς κατέληξε ο πραγματογνώμονας συσχετίζοντας το προσκομιζόμενο από το κυρίως παρεμβαίνον από Δεκεμβρίου 1990 σκαρίφημα δημόσιου κτήματος ΑΒΚ-196-197-198 της Οικονομικής Εφορίας Μολάων, που συνέταξε η υπάλληλος της ΚΕΔ (Κλιμάκιο Ναυπλίου) Ε. Μ. με το συνόδευαν την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα.

Σύμφωνα με το πρώτο των εν λόγω εγγραφών, από τη διασταύρωση της κοινοτικής οδού προς Μονεμβασία και της Κοινοτικής οδού, η ιδιοκτησία του Δημοσίου και ειδικότερα των δημοσίων Κτημάτων ΑΒΚ 196-197-198 έχει πρόσωπο στο δρόμο προς Μονεμβασία 40 μ., ενώ σύμφωνα με το δεύτερο, από το τέλος του επιδίκου μέχρι τη γωνία των δρόμων τα ανωτέρω κτήματα του Ελληνικού Δημοσίου έχουν πρόσωπο στο δρόμο αυτό 42,80 μ.

και επομένως δεν υπάρχει αλληλοκάλυψη των εν λόγω δημοσίων κτημάτων με το επίδικο. Και β. ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους ανωτέρω τίτλους του τετάρτου των καθών η παρέμβαση και ήδη δευτέρου των εφεσίβλητων Γ. Μ., δεδομένου ότι τα συμβόλαια αυτά διαχρονικά έχουν μεταξύ τους κοινά σημεία αναφοράς ως προς τους αγοραστές, τους πωλητές και τα όρια του επιδίκου, η διαφορά των εκάστοτε εμβαδών που εμφαίνεται στους τίτλους από το 1880 έως το 1950 οφείλεται ενδεχομένως στον τρόπο μέτρησης, στις δηλώσεις των ιδιοκτητών προς τους συμβολαιογράφους και στη μείωση του εμβαδού των αγροτεμαχίων που είχαν πρόσοψη σε δρόμο λόγω διαπλάτυνσης του.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται έτι περισσότερον και από τα ακόλουθα στοιχεία : τα υπόλοιπα τέσσερα ακίνητα, που επώλησε δικαιοπάροχος του καθού Γ. Ρ. (υπ' αριθ. ..../1951, .../1951, .../1962 και .../1963 συμβόλαια) προς τους Χ. Μ., Κ. Α., Γ. συζ. Ι. Γ. και Ι. και Ά. Μ., αντίστοιχα και τα οποία βρίσκονται βόρεια του επιδίκου και συνορεύουν ανατολικά κι αυτά με παραλία και θάλασσα, αν και προέρχονται από τους ίδιους ως άνω τίτλους δεν διεκδικήθηκαν ποτέ από το Ελληνικό Δημόσιο αλλά αντιθέτως έχουν περιφραχθεί και έχουν ανεγερθεί εντός αυτών οικοδομές.

Επιπλέον, όπως αποτυπώνεται στο προαγόμενο από τους διαδίκους από Σεπτεμβρίου 1963 τοπογραφικό "οικοπέδου της κοινότητος Μονεμβασίας", που συνέταξε ο Α. Κ., το οικόπεδο που θεωρούσε τότε δικής της ιδιοκτησίας η κοινότητα Μονεμβασίας και το οποίο στην πραγματικότητα ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, (ΑΒΚ 196-197-198) συνορεύει με οικόπεδο Γ.

Ρ., ο οποίος τότε (Σεπτέμβριος 1963) είχε στην κυριότητα του μόνο το τελευταίο τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης του (επίδικο), ήτοι τα 350 τ.μ που πώλησε στις Ε. Μ. και Μ.-Φ. συζ. Μ. Ζ.. Επίσης, σύμφωνα με την ίδια ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στα ακίνητα που έχουν καταγραφεί στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων της Δ.Ο.Υ Μολάων με τα στοιχεία ΑΒΚ 196-197-198.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το ότι το εκκαλούν Ελληνικό μέσω της Κ.Ε.Δ εξεμίσθωσε την χρήση του επιδίκου σε διάφορους μισθωτές (Κ., Τ., Φ.), προκειμένου να χρησιμοποιείται ως χώρος τοποθέτησης τραπεζοκαθισμάτων. Και τούτο γιατί η εν λόγω ενέργειες του έλαβαν χώρα από τον Δεκέμβριο του 1994 και μετά, ήτοι μετά την έναρξη της επιδικίας, και αφορούν μικρό τμήμα του επιδίκου ακινήτου.

Εξ ουδενός στοιχείου απεδείχθη ότι το επίδικο : 1 ότι αποτελεί αιγιαλό, ήτοι έκταση καλυπτόμενη από τα μέγιστος πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμμάτων, 2 ότι περιήλθε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κυριαρχικά) δικαιώματι πολέμου, με την ιδιότητα του διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, σε εφαρμογή της συναφθείσης στις 9-7-1832 Συνθήκης της Κων/λεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19- 6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, 3 ότι αποτελούσε βοσκότοπο ή λιβάδι, του οποίου ουδείς εκ των δικαιοπαρόχων της δωρήτριας είχε αναγνωρισθεί κύριος κατά την προβλεπόμενη από το ΒΔ 3/15-12-1833 διαδικασία, αφού μέχρι το έτος 1950 εκαλλιεργείτο με δημητριακά, 4 ότι το κυρίως παρεμβάν Ελληνικό Δημόσιο νεμόταν την έκταση αυτή με διάνοια κυρίου από της απελευθερώσεως του Ελληνικού Κράτους από τους Τούρκους και εφεξής, αφού τούτο από του έτους 1880 που παραχωρήθηκε νόμιμα και εφεξής και μέχρι το θέρος του έτους 1991 το ενέμοντο με διάνοια κυρίου, καλή πίστει και δυνάμει των προαναφερομένων νομίμων τίτλων οι δικαιοπάροχοι του δευτέρου των εφεσίβλητων.

Και 5 ότι όντας αδέσποτο, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατ' άρθρο 972 ΑΚ με βάση το άρθρο 16 του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", αφού το έτος 1880 παραχωρήθηκε στον απώτατο διακιοπάροχο του δευτέρου των εφεσίβλητων". Ακολούθως, μετ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως και παραδοχή της ιδίας ενστάσεως κυριότητος του δευτέρου εκ των αναιρεσιβλήτων, έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την υπό του αναιρεσείοντος ασκηθείσα κυρία παρέμβαση απευθυνθείσα κατά των αναιρεσιβλήτων, δια της οποίας εζήτησε αυτός να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητος του επί της επιδίκου εδαφικής εκτάσεως, εμβαδού 345,98 τ.μ..

Με την κρίση του αυτή, και με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, αφού με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διέλαβε σ' αυτήν όλα τα κτητικά της κυριότητος επί του επιδίκου περιστατικά από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και ειδικότερα ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του Θ.

Κ., έγινε κύριος του επιδίκου με το υπ' αριθμ. 27925/30.6.1980 παραχωρητήριο του αναιρεσείοντος, νομίμως μεταγραφέν, καθώς και ότι, μετά τις διαδοχικές μεταβιβάσεις του επιδίκου, όπως αυτές αναλυτικώς διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτός (δεύτερος εκ των αναιρεσιβλήτων), με το υπ' αριθμ. .../14.6.1991 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μονεμβασίας Ρόϊδως Λάβου-Κουρκούλη, νομίμως μεταγραφέν στα οικεία βιβλία μεταγραφών, κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο.

Υπάρχει δε πληρότητα αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση περί του ότι το επίδικο περιλαβάνεται στην εδαφική (μείζονα) έκταση των δύο στρεμμάτων που αναφέρεται στο προμνημονευθέν παραχωρητήριο, καθώς και σε όλα τα μεταγενέστερα συμβόλαια, που αποτελούν τους τίτλους κυριότητος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου.

Η δε προβαλλόμενη αιτίαση περί υπάρξεως ασάφειας ή αντιφάσεως στην προσβαλλομένη απόφαση, συνισταμένης στο ότι σ' αυτήν αναφέρονται δύο διαφορετικές θέσεις, αναφορικώς με το επίδικο, ήτοι η θέση "Άγιος Γεώργιος" και η θέση "Λίμνες", ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν εδέχθη, αντιφατικώς, την ύπαρξη δύο διαφορετικών θέσεων του επιδίκου, ώστε να ανακύπτει ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα της πραγματικής του ταυτότητος, αλλά μία, ήτοι την θέση "Άγιος Γεώργιος", η οποία, όμως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ταυτίζεται με την θέση "Λίμνες" που αναφέρεται στο ανωτέρω παραχωρητήριο.

Επομένως, η περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτίαση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Περαιτέρω, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από του αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για ευθεία κα/ εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, αναφορικώς με την έκτακτη χρησικτησία και τον συνυπολογισμό στην νομή χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του δευτέρου αναιρεσιβλήτου στον χρόνο της ιδικής του νομής.

Η αιτίαση, όμως, αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται και ως τοιαύτη είναι απορριπτέα, γιατί η αιτιολογία της αποφάσεως ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητος επί του επιδίκου, επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της και οποιοδήποτε σφάλμα ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητος (έκτακτη χρησικτησία), δεν επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως.

V. Επειδή, από την διάταξη του όρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, .αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς,οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση, ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με τη αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί καμία απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, έκθεση πραγματογνωμοσύνης γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις, λοιπά έγγραφα), από τα οποία το Εφετείο σχημάτισε την δικανική του πεποίθηση περί του τρόπου κτήσεως της κυριότητος από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

VΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, τα οποία είναι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρούν στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 11/1982). Και έχει μεν την υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση εκάστου αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι προς σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του δώδεκα έγγραφα, όπως εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, δηλαδή τα ακόλουθα: 1) Χ.3166/3-8-1949 της Δ/νσης Δημ.

Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών προς την Οικον. Εφορία Επιδαύρου Λιμηράς. 2) Χ.3759/5-10-1949 της Δ/νσης Δημ. Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών προς την Οικον. Εφορία Επιδαύρου Λιμηράς. 3) Δ1352/10-10-951 της Οικον. Εφορίας Επιδαύρου Λιμηράς προς τη Δ/νση Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών. 4) 6/Δ510/17-8-1949 της Οικονομικής Εφορίας Επιδαύρου Λιμηράς προς τον Αστυνομικό Σταθμάρχη Μονεμβασίας. 5) Χ781/14-3-1951 της Δ/νσης Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών προς τον Οικον.

Έφορο Επιδαύρου Λιμηράς. 6) 2494/Δ978/10-10-1951 της Οικον. Εφορίας Επιδαύρου Λιμηράς προς τη Δ/νση Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών. 7) 3003/Δ/1193/17/11/53/14-11-1953 της Οικον. Εφορίας Επιδαύρου Λιμηράς προς τη Γενική Δ/νση Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών. 8) 3309/Δ/25/9/1/54/4-1-1954 της Οικον. Εφορίας Επιδαύρου Λίμπρας προς τον Αστυνομικό Σταθμάρχη Μονεμβασίας. 9) 336/Δ/88/2/2/55/31-1-1955 της Οικον.

Εφορίας Επιδαύρου Λιμηράς προς τον Αστυνομικό Σταθμάρχη Μονεμβασίας. 10) το με αριθ. πρωτ. 1406/4-5-55 έγγραφο - αίτηση του Υπ. Οικονομικών προς τον Εισαγγελέα Σπάρτης. 11) Την υπ' αριθ. 26α/1955 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Σπάρτης. 12) Τις από 11-7-1949 και 23-1-1951 υπεύθυνες δηλώσεις των Π. Δ. Χ. και Ν. Δ. Χ. αντίστοιχα, με τις οποίες αναγνωρίζουν ότι η μείζονα έκταση στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.

Από την στην προσβαλλομένη όμως απόφαση υπάρχουσα βεβαίωση, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έλαβε υπόψη όλα τα από τους διαδίκους προσαχθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα σε συνδυασμό και προς το σύνολο, των αιτιολογιών της, καθίσταται, χωρίς αμφιβολία, βέβαιο, ότι συνεξετίμησε, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ανωτέρω έγγραφα, μολονότι δεν γίνεται χωριστή μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά. Επομένως, ο ανωτέρω (έβδομος) λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 235/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ