Legislator Case Law & Legislation
1071/2011 AI generated

1071/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1071/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1071/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκτός αυτών ο εργαζόμενος απέναντι στη μονομερή βλαπτική μεταβολή μπορεί να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη του καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρ. 656 του ΑΚ [καταβολή μισθών υπερημερίας].

Keywords

AI generated
right to install an antenna broadcasting right journalist access to files broadcasting fee misuse of a telecommunications installation telecommunications services
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1071 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1071/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ANTENNA TV, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Χρήστο Πετρόπουλο και Γεώργιο Νικολόπουλο.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Έ. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Λεωνίδα Μαραβέλη και Γεώργιο Γεωργακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-10-2006 και 25-10-2006 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητης αντίστοιχα, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 1712/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεων η 7425/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-4-2010 αίτησή της και τους από 19-02-2011 πρόσθετους λόγους .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 28-04-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψη αυτών, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρ. 7 εδ.α' του Ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλος, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ων ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων της εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σε αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς τον νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρ. 258, 648 και 652 του ΑΚ, προκύπτει ότι εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό των όρων παροχής της εργασίας, δεν επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της συμβάσεως ούτε υπάρχει υποχρέωση του εργαζομένου να αποδεχθεί τη μεταβολή ή να αποχωρήσει από την υπηρεσία του αλλά εάν μεν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, του παρέχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή, κατά το άρθρ. 7 του Ν. 2112/1920 ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από τον νόμο αποζημίωση, εάν δε η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, του παρέχεται το δικαίωμα να την καταγγείλει, κατά το άρθρ. 672 του ΑΚ, για σπουδαίο λόγο και να ζητήσει, κατ' άρθρ. 677 του ίδιου κώδικα, από τον εργοδότη την καταβολή αποζημιώσεως, που συνίσταται στους μισθούς κατά το από της καταγγελίας και μέχρι τη λήξη της συμβάσεως χρονικό διάστημα.

Εκτός αυτών ο εργαζόμενος απέναντι στη μονομερή βλαπτική μεταβολή μπορεί να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη του καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρ. 656 του ΑΚ [καταβολή μισθών υπερημερίας].

Σπουδαίο λόγο για καταγγελία της συμβάσεως αποτελούν ένα ή περισσότερα περιστατικά, μεμονωμένα ή συμπλεκτικά αξιολογούμενα, τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή τη συνέχιση της συμβάσεως για ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στην καθορισμένη λήξη της, ακόμη και ανεξάρτητα από πταίσμα ή υπαιτιότητα εν γένει από πλευράς αντισυμβαλλομένου του καταγγείλαντος ή πρόκληση ζημίας στον τελευταίο (ΑΠ (Ολ) 10/1995).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Κατά τη διάταξη δε του άρ. 19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νομική βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία, ΑΠ (Ολ) 1/1999].

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς, δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται σ' αυτά αιτίαση για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ομοίως δε δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως εκ του ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα:

Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία εκμεταλλεύεται τηλεοπτικό σταθμό με ομώνυμο με την επωνυμία της διακριτικό τίτλο, η δε ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος. Με την από 25-9-2002 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των, η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από τον αναιρεσείοντα για να παρουσιάζει το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού, θα παρείχε δε τις υπηρεσίες της σύμφωνα με τις οδηγίες και υποδείξεις του Προϊσταμένου της Διευθυντή Ειδήσεων Ι.

Μ., καθώς και της Γενικής Διευθύνσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, έναντι [αρχικής] μηνιαίας αμοιβής 6.300 ευρώ πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας. Το καθημερινό ωράριο απασχόλησής της, το οποίο περιελάμβανε την απαιτούμενη προετοιμασία και την τελική παρουσίαση καθόρισε η εργοδότρια εταιρεία μεταξύ των ωρών 15οο και 22οο επιφυλάσσοντας για τον εαυτό της το δικαίωμα μεταβολής του ανάλογα με τις ανάγκες του δελτίου.

Παράλληλα, η δημοσιογράφος υποχρεούτο να εκφωνεί τα ολιγόλεπτα διαφημιστικά προώθησης του δελτίου [trailers], τα έκτακτα δελτία ειδήσεων και θα συμμετείχε συμβουλευτικά στην διαμόρφωση των ειδήσεων και τη δομή τους, ενώ αποκλείσθηκε κάθε δραστηριότητά της σε άλλες ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις. Επίσης, δυνάμει της από 25-9-2002 δεύτερης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, η οποία ονομάσθηκε από αυτούς "σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας", η αναιρεσίβλητη δημοσιογράφος ανέλαβε την επεξεργασία, επιμέλεια και παρουσίαση εβδομαδιαίας "ζωντανής", ενημερωτικής εκπομπής με τίτλο: "..." έναντι μηνιαίας αμοιβής 5.100 ευρώ.

Η τηλεοπτική μετάδοση της άνω εκπομπής συμφωνήθηκε να καθορισθεί μεταξύ των ημερών Δευτέρας έως και Πέμπτης κατά τη βραδινή ζώνη τηλεθέασης, με ώρα έναρξης πριν από την 24οο ώρα. Βάσει των όρων της δεύτερης αυτής σύμβασης η αναιρεσίβλητη υποχρεούτο να παρευρίσκεται στον τόπο και τον χρόνο που υποδείκνυε η εργοδότρια εταιρεία προκειμένου να εκτελεί τα καθήκοντα της (την προετοιμασία των κειμένων, της τηλεοπτικής εμφάνισης και τη διαφημιστική προώθηση), ενώ η εργοδότρια επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα να μεταβάλλει τις ώρες προβολής, εντός της ίδιας τηλεοπτικής ζώνης.

Επίσης, βάσει των όρων της εν λόγω συμβάσεως η θεματολογία και τα ονόματα των προσκεκλημένων της εκπομπής, τους οποίους εσκόπευε να επιλέξει η δημοσιογράφος έπρεπε να γνωστοποιηθούν προηγουμένως στην αναιρεσείουσα και να εγκριθούν από αυτήν, η οποία διατήρησε ακόμη το δικαίωμα να μη μεταδίδει τις άνω εκπομπές, εάν έκρινε ότι θα μπορούσαν να προκαλέσουν την αστική ή ποινική της ευθύνη ή εάν άλλοι έκτακτοι λόγοι επέβαλαν τούτο.

Επίσης, αποκλείσθηκε η παροχή αναλόγων υπηρεσιών της δημοσιογράφου σε κάθε άλλη τηλεοπτική επιχείρηση, ενώ ο τίτλος της εκπομπής μαζί με το λογότυπο θα αποτελούσε πνευματική ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας εταιρείας. Η αρχική διάρκεια αμφοτέρων των ως άνω συμβάσεων συμφωνήθηκε για το χρονικό διάστημα από την 1η-9-2002 μέχρι την 31η-8-2005.

Τέλος, συνομολογήθηκε ότι οι δύο συμβάσεις αποτελούσαν "αναπόσπαστο και αδιαίρετο σύνολο" και η λύση της μιας θα επέφερε άμεσα και την λύση της άλλης". Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, αμφότερες οι ανωτέρω επίδικες συμβάσεις έχουν χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι κατά την εκτέλεση αυτών υπήρχε νομική εξάρτηση της εργαζόμενης δημοσιογράφου από την εργοδότρια εταιρεία, αφού η τελευταία ασκούσε εποπτεία και έλεγχο ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας της, ήταν υποχρεωμένη δε αυτή (εργαζόμενη) να υπακούει στις οδηγίες και εντολές του Προϊσταμένου της, Γενικού Διευθυντή Ειδήσεων και Ενημέρωσης της εργοδότριας εταιρείας.

Στον ανωτέρω χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών συνηγορεί και το γεγονός ότι συνομολογήθηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων η διάρκειά τους μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η λειτουργία των παραπάνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου εξελίχθηκε κατ' αρχήν ομαλά, η ισχύς δε αυτών παρατάθηκε δυνάμει των από 10-3-2005 δύο πρόσθετων πράξεων μέχρι την 31η-8-2008 με αύξηση της μηνιαίας αμοιβής της εργαζομένης σε 18.930 ευρώ για την πρώτη παροχή και 13.125 ευρώ για τη δεύτερη.

Από τα μέσα όμως του έτους 2004 λόγω πτώσεως του ποσοστού τηλεθέασης του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του εν λόγω τηλεοπτικού σταθμού, η αναιρεσείουσα, προς αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, την 25η-5-2006 ανακοίνωσε στην εργαζομένη την απόφαση της για πρόσληψη συμπαρουσιαστή του ως άνω δελτίου ειδήσεων. Η τελευταία αντέδρασε και με την από 5-6-2006 εξώδικη δήλωση της προς την εργοδότρια δήλωσε κατ' αρχήν ότι καταγγέλλει τις ως άνω εργασιακές συμβάσεις.

Μετά, όμως, την κοινοποίηση προς αυτήν της από 7-6-2006 εξώδικης απάντησης της εργοδότριας η εργαζόμενη με την από 16-6-2006 νέα εξώδικη δήλωσή της ανεκάλεσε την κατά τα άνω καταγγελία και δήλωσε ότι εμμένει στις εν λόγω συμβάσεις. Ακολούθως, η εργοδότρια εταιρεία δυνάμει της από 1-7-2006 συμβάσεως που κατάρτισε με τον δημοσιογράφο Ν.

Ε. προσέλαβε αυτόν ως συμπαρουσιαστή του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού και ως Αναπληρωτή Διευθυντή Ειδήσεων και Ενημέρωσης. Παράλληλα καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων τη 12-7-2006 δεύτερη πρόσθετη πράξη των επίδικων συμβάσεων με την οποία η αναιρεσίβλητη δημοσιογράφος ανέλαβε και αυτή τα καθήκοντα της Αναπληρώτριας Διευθύντριας Ειδήσεων και Ενημέρωσης του σταθμού, άνευ προσθέτου ανταλλάγματος, ενώ κατά τα λοιπά παρέμεναν σε ισχύ οι όροι της υφιστάμενης από 25-9-2002 σύμβασης εργασίας αυτής, όπως είχε τροποποιηθεί με τη μεταγενέστερη από 10-3-2005 πρόσθετη πράξη αυτής.

Βάσει των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων, οι δύο παρουσιαστές θα ήταν ισότιμοι και θα είχαν ίσες αρμοδιότητες, ήτοι το δικαίωμα προτάσεων για τη διαμόρφωση της δομής και του περιεχομένου των ειδήσεων κατά τις συσκέψεις του Τμήματος στη διάρκεια προετοιμασίας τους, ανάλογο χρόνο παρουσίασης και σχολιασμού των θεμάτων της επικαιρότητας, δυνατότητα μεταβολών σε συνεννόηση με το "control" κατά τη ροή της παρουσίασης, ενώ με την τελική επιλογή στα ζητήματα αυτά και την επίλυση των διαφωνιών τους είχε επιφορτισθεί ο άμεσος, κοινός προϊστάμενος αμφοτέρων Ι.

Μ.. Η εργοδότρια εταιρεία όμως κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και με τον σκοπό προωθήσεως του ως άνω δημοσιογράφου Ν. Ε. παραχώρησε σε αυτόν αρμοδιότητες ευρύτερες και ανώτερες αυτών που ασκούσε η αναιρεσίβλητη. Συγκεκριμένα, την 9-9-2006 ο ανωτέρω έλαβε τον τίτλο του Διευθυντή Ειδήσεων, η βαθμολογική δε αυτή αναβάθμισή του συνδέθηκε και με περιστατικά τα οποία υποβάθμιζαν τη μέχρι τότε θέση εργασίας της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, παραγνωρίσθηκε ο γνωμοδοτικός της ρόλος ως προς το περιεχόμενο και τη ροή των ειδήσεων. Επίσης, δεν υπήρξε σαφής ενημέρωσή της για τα παρουσιαζόμενα από αυτήν θέματα, ούτε ήταν προκαθορισμένη η σειρά της τηλεοπτικής προβολής τους. Εξάλλου, η σημαντική γι' αυτήν μέχρι τότε αρμοδιότητά της, δηλαδή ο τελικός σχολιασμός των "ζωντανών" θεμάτων και των συζητήσεων του δελτίου ειδήσεων δεν επιμερίσθηκε μεταξύ των δύο παρουσιαστών, όπως ανέμενε κατά τα συμφωνηθέντα, αλλά της αφαιρέθηκε εντελώς.

Επί πλέον, ο ως άνω συμπαρουσιαστής της με την ιδιότητά του πλέον του Διευθυντή Ειδήσεων αναλάμβανε την πρωτοβουλία μεταβολής της σειράς των θεμάτων παρουσίασης κατά τη διάρκεια της εκπομπής σε συνεννόηση με το κέντρο ελέγχου διεξαγωγής της ["control"]. Συνεπεία της ως άνω κατάστασης που δημιουργήθηκε, η αναιρεσίβλητη αντιμετώπιζε δυσκολίες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η εικόνα δε του υποσκελισμού της από τον συνάδελφό της Ν.

Ε. ήταν εμφανής όχι μόνο στον κύκλο των συνεργατών της, αλλά και στο τηλεοπτικό κοινό και έβλαπτε σοβαρά την επαγγελματική της υπόσταση. Παρά τις σχετικές διαμαρτυρίες της προς την αναιρεσείουσα, η προπεριγραφείσα κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι την 4-10-2006, οπότε η αναιρεσίβλητη προέβη εγγράφως σε καταγγελία αμφοτέρων των ένδικων συμβάσεων επικαλούμενο σπουδαίο λόγο.

Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο, οι ανωτέρω ενέργειες της εργοδότριας αποτελούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των εργασιακών συμβάσεων της αναιρεσίβλητης, διότι προκάλεσαν αυτές την άμεση περιστολή των αρμοδιοτήτων της και την εμφανή υποβάθμισή της έναντι του ως άνω συμπαρουσιαστή της δίχως αυτό να δικαιολογείται από τη σκοπιμότητα της καλύτερης οργάνωσης της επιχείρησης, συνιστούν δε επιπλέον καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, αφού η κατά τα άνω αδικαιολόγητη υπηρεσιακή υποβάθμιση της εργαζομένης είχε άμεσο αντίκτυπο στο επαγγελματικό κύρος αυτής.

Τα ανωτέρω αξιολογούμενα κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη αποτελούν εν προκειμένω σοβαρό λόγο καταγγελίας εκ μέρους της εργαζομένης των ως άνω εργασιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού καθιστούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης για ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη έως την καθορισμένη λήξη της.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί κατά το μέρος αυτό την αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε επιδικάσει αποζημίωση ίση με τους μισθούς που αντιστοιχούσαν στο από τον χρόνο της καταγγελίας και μέχρι τη λήξη των συμβάσεων χρονικό διάστημα.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο στα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα. Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ήταν περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης ότι αυτή και ο Ν.

Ε. θα ήταν ισότιμοι και θα είχαν ίσες αρμοδιότητες στην παρουσίαση του δελτίου ειδήσεων και ότι κατά παράβαση των συμφωνηθέντων η εργοδότρια εταιρεία με τις λεπτομερώς αναφερόμενες ενέργειές της μετέβαλε μονομερώς τους ως άνω όρους της συμβάσεως κατά τρόπο βλαπτικό για την αναιρεσίβλητη και ότι τα περιστατικά αυτά, αξιολογούμενα κατ' αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη αποτελούν σοβαρό λόγο καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, συνιστούν ορθή νομική υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην έννοια της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως.

Η περαιτέρω παραδοχή της αποφάσεως ότι "[οι ως άνω ενέργειες της αναιρεσείουσας] συνιστούν επί πλέον καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, αφού η κατά τα άνω αδικαιολόγητη υποβάθμιση της εργαζομένης είχε άμεσο αντίκτυπο στο επαγγελματικό κύρος αυτής", δεν επιδρά στη σαφήνεια και επάρκεια του προεκτεθέντος αποδεικτικού πορίσματος περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας, το οποίο στηρίζει αυτοτελώς και πλήρως το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά αποτελεί "επί πλέον" αιτιολογία, ως εκ τούτου δε οποιαδήποτε αιτίαση για ασάφεια ή ανεπάρκεια στην αιτιολογία περί καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος παρίσταται αλυσιτελής.

Επομένως, είναι αβάσιμοι, α]ο υπό στοιχ. 1.1 λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ περί αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί τω λόγω ότι δέχεται ότι υφίσταται παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας και ταυτόχρονα ότι η ίδια συμπεριφορά αποτελεί καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος άλλως περί ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι δεν προσδιορίζεται ποιες από τις βλαπτικές εκδηλώσεις της αναιρεσείουσας συνιστούν παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων και ποιες έγιναν κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος, β]ο υπό στοιχ. 1.2 από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ, την οποία εφάρμοσε ενώ δεν έπρεπε, γ]ο υπό στοιχ. 2.1 λόγος από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την παραδοχή ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί ισότιμης μεταχείρισης και ίσων αρμοδιοτήτων της αναιρεσίβλητης με τον συμπαρουσιαστή της Ν.

Ε. και ειδικότερα ότι δεν αναφέρεται εάν και με ποιο τρόπο καταρτίσθηκε η πιο πάνω συμφωνία, της οποίας τη σύναψη είχε αρνηθεί ρητά και αιτιολογημένα η αναιρεσείουσα και που κατά τους ισχυρισμούς της δεν περιλαμβάνεται σε καμία από τις μνημονευόμενες έγγραφες συμβάσεις των διαδίκων. Οι ελλείψεις δε στην ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που προαναφέρθηκε, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες και δεν ιδρύουν τον λόγο αυτό αναιρέσεως.

Ούτε ήταν αναγκαίος για την πληρότητα της αιτιολογίας ο προσδιορισμός των καθηκόντων και των εξουσιών που η αναιρεσείουσα είχε αναθέσει στην αναιρεσίβλητη και στον Ν. Ε. υπό την ιδιότητα του Αναπληρωτή Διευθυντή, δ]οι υπό στοιχ. 3.1, 3.2.2, 3.3.2, 3.4.2, 3.5.3 και 3.6 λόγοι από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, Ι].

ως προς το εάν η βαθμολογική αναβάθμιση με την απονομή του τίτλου του Διευθυντή Ειδήσεων στον συμπαρουσιαστή της Ν. Ε. επέφερε στον τελευταίο ευρύτερες και ανώτερες αρμοδιότητες από εκείνες της αναιρεσίβλητης και αν έτσι παραβιάσθηκε η συμφωνία της ισότιμης μεταχείρισης και

ΙΙ].ως προς τις παραδοχές ότι η απονομή του τίτλου του Διευθυντή Ειδήσεων στον Ν. Ε. συνδέθηκε με τα αναφερόμενα στην απόφαση περιστατικά, τα οποία υποβάθμιζαν τη μέχρι τότε θέση της εργασίας της αναιρεσίβλητης [παραγνώριση του γνωμοδοτικού της ρόλου ως προς το περιεχόμενο και τη ροή των ειδήσεων, μη σαφής ενημέρωση για τα παρουσιαζόμενα από αυτήν θέματα και μη προκαθορισμένη σειρά προβολής των, αντί του ισότιμου επιμερισμού, αφαίρεση του τελικού σχολιασμού των "ζωντανών" θεμάτων και των συζητήσεων του δελτίου ειδήσεων, ανάληψη πρωτοβουλιών από τον Διευθυντή Ειδήσεων να μεταβάλει τη σειρά των θεμάτων παρουσίασης κατά τη διάρκεια της εκπομπής σε συνεννόηση με το κέντρο ελέγχου [control] με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος των κατά τα άνω ουσιαστικών διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν.

Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαία η περαιτέρω παράθεση των αρμοδιοτήτων που παραχωρήθηκαν στον Ν. Ε. με την απονομή του τίτλου του Διευθυντή Ειδήσεων ούτε πώς γινόταν αντιληπτή η εικόνα του υποσκελισμού της στο τηλεοπτικό κοινού ούτε αν άμεσος προϊστάμενος αμφοτέρων των παρουσιαστών παρέμεινε ο Ι.

Μ. με εξουσία να αποφασίζει επί των ζητημάτων παρουσίασης του δελτίου και επίλυση τυχόν διαφωνιών. Το ίδιο ισχύει και για τις λοιπές επικαλούμενες αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την παραδοχή των κατ' ιδίαν, προαναφερθέντων ως άνω, περιστατικών που συνεπάγονται την υποβάθμιση της μέχρι τότε θέσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, διότι πρόκειται για ελλείψεις που δεν αναφέρονται στο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε αλλά γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19.

Το ίδιο ισχύει και για τον τέταρτο των προσθέτων από τον αρ. 19 λόγο αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας λόγω μη αναφοράς περιστατικών που να δικαιολογούν τις προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως περί βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης [όπως ειδικότερος προσδιορισμός του επιμερισμού των σχολίων υπό την έννοια της ισοκατανομής μεταξύ των συμπαρουσιαστών και βάσει ποιάς συμφωνίας συνομολογήθηκε ο επιμερισμός των σχολίων αυτών] και εντεύθεν της συνδρομής σπουδαίου λόγου να καταγγείλει η τελευταία τη σύμβαση.

Επίσης, είναι αβάσιμος και ο υπό στοιχ. 3.7 λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση περιείχε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν προσδιορίζεται αν η περιγραφόμενη, ως προς τα προεκτεθέντα περιστατικά συμπεριφορά της αναιρεσείουσας αποτελεί παραβίαση της συμφωνίας περί ισότιμης μεταχείρισης ή παραβίαση των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης, όπως ίσχυαν πριν από την πρόσληψη του Ν.

Ε., αφού από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσίβλητης. Ομοίως, με τον έκτο των προσθέτων από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο του μέρος αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 673 του ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα με τις αναφερόμενες στην απόφαση ενέργειές της αθέτησε τις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις της προς την αναιρεσίβλητη όχι διότι ενήργησε ώστε η παροχή της τελευταίας να εκπληρώνεται εφεξής με όρους δυσμενέστερους από πριν αλλά διότι η παρουσία του συμπαρουσιαστή της παρέσχε σε όλους την εντύπωση ότι οι εκ της συγκρίσεως εντυπώσεις δεν ήταν υπέρ αυτής, η οποία έτσι θεώρησε ότι υποσκελίζεται από τον Ν.

Ε. και αντιμετωπίζει δυσκολίες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Και ότι πάντως, αν πρόκειται για αντισυμβατική παραχώρηση αρμοδιοτήτων στον Ν. Ε., διότι δεν εκτίθεται ποιες αρμοδιότητες η αναιρεσίβλητη "επέτρεψε" ή "απαγόρευε" στην αναιρεσείουσα να παραχωρήσει στον συνάδελφό της και αν μια τέτοια συμφωνία θα ήταν έγκυρη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως που έχει προαναφερθεί, το Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια ότι υπήρχε συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας περί ισότιμης μεταχείρισης των δυο παρουσιαστών και ότι η πρώτη παραβίασε μονομερώς με τις ενέργειές της τη συμφωνία κατά τρόπο βλαπτικό για την αναιρεσίβλητη, αφού υπήρξε άμεση περιστολή των αρμοδιοτήτων της και εμφανώς υποβάθμισή της έναντι του συμπαρουσιαστή της, που είχε άμεσα αντίκτυπο στο επαγγελματικό της κύρος.

Τέλος, εφόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται στην προεκτεθείσα μονομερή βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης, οι υπό στοιχ. 4.1 και 4.2 του κυρίου δικογράφου, καθώς και ο έκτος των προσθέτων κατά το δεύτερο μέρος του λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται πλημμέλειες που έχουν σχέση με την καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ (9) 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχ. 2.2 λόγο αναιρέσεως αποδίδει την παραπάνω πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι καταρτίσθηκε συμφωνία περί ισότιμης μεταχείρισης των δύο συμπαρουσιαστών στηριζόμενο αποκλειστικά άλλως κατά κύριο λόγο στα έγγραφα της από 12-7-2006 πρόσθετης πράξης άλλως κατά κύριο λόγο στα έγγραφα της από 12-7-2006 πρόσθετης πράξης άλλως της από 25-9-2002 αρχικής σύμβασης ή της από 10-3-2005 πρόσθετης πράξης, έτσι δε υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα με το να αναγνώσει στοιχείο που δεν υπήρχε σε κανένα από τα παραπάνω έγγραφα, την περί ισότιμης δηλαδή μεταχείρισης υποχρέωση της αναιρεσείουσας έναντι της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται το περιεχόμενο των άνω εγγράφων, ώστε να προκύπτει από το αναιρετήριο αν το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ή εκτίμησε ανέλεγκτα το σύνολο αυτού, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της αποφάσεως που έχει προεκτεθεί δεν προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί ισότιμης μεταχείρισης των συμπαρουσιαστών αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις μνημονευόμενες έγγραφες συμβάσεις που συνήψαν οι διάδικοι, αλλά μόρφωσε τη γνώμη του από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν προσκομισθεί με επίκληση, μαζί με τα οποία συνεκτίμησε και τις αναφερόμενες συμβάσεις.

Επειδή κατά το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγων οι διατάξεις των άρθρ. 173 και 250 του ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρα ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Εν προκειμένω, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως εκτίθεται αναλυτικά σε προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι το Εφετείο, δεχόμενο την ύπαρξη συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας περί ισότιμης μεταχείρισης της αναιρεσίβλητης με τον συμπαρουσιαστή της στο δελτίο ειδήσεων, δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς τη φύση του περιεχομένου των εγγράφων [συμβάσεων] που αναφέρονται στην απόφαση.

Επομένως, ο υπό στοιχ. 2.3 προβαλλόμενος επικουρικά λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρο. 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, διότι εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί του εάν συντρέχει ή όχι περίπτωση εφαρμογής των, είναι αβάσιμος.

Επειδή λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρο. 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και στην περίπτωση λήψεως υπόψη "πραγμάτων", δηλαδή αυτοτελών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση λήψεως υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή για τη θεμελίωσή της [ΑΠ (Ολ) 294/1989].

Δεν συνιστά όμως τον λόγο αυτό η λήψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, παρότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της. Στην προκείμενη περίπτωση με τους υπό στοιχ. 3.2.1, 3.3.1, 3.4.1 και 3.5.1 από τον αρ. 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν με την αγωγή και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι η βαθμολογική αναβάθμιση του συμπαρουσιαστή της αναιρεσίβλητης στο δελτίο ειδήσεων Ν.

Ε. συνδέθηκε με τα παρακάτω περιστατικά που υποβάθμιζαν τη μέχρι τότε θέση της: α] παραγνωρίσθηκε ο γνωμοδοτικός της ρόλος ως προς το περιεχόμενο και τη ροή των ειδήσεων, β] δεν υπήρχε σαφής ενημέρωσή της για τα παρουσιαζόμενα από αυτήν θέματα, γ] δεν ήταν προκαθορισμένη η σειρά της τηλεοπτικής προβολής των παρουσιαζόμενων θεμάτων και δ] αφαιρέθηκε εντελώς από την αναιρεσίβλητη ο τελικός σχολιασμός των "ζωντανών" θεμάτων και των συζητήσεων του δελτίου ειδήσεων.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι οι πιο πάνω φερόμενοι ως αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι διευκρινιστικά περιστατικά της αγωγής στην οποία διαλαμβάνεται αίτημα της αναιρεσίβλητης περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της ορισμένου χρόνου συμβάσεώς της με την επίκληση σπουδαίου λόγου, που συνίστατο στο ότι η εργοδότρια εταιρεία κατά παράβαση των συμφωνηθέντων περί ισότιμης μεταχείρισης και ίσων αρμοδιοτήτων των δυο συμπαρουσιαστών κατά την παρουσίαση του δελτίου ειδήσεων, τοποθέτησε τον Ν.

Ε. στη θέση του Διευθυντή Ειδήσεων και επέφερε υποβάθμιση της μέχρι τότε θέσεως της αναιρεσίβλητης, που καθιστούσε αφόρητη γι' αυτήν τη συνέχιση των συμβάσεών της. Ομοίως ο από τον αυτό αρ. 8 του ίδιου άρθρου δεύτερος των προσθέτων λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη περιστατικά που υποδηλώνουν την καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, τα οποία όμως μόνο "εν σπέρματι" και "διηγηματικώς" εκτίθενται στην αγωγή, χωρίς η αναιρεσίβλητη να τα επικαλείται ως μέρος της ιστορικής βάσης της αγωγής της προς στήριξη των αξιώσεών της, ανεξαρτήτως του ότι είναι το μεν απαράδεκτο, διότι τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αρ. 8, το δε αλυσιτελώς αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι με τις ενέργειες της αναιρεσείουσας επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή της εργασίας της αναιρεσίβλητης, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη από το σύνολο των εκτιθεμένων στο δικόγραφο τα περιστατικά που κρίνονται ουσιώδη για τη στήριξη αγωγικού αιτήματος.

Επειδή κατά το άρθρ. 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τον αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, ο από τον αρ. 12 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδεικτική μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι'αυτά καθορίζει ο νόμος, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα [άρθρ. 352, 1438, 440, 447 του ΚΠολΔ].

Εν προκειμένω, με τον υπό στοιχ. 3.5.2 λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και πάντως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα και τα οποία αν ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα ως προς την παραβίαση της συμφωνηθείσας ισότιμης μεταχείρισης που δέχθηκε ότι έγινε εκ μέρους της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη α] τη δικαστική ομολογία που εμπεριέχεται στην αγωγή και στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία συνομολογεί ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία τήρησε πρακτική ισότιμης μεταχείρισής της με τον Ν. Ε. στον τρόπο παρουσίασης του δελτίου, που περιλαμβάνει την κατανομή των θεμάτων, σχολίων και τηλεοπτικού χρόνου και τον τελικό σχολιασμό των ζωντανών θεμάτων και συνεντεύξεων και β] τα δελτία ειδήσεων, που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα σε ψηφιακό δίσκο, όλων των ημερών που είχε γίνει παρουσίαση αυτών από κοινού από τους δυο παρουσιαστές και στα οποία εμφανίζεται η αναιρεσίβλητη να κάνει κανονικά τον τελικό σχολιασμό των ζωντανών θεμάτων του δελτίου.

Άλλως, ότι και αν έλαβε υπόψη την προαναφερθείσα δικαστική ομολογία, την εκτίμησε ελευθέρως και παρέλειψε να δώσει σε αυτήν την αυξημένη αποδεικτική ισχύ της πλήρους απόδειξης που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 352§1 του ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ, η αναιρεσίβλητη εκθέτει ότι η αναιρεσείουσα στην εξώδικη απάντησή της, μετά την καταγγελία των συμβάσεων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, αρνήθηκε τη βασιμότητα των λόγων καταγγελίας και εκτός άλλων ανάφερε ότι η αναιρεσείουσα "αν και αναγνώρισε πως υπήρχαν προβλήματα κατά την οργάνωση του δελτίου ειδήσεων, τα απέδωσε σε δική μου ευθύνη, ανέφερε μάλιστα πως κανείς τηλεθεατής δεν διέκρινε άνιση μεταχείρισή μου σε σχέση με τον κύριο Ε.

κατά την παρουσίαση του δελτίου ειδήσεων, παρόλο που αυτός είχε την ιδιότητα του Διευθυντή Ειδήσεων, ενώ εγώ τη θέση της Αναπληρώτριας Διευθύντριας και, τέλος, συνομολόγησε πως η ισότητα στη μεταχείρισή μου με τον κύριο Ε. εξαντλείτο στον τρόπο παρουσίασης του κεντρικού καθημερινού δελτίου ειδήσεων και στην κατανομή των εκφωνουμένων θεμάτων".

Όπως είναι σαφές, από την προδιαληφθείσα περικοπή της αγωγής δεν συνάγεται ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι η αναιρεσείουσα "τήρησε πρακτική ισότιμης μεταχείρισης" της αναιρεσίβλητης κατά την παρουσίαση του δελτίου ειδήσεων αλλά ότι η αναιρεσείουσα παραδεχόταν ότι υπήρχε τέτοια υποχρέωσή της για ισότιμη μεταχείριση της αναιρεσίβλητης κατά την παρουσίαση του δελτίου ειδήσεων.

Περαιτέρω, από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω δελτία ειδήσεων.

Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως από τους αρ. 11γ και 12 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Επειδή, όπως προκύπτει από την κρινόμενη αγωγή, κατά προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου της, το οποίο παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρ. 561§1 του ΚΠολΔ, η αναιρεσίβλητη εκθέτει μεταξύ άλλων ότι, κατά παράβαση των συμβατικών της δεσμεύσεων περί ισότιμης μεταχείρισης και ίσων αρμοδιοτήτων αυτής και του συμπαρουσιαστή της στο δελτίο ειδήσεων Ν.

Ε., η εργοδότρια εταιρεία παραχώρησε ευρύτερες και ανώτερες αρμοδιότητες στον τελευταίο, τον οποίο τοποθέτησε στη θέση του Διευθυντή Ειδήσεων και επέφερε υποβάθμιση της μέχρι τότε θέσεώς της και της επαγγελματικής της κατάστασης και κύρους. Οι ενέργειες δε αυτές της αναιρεσείουσας συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας της και αποτέλεσαν σπουδαίο λόγο για την εκ μέρους της καταγγελία αυτής και ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή αποζημίωσης.

Υπό τα εκτεθέντα περιστατικά είναι προφανές ότι η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και ότι η επίκληση της τοποθέτησης του Ν. Ε. στη θέση του Διευθυντή Ειδήσεων συνδυάζεται με την προκαλούμενη βάσει και άλλων περιστατικών παραβίαση της ισότιμης μεταχείρισης που είχε συμφωνηθεί ότι θα έχει η αναιρεσίβλητη κατά την παρουσίαση του δελτίου ειδήσεων με τον συμπαρουσιαστή της.

Επομένως, η αποδιδόμενη με τον πρώτο των προσθέτων από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι οι περιεχόμενες αιτιάσεις δεν αναφέρονται στην εκ μέρους της αναιρεσείουσας άσκηση κάποιου δικαιώματος, ενώ η τοποθέτηση του προαναφερθέντος στη θέση του Διευθυντή Ειδήσεων ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη και δεν αποτελεί αθέτηση της συμβάσεως, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος κατά την ως άνω αγωγική βάση σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Επειδή με τον τρίτο των προσθέτων λόγο αναιρέσεως από τα άρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης υπαγορεύθηκε από σπουδαίο λόγο και δη λόγω της εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος, η οποία επέφερε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στην αόριστη νομική έννοια της "καλής πίστης", του "σπουδαίου λόγου" και της "κατάχρησης του διευθυντικού δικαιώματος".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, όπως είχε εκτεθεί σε προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο δέχθηκε ότι με τις ενέργειες της αναιρεσείουσας επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης κατά παραβίαση των συμφωνηθέντων.

Επειδή με τον πέμπτο των προσθέτων λόγο αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 672 και 673 του ΑΚ με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη προέβη εγκύρως στην καταγγελία και της δεύτερης συμβάσεώς της με την αναιρεσείουσα και ότι η τελευταίο υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση και γι' αυτήν, χωρίς όμως να αναφέρεται στην αγωγή ούτε και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι συνέτρεξε αθέτηση των όρων και της συμβάσεως αυτής.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι είχε συνομολογηθεί ότι οι δυο συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, αποτελούσαν "αναπόσπαστο και αδιαίρετο σύνολο" και η λύση της πρώτης εργασιακής σύμβασης "θα επιφέρει άμεσα λύση ή καταγγελία και της δεύτερης".

Επομένως, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται στην αγωγή, ούτε και στην απόφαση, ότι υπήρξε παραβίαση της δεύτερης συμβάσεως κατ' άλλον τρόπο, αφού είχε συμφωνηθεί ότι η λύση ή η καταγγελία της πρώτης θα είχε ως συνέπεια την άμεση λύση ή καταγγελία και της δεύτερης και η αναιρεσίβλητη, λόγω της προεκτεθείσας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της πρώτης συμβάσεως, προέβη σε έγγραφη καταγγελία και των δυο συμβάσεων επικαλούμενη τον ως άνω σπουδαίο λόγο του οποίου η ουσιαστική βασιμότητα είχε ως συνακόλουθη συνέπεια την υποχρέωση αποζημιώσεως και για τις δύο συμβάσεις.

Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη του, είναι αβάσιμος. Επειδή με τον έκτο των προσθέτων κατά το τρίτο μέρος λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ αποδίδεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες με το να δεχθεί ότι "κρίσιμο σημείο για την αθέτηση της συμβάσεως εκ μέρους μου [αναιρεσείουσας] υπήρξε το γεγονός ότι η σημαντική για την Έ.

Σ. αρμοδιότητά της, δηλαδή ο σχολιασμός των "ζωντανών" θεμάτων και των συζητήσεων του δελτίου ειδήσεων ....... της αφαιρέθηκε εντελώς", παραβλέπεται ότι δεν υπάρχει Κανονισμός που να ορίζει τέτοια "αρμοδιότητα", ενώ δεν υπάρχει παραδοχή ότι τέτοια αρμοδιότητα αποτελούσε περιεχόμενο παροχής της εργαζομένης κατά τη σύμβαση, αλλά αναφέρεται μόνο σε σχολιασμό εκφωνούμενων ειδήσεων και όχι "ζωντανών" συζητήσεων με πρόσωπα προσκαλούμενα στην εκπομπή.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι δυο παρουσιαστές θα ήταν ισότιμοι και θα είχαν ίσες αρμοδιότητες, εκτός άλλων και ως προς τον "ανάλογο χρόνο παρουσίασης και σχολιασμού των θεμάτων της επικαιρότητας" δεν έρχεται σε αντίφαση με την πρώτη παραδοχή ότι "ο τελικός σχολιασμός των ¨ζωντανών¨ θεμάτων και των συζητήσεων του δελτίου ειδήσεων δεν επιμερίσθηκε μεταξύ των δυο παρουσιαστών, όπως ανέμενε [η αναιρεσίβλητη] κατά τα συμφωνηθέντα, αλλά της αφαιρέθηκε εντελώς", διότι έχοντας υπόψη ότι τα ανωτέρω αναφέρονται στην παρουσίαση του δελτίου ειδήσεων, η δεύτερη παραδοχή αποτελεί απλώς εφαρμογή και συγκεκριμενοποίηση της συμφωνίας περί παρουσίασης και σχολιασμού των θεμάτων της επικαιρότητας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-4-2-010 αίτηση και τους από 19-2-2011 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΤΕΝΝΑ TV" για αναίρεση της 7425/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ