1071/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1071/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): αναφορά των μαρτύρων προς απόδειξη του, κατονομάζοντας συγχρόνως και τον πλαστογράφο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού οι αναιρεσίβλητοι ουδόλως πρόβαλαν ενώπιον του δικαστηρίου τέτοιον ισχυρισμό (περί πλαστότητας), όπως προκύπτει ειδικότερα από την έφεση τους και τις επ' αυτής προτάσεις τους , ενώ και το Εφετείο προέβη απλώς σε εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση του εγγράφου αυτού.
Full text
Απόφαση 1071 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1071/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, συζ. Ψ1, κατοίκων αμφοτέρων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ανύσιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3931/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 986/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 6-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφαση του έλαβε υπόψη και τα εξής έγγραφα, τα οποία δεν προσκομίσθηκαν παραδεκτά ενώπιον του από τους αναιρεσίβλητους, και δη (α) την από 31-8-2000 εντολή υπόδειξης προς τον μεσίτη ΑΑ (β) την από 9-9-2000 απόδειξη καταβολής αρραβώνα ποσού 100.000 δρχ. (γ) την από 12-9-2000 απόδειξη προκαταβολής ποσού 900.000 δρχ. (δ) την .../19-3-2001 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ΑΑ και (ε) την από 11-12-2001 δήλωση του ΒΒ. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) με αυτές οι αναιρεσίβλητοι ρητά και ειδικά επικαλέσθηκαν τα ως άνω έγγραφα, η δε λήψη υπόψη των εγγράφων αυτών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά την τυχόν απαράδεκτη ενώπιον αυτού επίκληση και προσκομιδή τους αποτελεί πλημμέλεια όχι της αναιρεσιβαλλομένης αλλά της πρωτόδικης απόφασης, απαραδέκτως προβαλλόμενη (εφόσον μάλιστα δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι αυτή προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου), ενώ εξάλλου (και με την παραπάνω εκδοχή) σε κάθε περίπτωση κατ' άρθ. 529 ΚΠολΔ επιτρεπτά λαμβάνονται υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται παραδεκτά, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, το πρώτον ενώπιον αυτού.
II. Κατά το άρθ. 445 ΚΠολΔ ιδιωτικό έγγραφο συνταγμένο σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, μεταξύ των οποίων κατ' άρθ. 443 του ιδίου κώδικα και η επ' αυτού ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του , εφόσον η γνησιότητα του αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, τούτο δε συμβαίνει, σύμφωνα με το άρθ. 457 §2 του αυτού κώδικα, και με την μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής απ' αυτόν κατά του οποίου προσάγεται, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχει προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται, όμως, ανταπόδειξη.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, απαράδεκτα και δικαιώματα μόνο από τα δικονομικό δίκαιο. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους πρόβαλαν απαραδέκτως, όπως έγινε δεκτό από το δικαστήριο εκείνο, την ένσταση πλαστότητας της από 4-9-2000 εντολής υπόδειξης ακινήτου (μεσιτικής εντολής) που προσκόμισε η ενάγουσα αναιρεσείουσα προς απόδειξη της κατάρτισης μεταξύ αυτής και των εναγομένων, του 1ου συμβληθέντος και για λογαριασμό της 2ης, σύμβασης μεσιτείας για την μεσολάβηση και υπόδειξη από την ενάγουσα προς αγορά απ' αυτούς, μεταξύ άλλων, συγκεκριμένου ακινήτου, ειδικότερα δε, ενώ ρητά αναγνώρισαν ότι το ως άνω έγγραφο έφερε την υπογραφή του 1ου εναγομένου αναιρεσιβλήτου, ισχυρίσθηκαν ότι το περιεχόμενο του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον κατά την υπογραφή του το έγγραφο αυτό ήταν κενό ως προς τα προς υπόδειξη ακίνητα και συμπληρώθηκε κατά τούτο εκ των υστέρων από την ενάγουσα ή τρίτο πρόσωπο.
Το Εφετείο κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί της ένδικης αγωγής της ενάγουσας αναιρεσείουσας για την καταβολή της αμοιβής της, ως μεσίτριας, από την υπόδειξη στους εναγομένους του αγορασθέντος τελικά απ' αυτούς ακινήτου, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι πραγματικά μεταξύ των διαδίκων συντάχθηκε η από 4-9-2000 έγγραφη εντολή υπόδειξης ακινήτων υπογραφείσα από τον 1° εναγόμενο για λογαριασμό και της 2ης, ότι στο έγγραφο αυτό κατά την υπογραφή του δεν περιλαμβάνονταν τα ακίνητα που θα τους υποδείκνυε η ενάγουσα, στην συνέχεια δε από την συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων ότι η ενάγουσα που είχε στην κατοχή της το έγγραφο αυτό (εντολή μεσιτείας) συμπλήρωσε περισσότερα ακίνητα από τα υποδειχθέντα εκ μέρους της, στα οποία προσέθεσε και το ακίνητο που τελικά αγόρασαν οι εναγόμενοι και ότι η αγορά αυτού υπήρξε αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων που έκαναν με άλλον μεσίτη και τον σύζυγο της πωλήτριας χωρίς συμμετοχή της ενάγουσας.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί πλαστότητας του εγγράφου αυτού, ο οποίος δεν είχε προταθεί κατά τρόπο παραδεκτό σύμφωνα με το άρθ. 463 ΚΠολΔ, με την ονομαστική δηλ.
αναφορά των μαρτύρων προς απόδειξη του, κατονομάζοντας συγχρόνως και τον πλαστογράφο, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού οι αναιρεσίβλητοι ουδόλως πρόβαλαν ενώπιον του δικαστηρίου τέτοιον ισχυρισμό (περί πλαστότητας), όπως προκύπτει ειδικότερα από την έφεση τους και τις επ' αυτής προτάσεις τους , ενώ και το Εφετείο προέβη απλώς σε εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση του εγγράφου αυτού.
ΙΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν, ειδικότερα, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Αν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην στάθμιση, ανάλυση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Όπως προαναφέρθηκε, ο ως άνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται, όταν η απόφαση περιέχει ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν τις κυρώσεις για την μη τήρηση τους, ενώ δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός σε περίπτωση παραβίασης των δικονομικών κανόνων, δηλ.
εκείνων που καθορίζουν την διαδικασία, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο (δημιουργούμενων τότε λόγων αναίρεσης μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στους αριθ. 2-7, 9, 11-18 και 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ). Με την εκτεθείσα έννοια δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου (και επομένως η παραβίαση τους δεν δημιουργεί τον ως άνω λόγο αναίρεσης) οι περί αποδείξεως διατάξεις του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 703 ΑΚ που ορίζει ότι εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για την μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για την σύναψη μιας σύμβασης έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, εάν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της υπόδειξης ή της μεσολάβησης, προκύπτει ότι υπόχρεος για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής είναι πάντοτε εκείνος που έδωσε στον μεσίτη την εντολή για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης.
Στο νόμο δεν ορίζεται πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από την σύμβαση υπόδειξη, ειδικότερα, ευκαιρίας συνιστά η εκ μέρους του μεσίτη ενημέρωση απλώς του εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει.
Τέλος, ουσιώδης προϋπόθεση για την δημιουργία της αξίωσης του μεσίτη και της αντίστοιχης υποχρέωσης του εντολέα για την καταβολή της αμοιβής είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας (υπόδειξης κλπ.) και της σύναψης της κυρίας σύμβασης. (Β) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, η αναιρετική δε αυτή πλημμέλεια δημιουργείται ειδικότερα και όταν το δικαστήριο συνάγει ομολογία διαδίκου ενώπιον αυτού, στην οποία, όμως, αυτός δεν προέβη.
Για την θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει η δικαστική ομολογία, η οποία σύμφωνα με τα άρθ. 352 και 353 ΚΠολΔ ως αποδεικτικό μέσο υπάρχει, εφόσον περιέχει επιζήμια πραγματικά περιστατικά για εκείνον που ομολογεί, ν' αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ύστερ' από έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων επί αγωγής της τώρα αναιρεσείουσας κατ' αυτών με αντικείμενο την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής της για την εκ μέρους τους αγορά ακινήτου με την δική της υπόδειξη, με την προσβαλλομένη 986/2003 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η ενάγουσα αναιρεσείουσα είναι νόμιμα διορισμένη μεσίτρια αστικών συμβάσεων και εκτός των άλλων αναλαμβάνει και την διαμεσολάβηση στην κατάρτιση συμβάσεων που αφορούν αγοραπωλησίες ακινήτων, διατηρώντας γραφείο κτηματικών συναλλαγών στην ..., ότι οι εναγόμενοι αναιρεσίβλητοι που είναι σύζυγοι και αναζητούσαν διώροφη οικία προς αγορά στην ως άνω περιοχή απευθύνθηκαν στην ενάγουσα την 2-3-2000 και 7-3-2000, ο πρώτος δε εξ αυτών ενεργώντας για λογαριασμό και της δεύτερης ανέθεσε στην ενάγουσα την εντολή να υποδείξει ακίνητα προς αγορά στην ως άνω περιοχή και υπέγραψε προς τον σκοπό αυτόν τις σχετικές εντολές υπόδειξης με τα στοιχεία των υποδειχθέντων τότε ακινήτων, οι ως άνω όμως επαφές των διαδίκων δεν τελεσφόρησαν, ότι παράλληλα οι εναγόμενοι απευθύνθηκαν και στον μεσίτη ΑΑ στον οποίο έδωσαν την ίδια εντολή και υπέγραψαν την από 31-8-2000 εντολή υπόδειξης, στην οποία περιγράφονται τα υποδειχθέντα τρία ακίνητα, μεταξύ δε αυτών και το ακίνητο ΒΒ-ΓΓ, που βρίσκεται στην οδό ... 53 στην ..., με τιμή 47.000.000 δρχ., την πώληση του οποίου είχε αναθέσει ο πωλητής στον ως άνω μεσίτη, ότι στην συνέχεια οι εναγόμενοι, μη έχοντας καταλήξει σε κάποια απόφαση και θέλοντας να συνεχίσουν την έρευνα τους, την 4-9-2000 προσήλθαν και πάλι στο γραφείο της ενάγουσας και της έδωσαν εκ νέου την εντολή να τους υποδείξει και άλλα ακίνητα προς αγορά στην ίδια περιοχή, για την σύμβαση δε αυτή, στην οποία αναφέρονται και οι δύο εναγόμενοι, υπέγραψε για λογαριασμό αμφοτέρων στην θέση "ο εντολέας" ο 1ος εξ αυτών, ότι ενώ ο εναγόμενος αυτός φέρεται να δηλώνει ότι ταυτόχρονα παρέλαβε και αντίγραφο της εντολής αυτής στην πραγματικότητα δεν το παρέλαβε αλλά ούτε και στο έγγραφο αυτό κατά την υπογραφή του περιλαμβάνονταν τα ακίνητα που θα τους υπεδείκνυε η ενάγουσα, ότι στην συνέχεια η ενάγουσα που είχε στην κατοχή της την εντολή μεσιτείας συμπλήρωσε περισσότερα ακίνητα από όσα υπέδειξε στους εναγόμενους, στα οποία προσέθεσε και το ως άνω ακίνητο ιδιοκτησίας ΒΒ, την πώληση του οποίου, όπως η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί, δεν της είχε αναθέσει ο πωλητής, ότι στην συνέχεια οι εναγόμενοι μετά από διαπραγματεύσεις που έκαναν με τον ως άνω μεσίτη και τον σύζυγο της ιδιοκτήτριας της διώροφης κατοικίας ΒΒ, που ενεργούσε για λογαριασμό της συζύγου του και πωλήτριας του ακινήτου ΓΓ, συμφώνησαν ν' αγοράσουν την οικία αυτή αντί τιμήματος 45.000.000 δρχ., για τον λόγο δε αυτόν κατέβαλαν την 9-9-2000 στον μεσολαβήσαντα μεσίτη ΑΑ, που ενεργούσε για λογαριασμό του πελάτη του ΒΒ, ως "αρραβώνα" 100.000 δρχ.
και την 12-9-2000 στον ΒΒ, που ενεργούσε για λογαριασμό της συζύγου του, ως προκαταβολή το ποσό των 900.000 δρχ., ότι τελικά οι εναγόμενοι αγόρασαν την 29-9-2000 το ακίνητο αυτό με το .../29-9-2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστ. Φυλακτού-Συμεωνίδη, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η κατάρτιση της σύμβασης πώλησης του προαναφερθέντος ακινήτου είναι αποτέλεσμα της υπόδειξης και διαμεσολάβησης του ως άνω μεσίτη, στον οποίο για τον λόγο αυτόν οι εναγόμενοι κατέβαλαν την συμφωνηθείσα αμοιβή του ποσού 531.000 δρχ., ότι αντίθετα ουδόλως αποδείχθηκε συμμετοχή της ενάγουσας με προσωπικές ενέργειές της στην κατάρτιση της σύμβασης αυτής , ούτε καν ότι υπέδειξε το ακίνητο αυτό στους εναγομένους, και ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε λόγω της υπόδειξης αυτής, με βάση δε τα ως άνω γενόμενα δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης των εναγομένων εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και επομένως ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το σχετικό, κατ' εκτίμηση, μέρος του.
Ο αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά τα λοιπά σκέλη του, σύμφωνα με τα οποία (1) η αναιρεσιβαλλομένη δεν αναφέρει τους λόγους που οδήγησαν το δικαστήριο να δεχθεί ότι (α) ο 1ος αναιρεσίβλητος επιβεβαίωσε με την υπογραφή του την μη γενομένη στην πραγματικότητα απ' αυτόν παραλαβή αντιγράφου της μεσιτικής εντολής (β) στο ως άνω έγγραφο κατά την υπογραφή του δεν περιλαμβάνονταν τα ακίνητα που θα υπεδείκνυε η ενάγουσα στους εναγομένους, στην συνέχεια δε η ενάγουσα, έχουσα στην κατοχή της το έγγραφο αυτό, συμπλήρωσε περισσότερα ακίνητα από τα υποδειχθέντα, στα οποία προσέθεσε και το ακίνητο ιδιοκτησίας ΒΒ που αυτοί αγόρασαν, ενώ δεν υπάρχει αιτιολογία και ως προς την μη υποβολή από τους αναιρεσιβλήτους μήνυσης, παρά την υποτιθεμένη πλαστογραφία, με αποτέλεσμα να θεωρήσει το έγγραφο αυτό ως πλαστό, διότι η αποδιδομένη πλημμέλεια, η φερομένη δηλαδή (ανακριβώς, όπως προαναφέρθηκε) θεώρηση του εγγράφου αυτού ως πλαστού χωρίς αποδείξεις, αναφέρεται σε παραβίαση των δικονομικών κανόνων περί αποδείξεως, η οποία δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτόν λόγο (2) δέχθηκε ότι (α) υπήρξε συνεργασία των αναιρεσιβλήτων με τον μεσίτη ΑΑ, τον οποίο θεώρησε αξιόπιστο και δέχθηκε ό,τι αυτός κατέθεσε, χωρίς να αιτιολογήσει πώς κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα, κατά τα ειδικότερα στο σκέλος αυτό του ερευνωμένου εδώ λόγου εκτιθέμενα, διότι η αναιρετική αυτή πλημμέλεια αφορά την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος (ότι η αγορά του ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους υπήρξε αποτέλεσμα της μεσιτικής δραστηριότητας του ως άνω μεσίτη χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή της αναιρεσείουσας) και την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 561 §1 ΚΠολΔ) (3) θεώρησε ως μη πειστική την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας ενάγουσας, διότι πλήττει αποκλειστικά και μόνο την εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το δικαστήριο, δεχθέν ότι η ίδια η ενάγουσα συνομολόγησε ότι ο πωλητής του αγορασθέντος από τους εναγομένους ακινήτου δεν της είχε αναθέσει την πώληση του, παρά το νόμο συνήγαγε ομολογία της, στην οποία αυτή ουδόλως προέβη, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αφορά ζήτημα που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (μη υφισταμένης, άρα, δικαστικής ομολογίας με την προδιαληφθείσα έννοια, της παραδοχής δηλ.
επιζήμιων πραγματικών περιστατικών για εκείνον που ομολογεί), καθόσον με την ένδικη αγωγή εζητείτο η καταβολή της μεσιτικής αμοιβής από τους αναιρεσιβλήτους ως αγοραστές του ακινήτου που συμβλήθηκαν με την αναρεσείουσα μεσίτρια και έδωσαν σ' αυτήν την σχετική εντολή προς υπόδειξη ευκαιρίας για την αγορά ακινήτου, και όχι από τον πωλητή του ακινήτου, και επομένως η ύπαρξη ή μη εντολής αυτού προς την αναιρεσείουσα είναι νομικώς αδιάφορη και ουδεμία επάγεται έννομη συνέπεια ως προς τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 986/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ