Legislator Case Law & Legislation
1071/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on corporate liability for securities fraud.

Case Number 1071/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Alkhe Company and its directors against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court held the defendants liable for damages caused to the plaintiff due to the defendants' failure to exercise proper oversight and internal controls regarding unauthorized stock sales. The Court found the appeal arguments regarding evidence evaluation and statutory interpretation to be baseless, confirming the lower court's decision on corporate liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of evidence evaluation is limited to checking for procedural violations, and a general reference to evidence suffices unless the lower court's reasoning leaves doubt about specific evidence being considered.

Keywords

AI generated
corporate liability securities fraud internal controls appeal dismissal Code of Civil Procedure damages oversight failure

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339, 340, 341, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure
Article 4(1) of Law 1806/1988
Articles 71, 914, 922, 926 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1071 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1071 /2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία ¨ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Α.Ε" (πρώην ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Χ1, κατοίκου ... και 3. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αντωνιάδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ερασμία Τσελεντάκη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1399/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 4744/2005 μη οριστική και 5565/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 28 Ιανουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή τη αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚπολΔικ συνάγεται, ότι ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚπολΔ λόγο αναιρέσεως.

Ο λόγος αναιρέσεως αυτός όμως είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 γ του ΚπολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα α) το από 25 Σεπτεμβρίου 1998 πρακτικό του ΔΣ της εταιρίας τους, το οποίο στις 28-9-1998 εστάλη στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και έλαβε αριθ.πρωτ. ..., και β) τον κανονισμό λειτουργίας Υποκαταστήματός της στη ..., τις αρμοδιότητες κάθε υπαλλήλου και τη θέσπιση υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου, έγγραφα τα οποία προσκόμισαν σε αυτό με επίκληση για την απόδειξη υπάρξεως κατά τον επίμαχο χρόνο κανονισμού λειτουργίας του ανωτέρω υποκαταστήματος και υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου με διορισμένο εσωτερικό ελεγκτή.

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως,, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του πορίσματός του έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα από τους δικαδίκους με επίκληση νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, πράγμα για το οποίο από το όλο περιεχόμενο και τις ειδικότερες αιτιολογίες της αποφάσεως, με ειδική αναλυτική αναφορά περί του ότι οι αναιρεσείοντες "παρέλειψαν να ασκήσουν τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία στο Υποκατάστημα της ...

και στο τρόπο εκτελέσεως των καθηκόντων του αρχικώς δεύτερου εναγόμενου ΑΑ, διότι δεν μερίμνησαν να εγκαταστήσουν μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων του εν λόγω υπαλλήλου, κυρίως αναφορικά με τον τρόπο λήψης, καταγραφής και εκτέλεσης των εντολών των πελατών της για την προστασία των συμφερόντων τους και ιδία, ως προς την αναιρεσίβλητη ενάγουσα, αν οι πωλήσεις των μετοχών της στις 5-2-1999 και 12-2-1999 από τον ως άνω υπάλληλό της έγιναν μετά από σχετική εντολή εκείνης, γεγονός που προκάλεσε την παρέμβαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία στις 20-7-1999 διαπίστωσε, ότι οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου και η λειτουργία της ήταν επικίνδυνη για τους επενδυτές", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ συνάγεται, ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτο όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ'αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια.

Κατά το άρθρο 330 ΑΚ ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Κατά τη διάταξη του άρθρου 300 εδαφ.α του ΑΚ, αν εκείνος, που ζημιώθηκε, συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚπολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚπολΔικ) δέχθηκε τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, έχει την έδρα της στην ...

και νόμιμοι εκπρόσωποι της ήταν οι τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, ήδη δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες. Με την υπ' αριθ. 528/5-8-1994 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, χορηγήθηκε στην πρώτη εναγόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 71 του ν.1969/1991, η άδεια λειτουργίας υποκαταστήματος στη ... και επί της οδού ...

αριθ. ..., ενώ με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε ως υπεύθυνος του εκεί υποκαταστήματος ο (μη διάδικος μετά την πρωτοβάθμια δίκη) δεύτερος εναγόμενος ΑΑ, ο οποίος στη συνέχεια ορίστηκε διευθυντής του παραπάνω υποκαταστήματος με αρμοδιότητες εκπροσωπήσεως της πρώτης αναιρεσείουσας στις συναλλαγές, που διενεργούνταν μέσω του υποκαταστήματος τούτου.

Ο τελευταίος τελούσε υπό τις οδηγίες και τις εντολές της προστήσασας αναιρεσείουσας ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση. Με την από 1-2-1999 έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καταρτίστηκε μεταξύ της ήδη αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και της αναιρεσείουσας δια μέσου του δεύτερου εναγομένου, η αναιρεσίβλητη ανέθεσε στην πρώτη αναιρεσείουσα την έναντι προμήθειας παροχή υπηρεσιών εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών αναφορικά με την αγορά και πώληση μετοχών ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στη Χρηματιστήριο, για το λόγο δε αυτό ανοίχθηκε στο όνομα της αναιρεσίβλητης ο χρηματιστηριακός κωδικός πελάτη με αριθ. ... .

Στις 4-2-1999 ο δεύτερος εναγόμενος, κατόπιν σχετικής εντολής της αναιρεσίβλητης προέβη στην αγορά 1.800 μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία 3Ε, η αξία των οποίων, μαζί με την προμήθεια της πρώτης αναιρεσείουσας και τα έξοδα, ανήλθε σε 18.848.436 δραχμές, ενώ στις 11-2-1999 προέβη στην αγορά και άλλων 250 μετοχών της ίδιας εταιρίας, που η αξία τους μαζί με την προμήθεια της πρώτης αναιρεσείουσας και τα έξοδα ανήλθε σε 2.509.552 δραχμές (18.848.436 δρχ. + 2.509.552 δρχ.=21.357.988 δρχ.).

Μετά την αγορά των μετοχών ο δεύτερος εναγόμενος ΑΑ επικοινώνησε τηλεφωνικά με το σύζυγο της αναιρεσίβλητης ΒΒ, τον ενημέρωσε για τη γενόμενη αγορά και του είπε να ειδοποιήσει την αναιρεσίβλητη να μεταβεί στο γραφείο του για την πληρωμή του τιμήματος. Πράγματι, στις 16-2-1999 η αναιρεσίβλητη μετέβη στο υποκατάστημα της πρώτης αναιρεσείουσας στη ...

και μετά από υπόδειξη του δεύτερου εναγομένου κατέβαλε σε αυτόν για την εξόφληση του τιμήματος, σε μετρητά 1.357.000 δραχμές, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 20.000.000 δραχμών εξέδωσε σε διαταγή του δεύτερου εναγόμενου και του παρέδωσε την ισόποση με αριθ. ... επιταγή, που ήταν πληρωτέα στη Eurobank. Η αναιρεσίβλητη για την εξόφληση του τιμήματος με τον τρόπο που προαναφέρθηκε αξίωσε τη χορήγηση έγγραφης απόδειξης από τον δεύτερο εναγόμενο.

Όμως, αυτός, λόγω του ότι είχε σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα το σχετικό ποσό, όπως παρακάτω αναφέρεται, απέφυγε έμμεσα τη χορήγηση έγγραφης απόδειξης, πείθοντάς την πως ισοδυναμούσε με απόδειξη η παράδοση σε αυτή των υπ'αριθ. ... και ... πινακιδίων εκτέλεσης των εντολών αγοράς, συγχρόνως δε "έβγαλε" φωτοτυπία της ως άνω επιταγής, στην οποία ανέγραψε ιδιοχείρως "παρελήφθη η επιταγή την 16-2-1999" και έθεσε κάτω από την ένδειξη αυτή την ειδική έντυπη σφραγίδα της πρώτης αναιρεσείουσας και, αφού υπέγραψε, παρέδωσε το φωτοτυπικό αυτό αντίγραφο στην αναιρεσίβλητη.

Τον Απρίλιο του ίδιου έτους 1999 η αναιρεσίβλητη έδωσε εντολή στο δεύτερο εναγόμενο να προβεί στη ρευστοποίηση των μετοχών της αξίας 800.000 δραχμών με κατάθεση στον υπ'αριθ. ... λογαριασμό στην ALPHA Τράπεζα Πίστεως, υποσχέθηκε δε αυτός ότι θα στείλει στην οικία της τα σχετικά έγγραφα πώλησης των συγκεκριμένων μετοχών.

Τον Ιούνιο του 1999 η αναιρεσίβλητη, μετά από δημοσιεύματα στον τύπο για οικονομικές ατασθαλίες στο υποκατάστημα της πρώτης αναιρεσείουσας στη ..., ζήτησε με επιστολή της ενημέρωση από την τελευταία αναφορικά με τις μετοχές της. Στις 7-7-1999 η πρώτη αναιρεσείουσα της απέστειλε αντίγραφο της τηρούμενης χρηματιστηριακής καρτέλας της, οπότε για πρώτη φορά πληροφορήθηκε, ότι οι παραπάνω μετοχές της είχαν πωληθεί στις 5-2-1999 και στις 12-2-1999 αντίστοιχα, δηλαδή μία μόλις ημέρα μετά την αγορά τους χωρίς να έχει δώσει η ίδια σχετική εντολή πώλησης.

Οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι ισχυρίστηκαν, ότι η πώληση των πιο πάνω μετοχών έγινε κατόπιν σχετικής εντολής της αναιρεσίβλητης προς το διευθυντή του υποκαταστήματος ... δεύτερο εναγόμενο, προσκόμισαν δε προς τούτο τα υπ'αριθ. ... και ... πινακίδια εκτελέσεως εντολής και την χρηματική καρτέλα της αναιρεσίβλητης από τα οποία φαινόταν, ότι ο λογαριασμός της αναιρεσίβλητης μηδενίστηκε στις 18-2-1999, αφού το τίμημα αγοράς των επίμαχων μετοχών για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης φερόταν να έχει εξοφληθεί με μερικό συμψηφισμό των εισπραχθέντων στη συνέχεια από την πώληση τους ποσών, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 408.669 δραχμών ισχυρίζοντο ότι κατέβαλε η αναιρεσίβλητη στις 18-2-1999 και ότι για το σκοπό αυτό είχε συνταχθεί η προσκομιζόμενη ...

απόδειξη είσπραξης. Από τα παραπάνω πινακίδια, που αποτελούν εμπορικά βιβλία της πρώτης αναιρεσείουσας χρηματιστηριακής εταιρείας (άρθρο 27 του ν.1806/1988, όπως ισχύει, ΥΑ Εθνικής Οικονομίας 6280/Β508,1988, 6160/1996 απόφαση Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) και φέρουν την υπογραφή του χρηματιστηριακού εκπροσώπου αυτής, προκύπτει ότι έλαβε χώρα πώληση "τοις μετρητοίς" των επίμαχων μετοχών.

Από την εκτίμηση, όμως, όλου του παραπάνω αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη χορήγησε σχετική προφορική ή γραπτή εντολή πώλησης των τίτλων αυτών στο δεύτερο εναγόμενο ΑΑ. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι ο τελευταίος με δική του πρωτοβουλία προέβη στην πώληση αυτών με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα το τίμημά τους και στη συνέχεια προέβη στην καταχώρηση των σχετικών πράξεων στη χρηματική καρτέλα της αναιρεσίβλητης με την προσθήκη και της παραπάνω ...

αποδείξεως, η οποία όμως δεν ήταν γνήσια, διότι η τεθείσα σε αυτή υπογραφή ήταν καταφανώς διαφορετική από την υπογραφή της αναιρεσίβλητης, ώστε με την ενέργειά του αυτή να καλυφθεί και έναντι της πρώτης αναιρεσείουσας, δηλαδή να φαίνεται ότι νομότυπα μηδενίστηκε ο σχετικός λογαριασμός της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα ο μάρτυρας ΒΒ με σαφήνεια και γνώση κατέθεσε ότι ουδέποτε η αναιρεσίβλητη χορήγησε τέτοια εντολή στο δεύτερο εναγόμενο. Η κατάθεση αυτή ενισχύεται από το ότι η αναιρεσίβλητη εξόφλησε με τον προαναφερόμενο τρόπο, στις 16-2-1999, το τίμημα για την αγορά των μετοχών, δηλαδή μετά την υποτιθέμενη πώλησή τους και σ' αυτό συνηγορεί και το ότι η παραπάνω επιταγή των 20.000.000 δραχμών εξοφλήθηκε στις 18-2-1999, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη βεβαίωση της πληρώτριας τράπεζας Eurobank με ημερομηνία 11-1-2006.

Η ίδια κατάθεση ενισχύεται και από το ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο δεύτερος εναγόμενος μετά από εντολή της αναιρεσίβλητης για πώληση μετοχών αξίας 800.000 δραχμών κατέβαλε στις 27-4-1999 (δηλαδή αρκετό χρόνο μετά την υποτιθέμενη πώληση) το ποσό των 800.000 δρχ., με κατάθεση στον παραπάνω λογαριασμό της αναιρεσίβλητης.

Η κατάθεση του ποσού αυτού δεν δικαιολογείται, αν όντως στις 18-2-1999 είχε κλείσει η σχετική χρηματική καρτέλα της αναιρεσίβλητης, αφού δεν αποδεικνύεται ούτε άλλωστε οι αναιρεσείοντες διατείνονται, ότι η αναιρεσίβλητη είχε μετά τις 18-1-1999 οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή με την πρώτη αναιρεσείουσα, είναι δε φανερό ότι ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε το ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, χωρίς να έχει ενεργήσει τότε πώληση μέρους των μετοχών της, αφού ήδη τις είχε πωλήσει όλες προηγουμένως, με σκοπό να μην αντιληφθεί η τελευταία την παραπάνω παράνομη πράξη του.

Τα στοιχεία αυτά δεν είναι δυνατόν να ανατραπούν από την κατάθεση του μάρτυρα από την πλευρά των αναιρεσειόντων ..., αφού για το κρίσιμο θέμα της πώλησης, από το δεύτερο εναγόμενο των μετοχών της αναιρεσίβλητης με ή χωρίς εντολή της τελευταίας, δεν έχει άμεση προσωπική αντίληψη και περιορίζεται στην γενικόλογη αναφορά "ότι για κάθε περίπτωση πώλησης ή αγοράς εξυπακούεται ότι υπάρχει μία αντίστοιχη εντολή προφορική ή έγγραφη".

Περαιτέρω αναφορικά με την ... απόδειξη γραμμένη σε ειδικό έντυπο της πρώτης αναιρεσείουσας με την οποία φέρεται να έχει καταβάλει την παραπάνω ημερομηνία η αναιρεσίβλητη 408.669 δραχμές στο δεύτερο εναγόμενο για εξόφληση του σχετικού λογαριασμού, δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα η καταβολή αυτή, η αναιρεσίβλητη αρνείται κατηγορηματικά τη γνησιότητα της φερόμενης ως υπογραφής της κάτω από την ένδειξη "ο πελάτης", δεν είχε κανένα δικαιολογητικό λόγο να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό, αφού είχε προβεί στην εξόφληση του τιμήματος αγοράς των μετοχών με τον προαναφερόμενο τρόπο και η υπογραφή της στην επίμαχη απόδειξη είναι φανερό ότι τέθηκε από άλλο άτομο, αφού είναι καταφανώς διαφορετική από τη γνήσια υπογραφή της που υπάρχει στην από 1-2-1999 έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που κατάρτισε με την πρώτη αναιρεσείουσα.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι στις αρχές Ιουνίου 1999 μετά από αιφνιδιαστικό έλεγχο των οργάνων της πρώτης αναιρεσείουσας και μετά από σχετικές καταγγελίες πελατών, διαπιστώθηκε σειρά ατασθαλιών και παρανόμων πράξεων του δευτέρου εναγομένου στο υποκατάστημα ..., τις οποίες αυτός διενήργησε με την παραπάνω ιδιότητά του σε βάρος πελατών της πρώτης αναιρεσείουσας.

Κατά του τελευταίου έχουν ήδη ασκηθεί ποινικές διώξεις για σωρεία αξιόποινων πράξεων, όπως αυτές της απάτης και υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (βλ. και το 605/2004 βούλευμα του Συμβουλιου Εφετών Θεσσαλονίκης) και η πρώτη αναιρεσείουσα με το από 7-6-1999 έγγραφό της κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, ενώ υπέβαλε κατ'αυτού και μήνυση.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά αποδείχθηκε, ότι ο δεύτερος εναγόμενος στα πλαίσια της ανατεθειμένης σε αυτόν υπηρεσίας πώλησε χωρίς εντολή της αναιρεσίβλητης τις παραπάνω μετοχές, παρακράτησε το τίμημα που εισέπραξε από την πώλησή τους και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Έτσι ζημίωσε την αναιρεσίβλητη παράνομα και υπαίτια κατά το ποσό των 20.557.000 δραχμών και ήδη 60.328,69 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό που αντιστοιχεί στο ίδιο, στις 16-2-1999, για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς των μετοχών μετ'αφαίρεση του ποσού των 800.000 δρχ., που έλαβε από τον ίδιο στις 27-4-1999.

Αντίθετα από την εκτίμηση όλου του παραπάνω αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή με παράνομο παραχρηματιστηριακό περιεχόμενο με το δεύτερο εναγόμενο, δεν γνώριζε και ούτε μπορούσε να διαγνώσει με βάση τις παραπάνω περιστάσεις, πριν λάβει σχετική ενημέρωση από τη χρηματική της καρτέλα, ότι ο τελευταίος, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, της εξουσίας και της σχέσης εμπιστοσύνης, με την οποία τον είχε περιβάλει η πρώτη αναιρεσείουσα, είχε πωλήσει χωρίς εντολή αυτής (αναιρεσίβλητης) και τις δικές της μετοχές.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι συνυπαίτια για τις παραπάνω παράνομες πράξεις του δεύτερου εναγομένου είναι τόσο η πρώτη αναιρεσείουσα, που τον είχε προστήσει ως υπάλληλο και στη συνέχεια διευθυντή του υποκαταστήματος της στη ... (άρθρ.922 ΑΚ), όσο και οι δεύτερος και τρίτος από τους αναιρεσείοντες, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος αντίστοιχα του Δ.Σ.

και νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης αναιρεσείουσας οι οποίοι, ενώ είχαν από το καταστατικό, το νόμο και τα συναλλακτική ήθη την υποχρέωση να ενεργούν τακτικούς ελέγχους στο προσωπικό, υπαλλήλους ή και Διευθυντές, των καταστημάτων της, καθώς και στους αντιπροσώπους της ΑΧΕ, ώστε να διαπιστώνουν έγκαιρα τυχόν παράνομες ενέργειές τους για αποφυγή κάθε ζημίας των συναλλασόμενων με αυτούς πελατών, από έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την έγκαιρη διαπίστωση των παράνομων και υπαίτιων πράξεων του δεύτερου εναγομένου και την αποτροπή της εντεύθεν ζημίας της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, παρέλειψαν να ασκήσουν τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία στο υποκατάστημα της ... και στον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του δεύτερου εναγομένου, καθόσον δεν μερίμνησαν να εγκαταστήσουν μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων του παραπάνω υπαλλήλου, κυρίως αναφορικά με τον τρόπο λήψης, καταγραφής και εκτέλεσης των εντολών των πελατών για την προστασία των συμφερόντων τόσο της πρώτης αναιρεσείουσας όσο και για τη διασφάλιση των κατεχομένων περιουσιακών στοιχείων των πελατών της εταιρείας, μεταξύ των οποίων ήταν και η αναιρεσίβλητη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήλεγξαν, αν οι πωλήσεις των μετοχών της αναιρεσίβλητης στις 5-2-1999 και στις 12-2-1999 από το δεύτερο εναγόμενο έγιναν μετά από σχετική εντολή της. Η παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων οργάνων της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρείας, προκάλεσε την παρέμβαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία στις 20-7-1999 διαπίστωσε, ότι η οργανωτική δομή, η λογιστική οργάνωση και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της πρώτης αναιρεσείουσας δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ.1 του ν.1806/1988, ότι η λειτουργία της ήταν επικίνδυνη για τους επενδυτές και την ομαλή λειτουργία της αγοράς και αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, αναστέλλοντας τη λειτουργία της μέχρι τη λήψη οριστικής απόφασης (βλ.

το προσκομιζόμενο ... απόσπασμα πρακτικών συνεδριάσεως του Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς). Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης για τη ζημία της, έκρινε ότι ήταν εις ολόκληρον υπόχρεοι οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 60.328,69 ευρώ και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 300 και 330 του ΑΚ, διαλαμβάνοντας σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το λόγο ευθύνης της αναιρεσείουσας πρώτης εναγομένης για την ζημία που προκλήθηκε στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα από την ένδικη σε βάρος της παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστημένου υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσείουσας ΑΑ, για την οποία η τελευταία είχε ευθύνη τόσο συμβατική (άρθρο 330 ΑΚ) όσο και εξωσυμβατική (922 ΑΚ), ενώ αυτοτελή παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη, λόγω παραλείψεως ασκήσεως του καθήκοντος εποπτείας είχαν και οι διοικούντες την πρώτη αναιρεσείουσα δύο λοιποί αναιρεσείοντες, όπως επαρκώς επίσης αιτιολογείται και η μη συνδρομή περιστατικών ευδοκιμήσεως της ενστάσεως συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες για την επελθούσα ζημία της αναιρεσίβλητης, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚπολΔ είναι αβάσιμα.

Ειδικότερα, είναι αβάσιμες οι προβαλλόμενες με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο: 1) με την παραδοχή του, ότι οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες, ως όργανα της προστήσασας εταιρίας, από βαριά τους αμέλεια δεν άσκησαν στον δεύτερο εναγόμενο ΑΑ τον αναγκαίο έλεγχο, το κατά τους αναιρεσείοντες δίδαγμα της κοινής πείρας ότι ήταν πρακτικώς αδύνατο στην πρώτη εξ αυτών "να ελέγχει τη νομιμότητα των κατ'ιδίαν συναλλαγών ενόψει της πληθώρας και του όγκου των συναλλαγών", μία εκ των οποίων ήταν και η επίμαχη.

Τούτο δε, διότι, όπως ειπώθηκε, το Εφετείο δεν θεμελίωσε την ευθύνη της εταιρείας μόνο στην παράλειψη της να ελέγξει τη συγκεκριμένη συναλλαγή, αλλά στη γενικότερα παράλειψη αυτής να μεριμνήσει για την εγκατάσταση μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, κυρίως αναφορικά με τον τρόπο λήψης, καταγραφής και εκτέλεσης των εντολών των πελατών για την προστασία των συμφερόντων, τόσο της εταιρίας, όσο και των πελατών της, πράγμα που επέσυρε και την παρέμβαση της αρμόδιας Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που ανέστειλε τη λειτουργία της εταιρίας, 2) δεν ενέχει λογικό σφάλμα η παραδοχή, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα έδωσε εντολή για αγορά των μετοχών στις 4-2-1999 και 11-2-1999 και κατέστη κυρία πριν από τις από 16-2-1999, οπότε κατέβαλε το τίμημα για την αγορά τους, διότι η καθυστέρηση καταβολής του τιμήματος δεν αίρει την πορισθείσα στην αναιρεσίβλητη με τις γενόμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές κυριότητα των μετοχών, που αγοράστηκαν στο όνομα της και για λογαριασμό της, και 3) δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στην αιτιολογία της αποφάσεως, ότι ο δεύτερος εναγόμενος ΑΑ απέκτησε την κατοχή των μετοχών της ενάγουσας, αφού η ευθύνη του δεν στηριζόταν σε παράβαση συμβάσεως παρακαταθήκης και γίνεται περαιτέρω δεκτό, ότι οι μετοχές που αγοράστηκαν στις αναφερόμενες χρονολογίες πωλήθηκαν από τον ίδιο την επομένη ημέρα της αγοράς κάθε πακέτου.

Εξάλλου σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της προβαλλόμενης αποφάσεως περιέχονται σ'αυτό επαρκείς (και μη αντιφατικές) αιτιολογίες ως προς το αντικείμενο της υπαξαιρέσεως από τον υπάλληλο της πρώτης αναιρεσείουσας ΑΑ σε βάρος της αναιρεσίβλητης και είναι αβάσιμα όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, διότι αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου :

α) Ότι ο υπάλληλος της πρώτης αναιρεσείουσας ΑΑ, ιδιοποιήθηκε παράνομα το σ'αυτόν, καταβληθέν στις 16-18/2/1999 τίμημα των μετοχών της αναιρεσείουσας, που αυτός είχε προαγοράσει κατ'εντολή της στις 5-2-1999 και 12-2-1999, αλλά χωρίς συγκατάθεση της αναιρεσείουσας και εν αγνοία της τις πώλησε κατά τις αμέσως επόμενες της αγοράς τούτων αντίστοιχες ημέρες (5-2-1999 τις 1800 μετοχές και 12-2-1999 τις 250 μετοχές), με επιτευχθέν τίμημα, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ισόποσο, με το (και στα εκδοθέντα σχετικά πινακίδια αναγεγραμμένο) τίμημα αγοράς τούτων, που καταβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη ακολούθως στον ίδιο υπάλληλο της πρώτης αναιρεσείουσας ΑΑ, ήτοι 21.375.000 δραχμές, μειωμένο κατά το ποσό των 800.000 δραχμών που κατέβαλε ο τελευταίος στην αναιρεσίβλητη (ως δήθεν τίμημα πωλήσεως μετοχών της) β) Ότι η αγορά των μετοχών από τον ΑΑ αποτελούσε το παραπλανητικό τέχνασμα εφησυχασμού της αναιρεσίβλητης, με τα παραδοθέντα σ'αυτή πινακίδια αγοράς των μετοχών, ώστε να επιτύχει την παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων της που διέθεσε αυτή για τη συγκεκριμένη χρηματιστηριακή συναλλαγή δια μέσου της πρώτης αναιρεσείουσας χρηματιστηριακής εταιρίας και η ζημία της δεν θα ήταν μικρότερη, ακόμα και αν οι μετοχές είχαν πωληθεί την επιούσα σε μικρότερη από την τιμή αγοράς τους, αφού η πώληση έγινε χωρίς συγκατάθεση της αναιρεσείουσας και η ζημία από αδικοπραξία δεν εξισώνεται αναγκαστικά με τον πλουτισμό του αδικοπρακτούντος.

γ) Ότι τα παραπλανητικά τεχνάσματα ήταν ενταγμένα στη μεθοδολογία του υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσείουσας ΑΑ να αποπροσανατολίζει την αναιρεσίβλητη από τις υπεξαιρέσεις του και γι'αυτό εμφανίζονταν χρηματιστηριακές συναλλαγές για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης που δεν ήταν πραγματικές, όπως η πώληση μετοχών της αξίας 800.000 δρχ., που δεν συντελέσθηκε, γιατί είχαν προηγουμένως πωληθεί αυτές από τον ΑΑ ( ο οποίος είχε ιδιοποιηθεί και το τίμημα τούτων), αλλά για να μην αποκαλυφθεί, παρέστησε ψευδώς στην αναιρεσίβλητη ότι πώλησε μετοχές της και κατέβαλε προς αυτή το ποσό των 800.000 δραχμών που ζητούσε η όπως η αναληθής πίστωση του λογαριασμού της με ποσό 408.669 δραχμών που δεν είχε καταβάλει εκείνη στο ΑΑ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, το δε υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για να θεμελιωθεί η ευθύνη από αδικοπραξία απαιτείται α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) ζημία, και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και ζημίας, η δε παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη, όταν η ενέργεια επιβάλλεται, μεταξύ των άλλων, από την καλή πίστη ή τις κρατούσες αντιλήψεις περί συναλλακτικών ηθών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω ανελέγκτως, ότι συνυπαίτια για τις παραπάνω παράνομες πράξεις του δεύτερου εναγόμενου ΑΑ ήταν, τόσο η πρώτη αναιρεσείουσα εταιρία, που τον είχε προστήσει ως υπάλληλο και στη συνέχεια διευθυντή του υποκαταστήματός της στη ..., όσο και οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος, αντίστοιχα, του ΔΣ και νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης, οι οποίοι, ενώ είχαν από το καταστατικό, το νόμο και τα συναλλακτικά ήθη την υποχρέωση να ενεργούν τακτικούς ελέγχους στο προσωπικό, υπαλλήλους ή διευθυντές των καταστημάτων της, καθώς και τους αντιπροσώπους της ΑΧΕ, ώστε να διαπιστώνουν έγκαιρα τυχόν παράνομες ενέργειές τους για αποφυγή κάθε ζημίας των συναλλασσόμενων με αυτούς πελατών, από έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την έγκαιρη διαπίστωση των παράνομων και υπαίτιων πράξεων του δεύτερου εναγόμενου και την αποτροπή της εντεύθεν ζημίας της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, παρέλειψαν να ασκήσουν τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία στο υποκατάστημα της ... και στον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του δεύτερου εναγομένου, καθόσον δεν μερίμνησαν να εγκαταστήσουν μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου των πράξεων του παραπάνω υπαλλήλου, κυρίως αναφορικά με τον τρόπο λήψης, καταγραφής και εκτέλεσης των εντολών των πελατών για την προστασία των συμφερόντων, τόσο της πρώτης αναιρεσείουσας, όσο και για τη διασφάλιση των κατεχομένων περιουσιακών στοιχείων των πελατών της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη.

Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, δεν ήλεγξαν, αν οι πωλήσεις των μετοχών της αναιρεσίβλητης, κατά τις 5-2-1999 και 12-2-1999 από το δεύτερο εναγόμενο έγιναν μετά από σχετική εντολή της αναιρεσίβλητης. Η παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά των δύο τελευταίων αναιρεσειόντων οργάνων της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας, προκάλεσε και την παρέμβαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία τις 20-7-1999 διαπίστωσε, ότι η οργανωτική δομή, η λογιστική οργάνωση και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου της πρώτης εναγομένης δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ.1 του ν.1806/1988, ότι η λειτουργία της ήταν επικίνδυνη για τους επενδυτές και την ομαλή λειτουργία της αγοράς και αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, αναστέλλοντας τη λειτουργία της ως τη λήψη της οριστικής απόφασης (βλ.

το προσκομιζόμενο υπ'αριθ. ... απόσπασμα πρακτικών συνεδριάσεως του Δ.Σ τις Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι για την αποκατάσταση της ζημίας της αναιρεσίβλητης ενάγουσας ευθύνονται εις ολόκληρον, τόσο η πρώτη αναιρεσείουσα (τότε εναγόμενη) εταιρία ως προστήσασα αυτόν, όσο και οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες (τρίτος και τέταρτος εναγόμενοι), πρόεδρος και αντιπρόεδρος αντίστοιχα του ΔΣ της πρώτης, και αφού απέρριψε τα αντίθετα υοπστηριζόμενα με την έφεση ως αβάσιμα, δέχθηκε την αγωγή και για τους τρεις ως ουσιαστικά βάσιμη και τους υποχρέωσε να καταβάλουν σε ολόκληρον το επιδικασθέν από 60.328,69 ευρώ ποσό.

Ετσι που έκρινε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 71, 914, 922 και 926 του ΑΚ, γι'αυτό και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚπολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως (αρ.εκθ. καταθ. 1683/2-12-2006) κατά της 5565/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 4 Μαϊου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ